Oπως και να περιστρέψει κανείς το θέμα των πυρκαϊών της Αττικής- δύο χρόνια μετά το ολοκαύτωμα της Πελοποννήσου- οδηγείται στο καταθλιπτικό συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση αυτή οδηγεί σταδιακά τη δημόσια ζωή σε μια κυνική απαξίωση. Οχι τόσο γιατί δεν μπόρεσε για ακόμη μία φορά να διαχειριστεί μια κρίση, αλλά γιατί με την ανυπαρξία της πολιτικής της έχει προ πολλού μετατραπεί η ίδια σε παραγωγό διαδοχικών κρίσεων, με καταστροφικές συνέπειες. Εκ των υστέρων στέκεται με υποκριτικές και απενοχοποιητικές ερμηνείες απέναντι σε ένα πολύπλοκο πρόβλημα, που κατανοείται σε βάθος, στο πολιτικό σκέλος, μόνο με τη βοήθεια κάποιων βασικών ειλικρινών παραδοχών:

Τα αίτια των πυρκαϊών είναι φυσικά και ανθρώπινα. Πέρα από τις μεμονωμένες ανθρώπινες συμπεριφορές, η βασική πίεση προέρχεται από την ισχυρή τάση οικιστικής ανάπτυξης. Τα συμφέροντα, ομαδικά ή ατομικά, μικρά ή μεγάλα, αξιοποιούν τη θεσμική αδυναμία και νομοθετική ανεπάρκεια.

Η οικιστική πίεση εμφανίζεται με δύο μεταμφιέσεις, τις οριακές νομιμοποιήσεις κτισμάτων και την αυθαίρετη δόμηση. Η αυθαίρετη δόμηση απολαμβάνει μια διαχρονική και ιδιότυπη ασυλία από το πολιτικό σύστημα. Ο λαϊκισμός αυτός διατρέχει τις περισσότερες φορές το συνολικό φάσμα της πολιτικής, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως την κεντρική εξουσία.

Οι φωτιές αντιμετωπίζονται κατά βάση με τη θεσμική και τεχνική πρόληψη. Θεσμικά, με τη νομοθεσία και την τεχνολογική οργάνωση της χωρικής πληροφορίας (Δασολόγιο, Κτηματολόγιο, σύγχρονες αεροφωτογραφίες, θεματικοί χάρτες). Τεχνικά με την κατασκευή και συντήρηση έργων υποδομής στα δάση (αντιπυρικές ζώνες, προστασία οικισμών, διανοίξεις, ενεργητική πυρασφάλεια, καθαρισμός). Και οι δύο τομείς παρουσιάζουν τη γνωστή διαχρονική, ελληνικού τύπου, υστέρηση.

Η κυβέρνηση αποδιοργάνωσε το 2004 τον συνεκτικότερο μηχανισμό δημόσιας διοίκησης- ειδικά στους επιχειρησιακούς τομείς- που ανέπτυξε ποτέ η χώρα. Απαξιώθηκαν έκτοτε όλες οι συντονιστικές ή εποπτικές αρχές, που έχουν από τη φύση τους κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση κρίσεων και πολιτικών καταστροφών. Ενδεικτική η απουσία της Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, που ήταν η μόνη που θα μπορούσε να συντονίσει ή να διασυνδέσει την Πυροσβεστική, τα δασαρχεία, τη Νομαρχία, τους δήμους, την Τροχαία και την ενημέρωση των πολιτών.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση διαθέτει ελάχιστους πόρους για κατασκευή έργων και βρίσκεται σε μόνιμη συγκρουσιακή σχέση με τα αποδυναμωμένα δασαρχεία. Αδύναμη τις κρίσιμες στιγμές να ενταχθεί στο ανύπαρκτο επιχειρησιακό σχέδιο, αναζητεί σωτηρία μέσω σπαρακτικών εκκλήσεων στην τηλεόραση.

Η τηλεόραση, υπερέχοντας του κράτους, τεχνολογικά και άρα οργανωτικά, το υποκαθιστά τις περισσότερες φορές, προβάλλοντας αυθόρμητα και χωρίς δυνατότητα αξιολόγησης τα αυτοδιοικητικά αιτήματα. Προσχωρούν έτσι παρέα σε έναν ιδιότυπο λαϊκισμό και στη λογική της εξατομικευμένης εξυπηρέτησης, εις βάρος του συλλογικού συμφέροντος, που μόνο η συντονιστική αρχή- αν υπήρχε- θα μπορούσε να εκτιμήσει.

Ο κ. Στ. Κωνσταντινίδης είναι πολιτικός μηχανικός- συγκοινωνιολόγος, πρώην διοικητής ΥΠΑ.