Αυτό που χαρακτηρίζει έναν καλλιτέχνη είναι η συνέπεια και η συνέχειά του. Ο Γιώργος Νταλάρας βρίσκεται πλέον στην έκτη δεκαετία του στην ελληνική μουσική έχοντας δημιουργήσει… ακουσίως μια δική του κατηγορία. Από την προσεχή Κυριακή «Το Βήμα της Κυριακής» παρουσιάζει και προσφέρει στους αναγνώστες του τη σειρά «Γιώργος Νταλάρας. Οι αυθεντικές ηχογραφήσεις που σφράγισαν μια ολόκληρη εποχή». Πρόκειται για δέκα άλμπουμ (11 CD, εφόσον το ένα είναι διπλό), τους σημαντικότερους δισκογραφικούς σταθμούς του έλληνα ερμηνευτή- από το «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδά Απόστολο Καλδάρα» και τη «Μικρά Ασία» ως τον «Τραγουδιστή» και τα αγαπημένα «Latin». Ενα συλλεκτικό μουσικό οδοιπορικό δύο δεκαετιών διανθισμένο με θρυλικές συνεργασίες του Νταλάρα οι οποίες έγραψαν ιστορία. Εχοντας ηχογραφήσει και συμμετάσχει σε δεκάδες δίσκους όλα αυτά τα χρόνια ο Γιώργος Νταλάρας είναι αδιαμφισβήτητα ο πλέον ενεργός ερμηνευτής με τη μέγιστη δυνατή απήχηση. Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο επίσημο site του (www.dalaras.gr), σχεδόν όλοι οι δίσκοι του έχουν γίνει χρυσοί και πλατινένιοι, ξεπερνώντας πολλές φορές τις 700.000 δίσκους, ενώ, σύμφωνα με τους τελευταίους υπολογισμούς, οι γενικές πωλήσεις του σε δίσκους, κασέτες και CD έχουν ξεπεράσει τα 14 εκατ. αντίτυπα. Αλλωστε τραγούδια όπως τα «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Η Μπαρμπαριά», «Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω», «Να ΄τανε το 21», «Γλυκοχαράζουν τα βουνά», «Ομορφη Πειραιώτισσα», «Πάγωσε η τσιμινιέρα», «Στα ψηλά τα παραθύρια», «Αλάνα», «Ο δρόμος είναι δρόμος», «Χίλιες φορές», «Σε μαγικά νησιά», τα οποία έχει «σφραγίσει» ερμηνευτικώς ο Γιώργος Νταλάρας, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να τραγουδιούνται.

Αλλωστε, όπως σημείωσε και ο ίδιος ο ερμηνευτής στη συνέντευξή του στο «ΒΗΜagazino» (6.2.2011), «εγώ νιώθω ότι το τραγούδι με ξεπερνά και είναι πάνω από εμένα.Και πρέπει εγώ να σταθώ άξιος.Για παράδειγμα,αυτή η δουλειά μου που θα προσφέρει η εφημερίδα σας δεν είμαι “εγώ” και δεν “παίρνεις” εμένα.Παίρνεις τις μνήμες σου ή τις μνήμες του πατέρα σου. Από ανθρώπους που άφησαν ένα κομμάτι της ψυχής τους σε αυτή τη χώρα,έξω από το σταρ σύστεμ.Είναι ένα κομμάτι από τη συλλογική μνήμη αυτού του λαού και μάλιστα σε μια εποχή που μοιάζει να μην έχουμε κάτι να μας ενώνει.Εγώ δεν έχω κάνει κάτι σπουδαίο,ήμουν απλώς το μέσον». Ενα «μέσον» που κουβαλά την κουλτούρα του, τις μνήμες από τη γειτονιά του, τον Πειραιά, όπου γεννήθηκε, τον ρεμπέτη πατέρα του Λουκά Νταλάρα, τις δουλειές του ποδαριού που έκανε μικρός για να επιβιώσει και να βοηθήσει την οικογένειά του αλλά και τα μουσικά βιώματά του- όχι μόνο από το ρεμπέτικο και το λαϊκό αλλά και από το δημοτικό τραγούδι. Από την πρώτη του ερασιτεχνική ηχογράφηση, συνοδεία του πατέρα του, το 1965, στον «Πικρό καημό» ως τις τελευταίες του δουλειές- δισκογραφία και συναυλίες- ο Γιώργος Νταλάρας παρουσιάζει ένα καθοριστικό για την πορεία του χαρακτηριστικό: αναζητεί πάντα καινούργια πράγματα και τα επικοινωνεί με επιτυχία στο κοινό του.

Γερή σχέση με το κοινό
Τ ο ζητούμενο στην πολιτιστική προσφορά του «Βήματος της Κυριακής» δεν είναι τα νούμερα και τα ρεκόρ των συγκεκριμένων δίσκων αλλά το γεγονός ότι μέσα από αυτά τα άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80 χτίστηκε η γερή σχέση του Γιώργου Νταλάρα με το ελληνικό κοινό, μέσω της οποίας έφθασε να αποτελεί μέτρο σύγκρισης για όλους τους επόμενους τραγουδιστές. Ο ίδιος, ωστόσο, στη συνέντευξή του στο «ΒΗΜagazino» (6.2.2011), δεν αποδέχεται κάτι τέτοιο. «Το να σου λέει κάποιος “είσαι μοναδικός”, “είσαι ο πρώτος” δεν μου αρέσει και το θεωρώ χυδαιότητα. Συγγνώμη, αλλά δεν αποδέχομαι αυτές τις αξιολογήσεις του σταρ σύστεμ και ξέρετε γιατί; Οχι γιατί είμαι καλός τραγουδιστής και τις απορρίπτω με ευκολία αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αξιολογεί και βάζει τα στάνταρντ του είναι φθηνιάρικος. Θα ήθελα κάτι καλύτερο. Αν είχε ένα καλύτερο μέτρο με το οποίο μετράει την τέχνη, θα ήθελα να είναι μέσα. (…) Δεν είναι πολύ μικρή η Ελλάδα για να έχει τέτοιου είδους μετρήσεις; Δεν έχει αξία και “βρωμάει” τηλεόραση».