H ανακαίνιση του πολιτικού λαϊκισμού

Υπάρχουν στιγμές που η αναγγελία ίδρυσης ενός πολιτικού κινήματος μπορεί να λειτουργεί «λυτρωτικά»

H ανακαίνιση του πολιτικού λαϊκισμού | tovima.gr
Υπάρχουν στιγμές που η αναγγελία ίδρυσης ενός πολιτικού κινήματος μπορεί να λειτουργεί «λυτρωτικά», υπερβαίνοντας αρχαϊκές διαιρέσεις που ακινητοποιούν τις κοινωνικές δυνάμεις και εμποδίζουν την προοδευτική πορεία μιας χώρας προς το μέλλον. Και υπάρχουν στιγμές, όπως είναι η σημερινή, που η δημιουργία ενός τέτοιου κινήματος, ειδικά στον χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, όπως αυτό που από ό,τι φαίνεται θέλει να αναγγείλει ο Γ. Παπανδρέου, το μόνο που προσφέρουν είναι η διάλυση στη διάλυση. Σκορπώντας σύγχυση στον καθημαγμένο πολιτικό χώρο της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης, η κοινωνική βάση της οποίας αδυνατεί να προσανατολισθεί. Γι’ αυτό, πέρα από το καθαυτό μήνυμα του νέου κινήματος, υπάρχει και ένα ουσιώδες πρόβλημα συγκυρίας. Η εικαζόμενη από τον φορέα του συσπειρωτική δυναμική του «κινήματος», αντί να συνεγείρει και να πολιτικοποιεί, αντί να αθροίζει και να πολλαπλασιάζει, διχάζει και διασπά. Γιατί η επιτυχία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας κρίνεται κυρίως από την υποδοχή της και από τις εντυπώσεις που αφήνει πίσω της. Από το αν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός ξεκαθαρίσματος του πολιτικού ορίζοντα, κατοχυρώνοντας την πολιτική αυτονομία του χώρου της προοδευτικής παράταξης ή, αντιθέτως, αν συμβάλλει σε μία ακόμη μεγαλύτερη συσκότιση του βασικού πολιτικού διακυβεύματος, υποθηκεύοντας ταυτόχρονα την πολιτική ταυτότητα του χώρου.
Υπάρχει, συνεπώς, ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα με τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες ειδικά τη συγκεκριμένη περίοδο που αυτές εκδηλώνονται, πρόβλημα το οποίο μεγεθύνεται, αν λάβει κάποιος υπόψη του και μια άλλη συγγενική παράμετρο. Το γεγονός ότι από όλες σχεδόν τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, και σε κάθε περίπτωση από τα αριστερά, όλοι διεκδικούν έναν αμετάθετο «κινηματικό» αυτοπροσδιορισμό. Ως εάν η κατ’ όνομα και μόνον επίκληση μιας κινηματικής ταυτότητας να αρκούσε για την κοινωνική της αξιοπιστία και την προγραμματική της σοβαρότητα. Αυτή όμως η κινηματική υπερτροφία του πολιτικού πράττειν, που στην πραγματικότητα σε όλη σχεδόν τη Μεταπολίτευση κατέστησε όμηρο την πολιτική τάξη από συντεχνιακά κοινωνικά συμφέροντα, δεν είναι ένας βασικός παράγοντας που οδήγησε στην κρίση του πολιτικού συστήματος; Αυτή δεν ήταν που, ως έναν τουλάχιστον βαθμό, ανακαίνισε και εκσυγχρόνισε τα δίκτυα μιας «πελατειακής Ελλάδας»; Το «Κίνημα» έφτιαχνε την πελατεία του και η πελατεία του αναπαρήγαγε το κίνημά της. Πώς λοιπόν, σήμερα, με ποιο αίσθημα πολιτικής ευθύνης, η επανερχόμενη κινηματική υπόσχεση διακινεί το όραμα μιας «μεταπελατειακής Ελλάδας»;

Οσοι σκέφτονται «κινηματικά» και προτείνουν μια τέτοιου τύπου αφηρημένη κινηματική ανασυγκρότηση της πολιτικής, θα πρέπει να εξέλθουν από μια πολιτικά επικίνδυνη κινηματική αναμόχλευση, που μπορεί να αποδειχθεί ακόμα και μοιραία για τον χώρο της προοδευτικής παράταξης που θέλουν να ανασυγκροτήσουν (καθιστώντας τον μάλιστα πλειοψηφικό!). Να εξέλθουν του κινηματικού μύθου για να επανέλθουν στην πραγματική ιστορία. Να απογαλακτισθούν του περιρρέοντος κινηματικού κρετινισμού, που είναι το πραγματικό κοινωνιολογικό και αξιακό θεμέλιο της χίμαιρας του νέου λαϊκισμού στη σημερινή Ελλάδα, απορρίπτοντας κάθε ιδέα κινηματικής-κομματικής παλιγγενεσίας, όπως αυτή που διατυπώνεται επισήμως από τον Γ. Παπανδρέου, ο οποίος θέλει να επαναφέρει με μαγικό τρόπο την «παράταξη» στη βρεφική αθωότητα της 3ης του Σεπτέμβρη. Γιατί το αίτημα της «αυτο-οργάνωσης» και του «ξανά», δηλαδή όπως το 1974, αναπαράγει σε έκτακτες συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης τα αρνητικά κοινωνικά στερεότυπα της Μεταπολίτευσης, ανακαινίζει τον νοοτροπιακό και πολιτικό λαϊκισμό της. Ετσι, τουλάχιστον, μπορεί να προσληφθεί, ανεξάρτητα της επίκλησης των «αξιών», του κλισέ «Ελλάδα των αξιών». Επανεισάγει τη μαγεία στην πολιτική, την κούφια ρητορική των «μεγάλων ναι» και των «μεγάλων όχι», νομιμοποιεί τη δημαγωγική ανευθυνότητα και κλονίζει ακόμη περισσότερο την πολιτική εμπιστοσύνη.

Στις παρούσες συνθήκες, τέτοιες κινηματικές υποσχέσεις, που στην πράξη δεν είναι τίποτα άλλο από αποτυχημένες ασκήσεις διεκδίκησης και ανασυμβολοποίησης μιας πολιτικής κληρονομιάς, για τον χώρο της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης είναι φορείς πολιτικής αποσταθεροποίησης και συνιστούν πρωτοβουλίες απολίτικου λαϊκισμού. Αν και θέλουν να εμφανίζονται ότι διαθέτουν απαντήσεις ακόμη και για το πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας, στην πραγματικότητα, ακόμη και αυτό, αντιμετωπίζεται συνδικαλιστικά, στο επίπεδο μιας «πολιτικής τακτικής», υποταγμένο στη μείζονα προτεραιότητα των «μεγάλων» πρωτοβουλιών μιας χιμαιρικής ανασυγκρότησης του προοδευτικού χώρου. Αν μπορεί να υπάρξει, η «Ελλάδα των αξιών» είναι υπόθεση του μέλλοντος και όχι αδέξιου σφετερισμού του παρελθόντος και των μεθόδων του. Προπαντός, είναι υπόθεση της ευθύνης, της επιμέλειας του παρόντος.
Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk