Λέω να το παίξω, εν γνώσει των συνεπειών του νόμου, λίγο Στησίχορος. Ο οποίος πέρα από τα μείζονος σημασίας έργα του (όπου εξέχει η προδρομική, χαμένη δυστυχώς, Ορέστειά του) χρεώθηκε από την παράδοση και με μια διαβόητη Παλινωδία. Οπου, αντιστρέφοντας σε αρετές όσα σημεία και τέρατα κυκλοφόρησε εις βάρος της άπιστης Ελένης στο ομώνυμό του ποίημα, ξαναβρίσκει το φως του, με την επέμβαση της λατρευτικής τώρα Ελένης, που τον είχε εκδικηθεί προηγουμένως για το υβριστικό του ποίημα, τυφλώνοντάς τον. Από φόβο λοιπόν μήπως με βρει παρόμοιος μπελάς κι εμένα, μετά την προδημοσίευση της ευτράπελης «Οδύσσειας 2012», σπεύδω εγκαίρως να παλινωδήσω.
Φαντάζομαι πως δεν χρειάζονται διαπιστευτήρια της οδυσσειακής μου προσήλωσης, που ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια της χούντας και συνεχίζεται έως σήμερα, με τη διαμεσολάβηση και της ιδρυτικής Ιλιάδας. Ετσι τα δύο ομηρικά έπη (τόσο παρόμοια, όσο και ανόμοια μεταξύ τους), έγιναν σήματα καιρού και τόπου μιας ζωής που «κάθε μέρα λιγοστεύει», καταπώς έγραψε ο Σεφέρης. Μ’ αυτούς τους όρους επιστρέφω σήμερα σε κάποιες υπόρρητες αρετές της Οδύσσειας, που συχνά πάνε χαμένες, εξαιτίας και της σχολικής διαστροφής.
Αρχίζω με το προφανέστερο δέλεάρ της: τον γοητευτικό της μύθο, κλείνοντας πονηρά το μάτι ακόμη και στο παραμύθι. Μυθοπλασία δηλαδή που δεν τέρπει μόνον, αλλά και θέλγει τον ακροατή (το ρήμα «θέλγω» απαντά μόνον στην Οδύσσεια, παραμερίζοντας στο σημείο αυτό την κάπως περήφανη Ιλιάδα), τόσο που, διαβάζοντας και ακούγοντας κανείς κάποιες σκηνές του οδυσσειακού έπους, μπορεί και σήμερα να αποξεχαστεί. Σ’ αυτό το ρήμα εξάλλου υπολόγιζε και η Καλυψώ, κατακρατώντας χρόνια ολόκληρα τον Οδυσσέα στη γοητευτική σπηλιά της –πήγα να πω «αγκαλιά της»: τον «έθελγε», λέει ο ποιητής, «λόγια γλυκά προφέροντας και μαλακά σαν χάδι, για να ξεχάσει την Ιθάκη», παρότι εκείνος στο τέλος αντιστεκόταν. Τέτοια ακαταμάχητη γοητεία, απαιτεί και σήμερα ανάλογη (όψιμη έστω) αντίσταση, για να μη χαθεί ο τελικός στόχος του έπους, που είναι ο νόστος.
Μεγάθεμα αξονικό στην Οδύσσεια, μοιρασμένο σε δύο ζώνες, που θυμίζουν με τον τρόπο τους και τις τροπές τους ταφικό αμφορέα της γεωμετρικής εποχής. Οπου στη μία ζώνη εγγράφεται ο εξωτερικός νόστος, και στην άλλη ο εσωτερικός, συμμετρικά ρυθμισμένος και ο ένας και ο άλλος. Ο πρώτος περιφέρεται ψάχνοντας την Ιθάκη, ο δεύτερος την ξαναβρίσκει προχωρώντας βήμα-βήμα. Δώδεκα ραψωδίες αναλώνονται στον εξωτερικό νόστο (α-μ), δώδεκα και στον εσωτερικό (ν-ω).
Προηγείται ο εξωτερικός νόστος, διαβαθμισμένος σε τρεις τριάδες, όπου το τρίτο επεισόδιο είναι πάντα εκτενέστερο. Πρώτη τριάδα: Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπας. Δεύτερη: Αίολος, Λαιστρυγόνες, Κίρκη. Τρίτη: Σειρήνες, Σκύλλα-Χάρυβδις, Θρινακία. Μεταξύ δεύτερης και τρίτης τριάδας: κάθετη τομή η κάθοδος στον Αδη, η Μεγάλη Νέκυια. Σύνολο: δέκα περιπέτειες, συνταγμένες στους Απολόγους του Αλκίνοου. Ακολουθούν δύο ακόμη: η πολύχρονη καθήλωση του ήρωα στην Ωγυγία και το συντριπτικό ναυάγιό του, που καταλήγει στο νησί των Φαιάκων. Σύνολο δώδεκα δοκιμασίες. Τις πρώτες δέκα τις εμπιστεύεται ο ποιητής στον Οδυσσέα, στο αφηγηματικό του είδωλο. Τις δύο τελευταίες όμως τις κρατά για τον εαυτό του και τις προτάσσει.
Ανάλογα διαβαθμίζεται και ο εσωτερικός νόστος του ήρωα, φτάνοντας στην Ιθάκη. Ανάβαση από το λιμάνι του Φόρκυνα προς το απόμερο καλύβι του Εύμαιου. Κατάβαση στη χώρα και στην πόλη της Ιθάκης. Διείσδυση στο βασιλικό παλάτι, που απολήγει στη Μνηστηροφονία και στον κορυφαίο αναγνωρισμό του έπους. Τριαδική λοιπόν κι εδώ η άρθρωση. Η τελευταία εξάλλου ραψωδία του έπους, ορίζοντας την έξοδο του έπους, μερίζεται κι αυτή στα τρία: Μικρή Νέκυια, έσχατος αναγνωρισμός του Οδυσσέα από τον πατρικό Λαέρτη, ένοπλη αναμέτρηση στην αγορά με τους εξεγερμένους συγγενείς των μνηστήρων, που ακυρώνεται με την κεραυνοβόλο επέμβαση του Δία και την αποτελεσματική παρέμβαση της Αθηνάς.
Το μεγάθεμα εξάλλου του νόστου δεν μοιράζεται μόνον συμμετρικά. Μοιράζει κιόλας, όπως υποδήλωσα, ολόκληρο το έπος σε δύο ισόμετρα μέρη. Κόμβος της ισόμετρης αυτής διαίρεσης είναι οι στίχοι 72-92 στη δέκατη τρίτη ραψωδία, όπου λανθάνει ένα δεύτερο προοίμιο, με φράσεις και λέξεις που παραπέμπουν στο πρώτο προοίμιο. Εδώ ο γυρισμός του ήρωα στην Ιθάκη, με το αυτόματο καράβι των Φαιάκων, σημαδεύεται με «ύπνο ηδονικό γλυκύτατο, αξύπνητο, λeς κι ήταν θάνατος» (στο πρωτότυπο: νήδυμος ύπνος, νήγρετος, ήδιστος, θανάτω άγχιστα εοικώς).
Που πάει να πει: ο νόστος στην περίπτωση του Οδυσσέα συναιρείται με τον ύπνο και τον θάνατο, καταλήγοντας στην απόσβεση των προηγούμενων παθημάτων (στο πρωτότυπο: δή τότε γ’ ατρέμας εύδε, λελασμένος όσ’ επεπόνθει). Ο ύπνος γεφυρώνει έτσι τον νόστο με τον θάνατο, κι ο θάνατος αποκαλύπτει την άλλη όψη του νόστου. Τρεις όροι που ορίζουν τον πραγματικό καιρό και τόπο της Οδύσσειας.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



