Ηθοποιός, σκηνοθέτρια, τραγουδίστρια, με σπουδές στην υποκριτική αλλά και στη μουσική, η Φένια Παπαδόδημα επιχειρεί αυτή τη φορά να φέρει στο σήμερα τα τραγούδια και τις μουσικές της Μπίλι Χόλιντεϊ. Mε τη συνοδεία ενός κλασικού κουαρτέτου (τύμπανα, μπάσο, κοντραμπάσο, σαξόφωνο) ξεδιπλώνει αύριο στο Ακροπόλ (Ιπποκράτους 9-11, τηλ. 210 3643.700, ώρα έναρξης 21.00) τη ζωή της θρυλικής τραγουδίστριας της τζαζ. Η Φένια Παπαδόδημα έχει ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι, έχει συνεργαστεί με πολλά θέατρα, έχει σκηνοθετήσει ταινίες μικρού μήκους, ενώ και η έθνικ μουσική δεν είναι έξω από τα ενδιαφέροντά της. Πριν από μερικά χρόνια παρουσίασε μαζί με τον Γιώργο Παλαμιώτη το άλμπουμ «Eleusis Part 1 – Tales of the Holy» όπου καταδεικνύονται οι στενές σχέσεις της ελληνικής με την αφρικανική μουσική. Πάντα απρόβλεπτη, ισορροπεί πάνω σε δύο τέχνες εστιάζοντας ουσιαστικά στην επικοινωνία.
Καλύτερα όταν θυµάµαι την αναπνοή µου, όταν εισπνέω βαθιά και εκπνέω αργά και ήσυχα. Φαίνεται απλό και δεδοµένο αλλά δεν είναι.
Από τη µεγάλη περιέργεια που έχω να ακού σω τα τοπία που ζωγραφίζει το τραγούδι στο µυαλό µου. Ατέλειωτοι κόσµοι ο ένας µέσα στον άλλον… Η τζαζ είναι χώρος απεριόριστος.
Μόνον όταν έχω αγαπηµένους συµµάχους, αληθινούς φίλους στο πλευρό µου, ορατούς και αόρατους.
Εχοντας πολύ συχνά την εικόνα και την αίσθηση του νερού ως οδηγό στην κίνησή µου. Μου αρέσει να φαντάζοµαι ότι χορεύω δίπλα, µέσα, µαζί µε το νερό. Ο χορός έτσι γίνεται κάθαρση.
Μόνη µου όσο πιο συχνά µπορώ. Μου αρέσει να περιπλανιέµαι σε µια ξένη πόλη παρατηρώντας τα πάντα γύρω µου, βυθισµένη σε µια δική µου, τόσο ανακουφιστική σιωπή.
Χωρίς λόγο και σε σηµείο δύσκολα αναστρέψιµο όταν βλέπω τηλεόραση, γι’ αυτό και δεν έχω εδώ και τέσσερα χρόνια. Και νιώθω άλλος άνθρωπος.
Στα µαγαζιά που νιώθω σχεδόν σπίτι µου: στο Λιόσπορο στου Ψυρρή, στο Υποβρύχιο, στο Αβοκάντο, στο Six Dogs, στο Ταφ.
Πολλή τζαζ µουσική τα τελευταία χρόνια, µελετώ πιάνο και φωνητικό αυτοσχεδιασµό. Ακούω όµως όχι µόνο τζαζ τραγουδίστριες και τραγουδιστές, αλλά κυρίως «κλασικούς» συνθέτες όπως Τελόνιους Μονκ, Γουέιν Σόρτερ, Μπιλ Εβανς, Τσαρλς Μίνγκους, Τζον Κολτρέιν, Τσάρλι Πάρκερ, αλλά και σύγχρονους. Eπίσης πολλή ινδική µουσική, παραδοσιακή και fusion, βυζαντινή και γενικότερα εκκλησιαστική µουσική, λατρεύω τη Χίλντεγκαρντ ντε φον Μπίνγκεν!
Σε κάθε είδους ρατσισµό. Ο φυλετικός, τον οποίο νιώθω πολύ έντονα γύρω µου και ευτυχώς έχει αρχίσει να αλλάζει αναγκαστικά τα τελευταία χρόνια, είναι το λιγότερο. Και σε κοινωνικό και σε οικογενειακό και σε επαγγελµατικό επίπεδο µου κάνει τροµερή εντύπωση µε πόση ευκολία οι περισσότεροι Ελληνες αδιαφορούν (στην καλύτερη περίπτωση), υποτιµούν ή σνοµπάρουν οτιδήποτε δεν εγγράφεται στα στενά πλαίσια των προσωπικών τους αναγκών, επιθυµιών, βιωµάτων, αναµνήσεων. Aν έχεις διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας, διαφορετικά ακούσµατα, διαφορετικά γούστα, αµέσως κατηγοριοποιείσαι ως περιθωριακός, «δύσκολος»… Ούτε και ξέρω πόσους τέτοιους ανάξιους χαρακτηρισµούς έχω ακούσει γύρω µου, τόσο που έφτασα να τους χρησιµοποιώ κι εγώ η ίδια!
Με τη φήµη ότι λεφτά υπάρχουν και µόνο ο Τσακ Νόρις ξέρει πού βρίσκονται. ∆υστυχώς και ο Τσακ ακόµη ψάχνει…
Οταν καθηµερινά κυκλοφορώ στο κέντρο της Αθήνας, ζω την εξαθλίωση και βλέπω την Αστυνοµία και το κράτος να τη διατηρεί, αν όχι να τη στηρίζει.
Που δεν έχω πάει ακόµη στην Ινδία. Θα συµβεί όµως εφέτος, αφού ολοκληρώσω τα γυρίσµατα µιας µουσικής εκποµπής που έχω αναλάβει σε συνεργασία µε τον Γιώργο Παλαµιώτη και τίτλο «Caroussel». Μετά ξέρω ότι για κάποιους µήνες τουλάχιστον θα καταφέρω να πραγµατοποιήσω αυτό το όνειρο ζωής. Να πάω στην Κεράλα και να µελετώ µουσική από το πρωί ως το βράδυ. Τι ευτυχία!
Ενα σωρό µουσικούς: τον Τάκη Μπαρµπέρη, τον Χάρη Λαµπράκη, τη Σαβίνα Γιαννάτου, τη Λένα Πλάτωνος, τον Γιώργο Μακρή, τον Αντρέα Πολυζωγόπουλο, τον Παντελή Στόικο, τον Γιώτη Κιουρτσιόγλου, τον Γιώργο Παλαµιώτη, τον Μιχάλη Σιγανίδη, την Τάνια Γιαννούλη, την Αθηνά Ρούτση, τον Κώστα Μπαλταζάνη και πολλούς πολλούς άλλους που στην Ελλάδα δεν καταφέρνουµε να ακούµε συχνά, αφού δεν υπάρχουν σοβαρές µουσικές σκηνές που να παίζουν κάτι άλλο από το αυστηρά έντεχνο ελληνικό τραγούδι ή το ελληνικό ποπ τραγούδι ή το ελληνικό τραγούδι που αναρωτιέται αν είναι έντεχνο ή ποπ. Αλλά ακόµη και οι χώροι για να παίξει κανείς τζαζ είναι ως επί το πλείστον αγοραίοι (εστιατόρια, καφετέριες κτλ.). ∆εν υποτιµώ κανένα από αυτά τα είδη, µάλιστα µε ευχαρίστηση όταν τύχει θα ακούσω δείγµατα αυτών των µουσικών που θεωρώ πραγµατικά συγκινητικά και δυνατά, αλλά δεν είναι δυνατόν κάποιος ν’ ακούει τα ίδια και τα ίδια για δεκαετίες, πόσω µάλλον να τα παίζει κιόλας.
Να τραγουδάω αργά τη νύχτα σε χώρους διασκέδασης.
Μια απέραντη έρηµο. Με περιµένει. Εκεί θα ησυχάσω κάποτε από τη φασαρία στην Ιπποκράτους.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



