ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

Ρίσκο η απόσυρση, ρίσκο η παραμονή

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Μπαράκ Ομπάμα αναμένεται από στιγμή σε στιγμή να ανακοινώσει την απόφασή του για το μέλλον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Γνωρίζει ότι αμερικανοί και βρετανοί στρατιώτες υπηρετούν πλέον εκεί για διάστημα μεγαλύτερο από το Α Δ και τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί- όμως οι πληροφορίες από την Ουάσιγκτον λένε ότι προτίθεται να αυξήσει τον αριθμό των στρατιωτών. Ο Ομπάμα πρέπει να αποφασίσει αν θα συνταχθεί με τον αμερικανικό και τον αφγανικό λαό που ζητούν γρήγορη μείωση της αμερικανικής δύναμης ή με μια μικρή στρατιωτική κλίκα που ζητεί κλιμάκωση της σύγκρουσης. Η τελευταία δημοσκόπηση της «Washington Ρost» δείχνει ότι το 51% των Αμερικανών θεωρεί ότι ο πόλεμος αυτός δεν αξίζει τον κόπο και ότι, αν τερματιστεί η ξένη κατοχή, θα μειωθεί η τρομοκρατία. Μόνο το 27% διαφωνεί. Ωστόσο ο στρατηγός Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ λέει ότι, αν του δοθούν άλλοι 40.000 στρατιώτες- επιπλέον από την τελευταία αύξηση που ανέβασε τον αριθμό τους πάνω από τα επίπεδα της εποχής Μπους-, θα «τσακίσει» τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα. Με ποιον τρόπο ο πρόεδρος Ομπάμα- και εμείς, ο κόσμος που παρακολουθεί- θα καταλάβουμε ποιος έχει δίκιο; Ας ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι κάθε επιλογή εμπεριέχει ρίσκο- για τους αφγανούς αμάχους, τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε ποια επιλογή εμπεριέχει το μικρότερο ρίσκο.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Μπαράκ Ομπάμα αναμένεται από στιγμή σε στιγμή να ανακοινώσει την απόφασή του για το μέλλον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Γνωρίζει ότι αμερικανοί και βρετανοί στρατιώτες υπηρετούν πλέον εκεί για διάστημα μεγαλύτερο από το Α Δ και τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί- όμως οι πληροφορίες από την Ουάσιγκτον λένε ότι προτίθεται να αυξήσει τον αριθμό των στρατιωτών. Ο Ομπάμα πρέπει να αποφασίσει αν θα συνταχθεί με τον αμερικανικό και τον αφγανικό λαό που ζητούν γρήγορη μείωση της αμερικανικής δύναμης ή με μια μικρή στρατιωτική κλίκα που ζητεί κλιμάκωση της σύγκρουσης. Η τελευταία δημοσκόπηση της «Washington Ρost» δείχνει ότι το 51% των Αμερικανών
θεωρεί ότι ο πόλεμος αυτός δεν αξίζει τον κόπο και ότι, αν τερματιστεί η ξένη κατοχή, θα μειωθεί η τρομοκρατία. Μόνο το 27% διαφωνεί. Ωστόσο ο στρατηγός Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ λέει ότι, αν του δοθούν άλλοι 40.000 στρατιώτες- επιπλέον από την τελευταία αύξηση που ανέβασε τον αριθμό τους πάνω από τα επίπεδα της εποχής Μπους-, θα «τσακίσει» τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα. Με ποιον τρόπο ο πρόεδρος Ομπάμα- και εμείς, ο κόσμος που παρακολουθεί- θα καταλάβουμε ποιος έχει δίκιο; Ας ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι κάθε επιλογή εμπεριέχει ρίσκο- για τους αφγανούς αμάχους, τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε ποια επιλογή εμπεριέχει το μικρότερο ρίσκο.

Το να στείλεις 40.000 στρατιώτες με αυτόματα όπλα σε μια χώρα που δεν καταλαβαίνουν για να «καθαρίσουν» τεράστιες περιοχές με αντάρτες, οι οποίοι μοιάζουν ακριβώς σαν τον άμαχο πληθυσμό, και να πάρουν τον «έλεγχο» περιοχών που δεν ελέγχονταν ποτέ στην ιστορία τους από μια κεντρική κυβέρνηση ενέχει τεράστιο ρίσκο. Κάθε στρατηγική κατά των ανταρτών έχει την πιθανότητα με τον καιρό να δημιουργεί περισσότερους εχθρούς απ΄ όσους σκοτώνει. Ανατινάζεις λοιπόν ένα κρησφύγετο των Ταλιμπάν και δύο αρχηγούς τους- αλλά σκοτώνεις παράλληλα 98 γυναίκες και παιδιά, των οποίων οι οικογένειες είναι από εκείνη την ημέρα και μετά αποφασισμένες να σκοτώσουν τους στρατιώτες σου.

Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι υποθετικοί. Προέρχονται από τον αντισυνταγματάρχη Ντέιβιντ Κιλκάλεν , σύμβουλο του στρατηγού Πετρέους στο Ιράκ, ο οποίος λέει ότι οι αμερικανικές αεροπορικές επιθέσεις στα αφγανοπακιστανικά σύνορα έχουν σκοτώσει 14 αρχηγούς της Αλ Κάιντα και περισσότερους από 700 αμάχους: «Δύο επιτυχίες για κάθε 98 παράπλευρες απώλειες. Είναι ανήθικο».

Υπάρχει όμως ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος. Η στρατηγική του Πετρέους είναι να διώξει τους Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν. Οταν το πετύχει, θα τρέξουν στο Πακιστάν- όπου βρίσκονται οι πυρηνικές βόμβες.

Για να δικαιολογήσουν το τεράστιο ρίσκο, οι υπέρμαχοι της κλιμάκωσης καταφεύγουν σε τρία εξαιρετικά πειστικά επιχειρήματα, τα οποία όμως βασίζονται σε εσφαλμένους συλλογισμούς.

Επιχείρημα πρώτο: Πρέπει να στερήσουμε από την Αλ Κάιντα τις στρατιωτικές βάσεις στο Αφγανιστάν για να μην τις χρησιμοποιεί για να καταστρώνει επιθέσεις εναντίον μας. Στην πραγματικότητα, όλες οι επιθέσεις των τζιχαντιστών κατά δυτικών χωρών σχεδιάστηκαν στη Δύση. Η κτηνωδία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σχεδιάστηκε στο Αμβούργο και στη Φλόριδα, οι επιθέσεις αυτοκτονίας της 7ης Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο σχεδιάστηκαν στο Γιορκσάιρ. Στο Αφγανιστάν δεν απομένουν πολλοί μαχητές της Αλ Κάιντα. Σύμφωνα με τον στρατηγό Τζιμ Τζόουνς, σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, υπολογίζονται γύρω στους 100. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί μαχητές των Ταλιμπάν που αντιτίθενται στους Αμερικανούς επειδή τους θεωρούν δύναμη κατοχής και αυτοί δεν έχουν κανένα στόχο πέραν του Αφγανιστάν.

Επιχείρημα δεύτερο: Παραμένοντας στη χώρα, βελτιώνουμε αισθητά τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως για τις γυναίκες. Αυτό είναι κατά την άποψή μου το πιο αξιόλογο επιχείρημα, αλλά και το πιο λυπηρό. Οι Ταλιμπάν φυλακίζουν τις γυναίκες στα σπίτια τους και τις βασανίζουν επειδή διαπράττουν το «έγκλημα» να δείξουν το πρόσωπό τους, να εκφράσουν τη σεξουαλικότητά τους ή να πέσουν θύματα βιασμού. Προσπαθούν συνεχώς να δολοφονήσουν τη φίλη μου Μαλαλάι Τζόγια για το «έγκλημα» ότι εξελέγη στη Βουλή ζητώντας να συμπεριφέρονται στις γυναίκες ανθρώπινα και όχι σαν να ήταν ζώα.

Οπως όμως μου είπε τον περασμένο μήνα, «οι κυβερνήσεις σας αντικατέστησαν τη φονταμενταλιστική εξουσία των Ταλιμπάν με ένα άλλο φονταμενταλιστικό καθεστώς πολεμάρχων». Εξω από την Καμπούλ οι μοχθηροί Ταλιμπάν που επιβάλλουν τον νόμο της σαρία αντικαταστάθηκαν από μοχθηρούς πολεμάρχους που επιβάλλουν τον νόμο της σαρία. «Η κατάσταση σήμερα είναι τόσο καταστροφική για γυναίκες όσο ήταν επί Ταλιμπάν» λέει. Κάθε αφγανός πρόεδρος- ο Καρζάι ή οι αντίπαλοί του- δεν θα είναι στην πράξη τίποτε περισσότερο από δήμαρχος της Καμπούλ. Παραπέρα βρίσκεται μια θάλασσα από πολεμάρχους, τόσο αχρείους προς τις γυναίκες όσο οι Ταλιμπάν. Επιχείρημα τρίτο: Αν αποσυρθούμε, θα σημειώσει μεγάλη νίκη η Αλ Κάιντα και, αναζωογονημένη, θα ορμήσει στον κόσμο. Τον Νοέμβριο του 2004 ο Οσάμα μπιν Λάντεν καυχήθηκε στους οπαδούς του: «Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να στείλουμε δύο μουτζαχεντίν στο πιο απόμακρο σημείο και να υψώσουμε ένα πανί που να γράφει “Αλ Κάιντα” για να κάνουμε τους στρατηγούς να τρέξουν εκεί και την Αμερική να υποστεί ανθρώπινες, οικονομικές και πολιτικές απώλειες- χωρίς να καταφέρει τίποτε το αξιοσημείωτο» . Οι πόλεμοι αυτοί, πρόσθεσε, θα αυξήσουν τη στρατολογική ικανότητα της Αλ Κάιντα και με τον καιρό «θα κάνουν την Αμερική να χρεοκοπήσει».

Ναι, υπάρχει ένα ρίσκο αν αποσυρθούμε, αλλά επισκιάζεται από το ρίσκο τού να παραμείνουμε. Η αιματηρή κλιμάκωση του πολέμου θα τροφοδοτήσει τον τζιχαντισμό αντί να τον ανακόψει. Αν ο Ομπάμα επιθυμεί σοβαρά να υπονομεύσει αυτό το φανατικό κίνημα, θα ήταν σοφότερο να πάρει τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανά για να κυνηγήσει 100 μαχητές στα βουνά του Αφγανιστάν και να τα ξοδέψει στην ενίσχυση της αστυνόμευσης και των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και στην ανέγερση σχολείων στο Πακιστάν και σε άλλες επικίνδυνες περιοχές στον μουσουλμανικό κόσμο. Αυτό πραγματικά θα άξιζε ένα Βραβείο Νομπέλ Ειρήνης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος