Στη δεκαετία του 1980, περίοδο παχιών αγελάδων για τους θερινούς κινηματογράφους, όταν δεν απειλούνταν ακόμη από τους «κλειστούς» πολυκινηματογράφους, μου άρεσε να ανακαλύπτω το σινεμά ανακαλύπτονταςταυτοχρόνως την Αθήνα. Επέλεγα την ταινία ανάλογα με την περιοχή όπου βρισκόταν η αίθουσα και συχνά αναζητούσα περιοχές που δεν ήξερα καθόλου και ήθελα να μάθω, ανεξάρτητα από το αν τις περισσότερες φορές έφευγα «πιασμένος» ή με σκισμένο παντελόνι από κάποια πρόκα που εξείχε. Σε πολλές από τις περιοχές αυτές δεν ξαναπήγα ποτέ στη ζωή μου αλλά τουλάχιστον τις είχα γνωρίσει έστω για μια φορά. Πολλοί κινηματογράφοι των περιοχών αυτών δεν υπάρχουν σήμερα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το ερώτημα είναι τι κινήσεις κάνουν αυτοί που υπάρχουν σήμερα ώστε να εξακολουθούν να υφίστανται μέσα στα σκληρά, ανταγωνιστικά δεδομένα του νέου μιλένιουμ. Τραγουδούν τους νοσταλγικούς στίχους του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι» ή επενδύουν χρήματα- πολλά χρήματα- για να κάνουν τις αίθουσες ελκυστικότερες, πιο άνετες, με καλύτερες συνθήκες προβολής και χωρίς τον κίνδυνο να σκίσεις το παντελόνι σου;

Οπως φαίνεται από την επιλογή των έξι αγαπημένων μου θερινών αιθουσών, μπορεί να κάνουν και τα δύο. Κάποιες αίθουσες, όπως το Θησείον και η Φιλοθέη, έχουν αποκτήσει τόσο ισχυρό όνομα στην αγορά των θερινών που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες τονωτικές ενέσεις. Αλλες όμως, όπως ο Φλοίσβος και η Ανεσις, τις χρειάζονται γιατί τόλμησαν να ξεκινήσουν από το μηδέν σε μια εποχή δύσκολη για τον κινηματογράφο εν γένει. Και τα κατάφεραν.

Ολες οι φωτογραφίες του ρεπορτάζ εκτός της Φιλοθέης και των αιθουσαρχών είναι των Δημήτρη Τσεβά και Ιωάννη Ασημακόπουλου από το λεύκωμα «Θερινά σινεμά».

ΘΗΣΕΙΟΝ
Ακρόπολη και βυσσινάδα
Δευτέρα, απογευματινή παράσταση και δεν έπεφτε καρφίτσα στον κινηματογράφο Θησείον στον πεζόδρομο της Αποστόλου Παύλου. Ο Τζιν Κέλι χόρευε «Τραγουδώντας στη βροχή» στην οθόνη ενώ το τηλέφωνο στο ταμείο είχε πιάσει φωτιά από τις κλήσεις. «Θα ξαναπαίξετε το Ραντεβού στο Παρίσι από την Πέμπτη που μας έρχεται;». Στο μπαρ, το μοβ χρώμα της βυσσινάδας (αυθεντική)

τής έδινε λαχταριστή όψη. Διόλου τυχαία, η παραδοσιακή βυσσινάδα είναι το σουξέ του Θησείου.

Για μία ακόμη χρονιά η «μοναδική αίθουσα με θέα την Ακρόπολη», όπως ο Θωμάς Μανιάκης (ένθετη φωτο γραφία) συνηθίζει να αποκαλεί το «μαγαζί» του, τα πηγαίνει θαυμάσια.

«Μαζί με το Βοξ και την Μπομπονιέρα το Θησείον είναι μια από τις παλαιότερες,προπολεμικές θερινές αίθουσες της Αθήνας» επισημαίνει, υπενθυμίζοντας ότι στα χρόνια του ΄50 η αίθουσα λειτουργούσε ως βαριετέ στα διαλείμματα. Την εποχή που μεσουρανούσε η ελληνική ταινία η ουρά στα ταμεία έφτανε ως τα 50 μέτρα. Η ίδια σκηνή όμως επαναλαμβάνεται και σήμερα, όταν η αίθουσα προβάλλει κάτι που ταιριάζει πραγματικά στο κοινό της, όπως το «Ραντεβού στο Παρίσι», που είναι ο μεγάλος εφετινός θρίαμβος του Θησείου.

ΡΙΒΙΕΡΑ
Σινεμά στον δρόμο με τις λεύκες

Η Ριβιέρα των 300 καθισμάτων στα Εξάρχεια γεννήθηκε το 1969 από μια πυρκαγιά, όπως μας πληροφορεί ο Σωτήρης Ρίγγας, ανιψιός του Θόδωρου Ρίγγα στην κατοχή του οποίου βρίσκεται και το Βοξ, επίσης στα Εξάρχεια. Ενα σπίτι της οδού Βαλτετσίου έπιασε φωτιά και καταστράφηκε ολοσχερώς αχρηστεύοντας και το διπλανό του. Ο Θ. Ρίγγας ζούσε στην ίδια γειτονιά και σκέφτηκε ότι αν ο χώρος δεν αξιοποιούνταν διαφορετικά, θα ήταν ιδανικός για τη δημιουργία ενός θερινού κινηματογράφου. Κάπως έτσι φτιάχτηκε η Ριβιέρα με σήμα κατατεθέν τις λεύκες, που όμως κάποια στιγμή χρειάστηκε να ξεριζωθούν γιατί είχαν γίνει επικίνδυνες.

Σημαντικό ρόλο για την επιτυχία της αίθουσας όμως έχει παίξει και το πρόγραμμά της. Η τελευταία φορά που δούλεψε ταινία με εμπορικά α λα Χόλιγουντ στάνταρτ στη Ριβιέρα ήταν το «Ανάλυσέ το» πριν από μια δεκαετία. Δεν είναι τυχαίο που δύο ταινίες Μόντι Πάιθον, επίσης σε επανέκδοση, το «Ενας προφήτης μα τι προφήτης» και οι «Ιππότες της Ελεεινής Τραπέζης», ήταν οι μεγάλες επιτυχίες της εφετινής σεζόν.

ΣΙΝΕ ΑΝΕΣΙΣ
Κοκτέιλ και ατμόσφαιρα

Προκειμένου να αναλάβει τις αίθουσες που διαχειριζόταν ο πατέρας του, Κώστας Γούναρης (διανομέας και αιθουσάρχης), ο Αλκης Γούναρης (στην ένθετη φωτογραφία) άφησε τον χώρο της διαφήμισης όπου δούλευε επί 18 χρόνια. Στην οικογενειακή επιχείρηση προστέθηκε ο αδελφός του ο Δημήτρης, ο οποίος είχε επίσης σχέση με το μάρκετινγκ.

Επομένως η νοοτροπία του Αλκη Γούναρη που διευθύνει τον κινηματογράφο Ανεσις στην αρχή της λεωφόρου Κηφισίας βρίσκεται έτη φωτός από το παραδοσιακό μοτίβο του «αγιοκλήματος με το γιασεμί» που τόσο συχνά ακούμε. Η ανακαίνιση του Ανεσις υπήρξε ριζική καθώς ο χώρος είχε παραμείνει κλειστός από το 2004 ως το 2008.

« Πήραμε το κτίριο εγκαταλελειμμένο,με ασανσέρ που δεν λειτουργούσε και ταράτσα που έβραζε » μας είπε ο Γούναρης που στο παρελθόν διαχειριζόταν και το Αβάνα στην Κηφισίας. Αν και εναντίον της ταράτσας για χρήση θερινής αίθουσας, είδε ότι ο χώρος μπορούσε να αναβαθμιστεί. Χρειάστηκαν 150.000 ευρώ περίπου για την πλήρη ανακαίνιση και σήμερα όλη η ταράτσα είναι επενδυμένη με ξύλο ντεκ, οι τοίχοι είναι επενδυμένοι με ηχοπετάσματα ώστε να μην ενοχλούνται οι γείτονες, οι πολυθρόνες είναι πανάκριβες και το μπαρ θεωρείται ένα από τα πιο ολοκληρωμένα θερινών με επαγγελματία μπάρμαν και κοκτέιλ στους καταλόγους.

ΦΛΟΙΣΒΟΣ
Παιδική χαρά, λουκουμάδες και σουβλάκι

Η θερινή αίθουσα Φλοίσβος, η μοναδική που βρίσκεται επί της λεωφόρου Ποσειδώνος από την πλευρά της θάλασσας, άνοιξε το 2002. Προτού το οικόπεδο γίνει κινηματογράφος, ήταν μια ξερή αλάνα, κατά το ήμισυ παιδική χαρά. «Πριν από τη δημιουργία της αίθουσας δεν περπατούσες στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα γιατί το βράδυ ήταν επικίνδυνα» μας είπε ο υπεύθυνος για τη λειτουργία της αίθουσας Λάμπρος Μαριόλης.

Η δημιουργία της αίθουσας έδωσε αίγλη στην περιοχή ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για περαιτέρω δραστηριότητες. Ο χώρος άρχισε να αναπλάθεται. Η δενδροφύτευση της περιοχής από τον Δήμο Παλαιού Φαλήρου σήμανε την αναβάθμιση του πάρκου, κάτι στο οποίο συνέβαλε ιδιαίτερα η δημιουργία του χώρου της μαρίνας που άνοιξε το 2004. Το πρώτο καλοκαίρι λειτουργίας του, το 2002, ο Φλοίσβος έκοψε 30.000 περίπου εισιτήρια και από τότε κυμαίνεται σε αυτά τα επίπεδα. «Σήμερα, ηίδια η περιοχή είναι που ελκύει τον κόσμο » λέει ο Μαριόλης για τον Φλοίσβο, στα συν του οποίου ανήκουν επίσης το σουβλάκι και οι λουκουμάδες.

ΣΙΝΕ ΦΙΛΟΘΕΗ
Το αρχοντικό των βορείων προαστίων

Ο κινηματογράφος Φιλοθέη βρίσκεται στην κατοχή του Δήμου της περιοχής, λειτουργεί από τη δεκαετία του 1950 και ανήκει στις ελάχιστες θερινές αίθουσες της Αθήνας που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέοι χώροι. Ο Μανώλης Παπατσικούρας που εδώ και 15 χρόνια έχει την ευθύνη του κινηματογράφου τον αποκαλεί « αρχοντικό », ένα θερινό που ως επί το πλείστον απευθύνεται σε κοινό μεγάλης ηλικίας. Η αίθουσα πηγαίνει θαυμάσια όταν προβάλλει ταινίες κοινωνικού περιεχομένου, δράματα ή κλασικές κωμωδίες. Δεν ενδείκνυται ιδιαίτερα για νέο κοινό, γι΄ αυτό και ταινίες όπως π.χ. η «Εκλειψη» της σειράς του «Λυκόφωτος» εκεί δεν τα πηγαίνουν και τόσο καλά ενώ αλλού κάνουν θραύση.

Ωστόσο, τα 40.000- 45.000 εισιτήρια ανά σεζόν είναι καθεστώς για τη συγκεκριμένη αίθουσα χωρητικότητας 700 θέσεων. Ενίοτε η Φιλοθέη μπορεί να φτάσει και τα 60.000 εισιτήρια. Ο Παπατσικούρας θυμάται να γίνεται το αδιαχώρητο όταν πριν από μερικά χρόνια είχε προβάλλει σε επανέκδοση το «Πάρτι» και το «Ποντίκι που βρυχάται» με τον Πίτερ Σέλερς. Εφέτος μια ταινία που άρεσε σε αρκετό κόσμο της πολιτικής ο οποίος επισκέπτεται με μεγάλη συχνότητα τη Φιλοθέη (αναφέρονται τα ονόματα του Γιάννη Καψή, του Δημήτρη Ρέππα και του Αναστάσιου Πεπονή ) ήταν το «Ι love you Ρhilip Μorris».

ΣΙΝΕ ΨΥΡΡΗ
Η μεταμόρφωση ενός πάρκινγκ

Ηταν Πάσχα του 1995 όταν στο διάλειμμα μιας παράστασης του Βασίλη Βαφέα στο θέατρο Πολιτεία, ο ηθοποιός-επιχειρηματίας Ντίνος Αυγουστίδης (στην ένθετη φωτογραφία) παρατήρησε τον χώρο ενός άδειου πάρκινγκ που λειτουργούσε μόνον το πρωί. « Από τη μια μεριά οι κόγχες της οροφής του θεάτρου Αποθήκη, από την άλλη ένας εντελώς βιομηχανικός χώρος. Είπα “εδώ θα φτιάξω κινηματογράφο”. Λες επειδή έβλεπα θεατρικό έργο του Τζον Κασσαβέτη;Δεν ξέρω ». Ενδεχομένως να έπαιξε ρόλο ότι ο Αυγουστίδης είχε ήδη επαφή με αίθουσα κινηματογράφου στο Αμόρε, το ύφος του οποίου σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα διατήρησε στο Σινέ Ψυρρή με την πολύτιμη βοήθεια του κριτικού κινηματογράφου Μπάμπη Ακτσόγλου. Ακόμη και σήμερα το ύφος δεν έχει αλλάξει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η μεγαλύτερη εφετινή επιτυχία του Σινέ Ψυρρή είναι ο «Τρελός Πιερό» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ταινία που προβάλλεται σε επανέκδοση από την περασμένη εβδομάδα.

Βέβαια, ο Αυγουστίδης δεν αδιαφορεί μπροστά στα σοβαρά προβλήματαπου ζώνουν την περιοχή. « Γυναίκα μόνη φοβάται να κατεβεί πια στου Ψυρρή το βράδυ» μας είπε. « Από την πλατεία Θεάτρου ως την πλατεία Κουμουνδούρου η κατάσταση βρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου. Οι τοξικομανείς που υποφέρουν χρειάζονται ουσιαστική κρατική μέριμνα και όχι κάποιους που κλείνουν τα μάτια στο πρόβλημα και κάνουν “ξουτ” για να εξαφανιστεί» .

Ασπρόμαυρες, καλλιτεχνικές φωτογραφίες, όχι μόνον των αθηναϊκών θερινών αιθουσών αλλά ολόκληρου του πανελληνίου,στολίζουν το λεύκωμα «Θερινά σινεμά» των φωτογράφων Δημήτρη Τσεβά και Ιωάννη Ασημακόπουλου που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Τεθλασμένη. Παραπάνω από 100 εικόνες ιστορικής μνήμης «απελευθερώνουν συναισθήματα, υπενθυμίζουν βιώματα που νομίζουμε ότι έχουμε ξεχάσει και μας επιστρέφουν στον κόσμο της παραμυθίας» όπως εύστοχα επισημαίνει στην εισαγωγή του λευκώματος η Αννα Λιδάκη , αναπληρώτρια καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου.