Τον αποκάλεσαν μισογύνη και ίσως να υπάρχει μια δόση αλήθειας αφού στις ταινίες τουΑλφρεντ Χίτσκοκ οι γυναίκες τραβούν τα πάνδεινα. Τις σκοτώνουν με μαχαίρια της κουζίνας ενώ κάνουν ντους. Τις καταδιώκουν πουλιά με απειλητικές διαθέσεις. Τις καταπιέζουν σύζυγοι με τον χειρότερο τρόπο. Πέφτουν από καμπαναριά και γέφυρες. Τρελαίνονται. Προσπαθούν να ξεπεράσουν τραύματα της παιδικής ηλικίας τους. Τις στραγγαλίζουν με γραβάτες. Τις δηλητηριάζουν σταδιακά…
Και ύστερα, αν δεν βρεθούν στη θέση του θύματος, οι γυναίκες του Χίτσκοκ βρίσκονται σε εκείνη του θύτη, κάτι σαν τη μετενσάρκωση του απόλυτου Κακού. Θυμάστε την οικονόμο τηςΤζούντιθ Αντερσονστη «Ρεβέκκα»;
Ηταν όμως μισογύνης; Δύσκολο να το πεις. Εχοντας εντρυφήσει στην καθολική αντίληψη του σεξ και της αμαρτίας, ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, παντρεμένος από το 1926 ως τον θάνατό του, το 1980, με την ίδια γυναίκα, τηνΑλμα Ρεβίλ,ίσως είχε κάποια σεξουαλικά συμπλέγματα. Οι δια θέσεις του όμως για το ασθενές φύλο ήταν μάλλον φετιχιστικές αφού, π.χ., του άρεσε να ντύνει τις πρωταγωνίστριές του, οι οποίες έχουν πάντα μια δυναμική παρουσία στην οθόνη και τις περισσότερες φορές είναι πιο δραστήριες και πιο αποφασιστικές από τους άνδρες.
Προτού καταλήξει στον τύπο της ξανθιάς καλλονής της δεύτερης περιόδου της καριέρας του ο Αλφρεντ Χίτσκοκ είχε βρει την ιδανική ηρωίδα του σε ηθοποιούς όπως ηΜαντλέν Κάρολ(«Τα 39 σκαλοπάτια», «Ο μυστικός πράκτορας»), ηΤζόαν Φοντέν(«Ρεβέκκα», «Υποψίες») και κυρίως ηΙνγκριντ Μπέργκμαν, με την οποία συνεργάστηκε σε δύο από τις καλύτερες ταινίες του, το «Νοτόριους» και τη «Νύχτα αγωνίας». Μια τρίτη ταινία τους, το «Στον αστερισμό του Αιγόκερω», απεδείχθη παταγώδης αποτυχία και ήταν μία από τις αφορμές για την επιστροφή της σουηδής καλλονής στην Ευρώπη για μια νέα καριέρα πλάι στονΡομπέρτο Ροσελίνι. Κάτι που ο Χίτσκοκ δεν της συγχώρεσε ποτέ. Πέρασαν και άλλες γυναίκες από τις ταινίες του, ανάμεσά τους ηΣίλβια Σίντνεϊ,ηΑλίντα Βάλι,ηΑννΤοντ,η Τζέιν Γουάιμαν,ηΣίρλεϊ Μακ Λέινκαι η Τζούλι Αντριους.Καμία όμως δεν προκάλεσε την αίσθηση που προκάλεσαν οι αυθεντικές ξανθιές καλλονές του Χιτς από τη δεκαετία του ΄50 και μετά, αρχιέρεια των οποίων ήταν ηΚιμ Νόβακ στον «Δεσμώτη του ιλίγγου», που από την περασμένη Πέμπτη επαναπροβάλλεται σε νέες κόπιες στις αίθουσες.
Ο ίδιος ο Χίτσκοκ είχε δηλώσει στον Φρανσουά Τρυφόστις περίφημες συνεντεύξεις του (εκδόσεις Υψιλον/Βιβλία): «Στον κινηματογράφο με ενδιαφέρει το σασπένς και σασπένς υπάρχει ακόμη και στο σεξ. Αν το σεξ είναι πολύ φανερό και άμεσο, το σασπένς χάνεται. Γιατί διαλέγω πάντα ξανθές και εξεζητημένες ηθοποιούς; Γιατί αναζητώ κυρίες του καλού κόσμου, αληθινές κυρίες που στο κρεβάτι γίνονται πόρνες; Η φουκαριάρα η Μέριλιν Μονρόε είχε το σεξ γραμμένο σε όλο της το πρόσωπο. Το ίδιο και η Μπριζίτ Μπαρντό. Δεν το βρίσκω καθόλου φίνο. Οι Αγγλίδες, οι Σουηδέζες και οι Βόρειες Γερμανίδες είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις Λατίνες, τις Ιταλίδες και τις Γαλλίδες γιατί δεν διατυμπανίζουν το σεξ. Μια νεαρή Αγγλίδα με αυτό το δασκαλίστικο ύφος που έχουν όλεςείναι ικανή να μπει μαζί σου σε ένα ταξί και χωρίς να το περιμένεις να σου κατεβάσει το φερμουάρ».
ΓΚΡΕΪΣ ΚΕΛΙ
Μάργκοτ Μαίρη Γουέντις,«Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως»/ Λίζα Κάρολ Φρεμόντ, «Σιωπηλός μάρτυρας»/ Φράνσες Στίβενς,«Το κυνήγι του κλέφτη» Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ βρήκε την αγαπημένη του ξανθιά αριστοκράτισσα στο πρόσωπο μιας 24χρονης κοπέλας από τη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβανίας, η οποία μπορούσε να γίνει πειστική τόσο ως θύμα όσο και ως θύτης. Στο «Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως» η ηρωίδα της Γκρέις Κέλι σκοτώνει τον υποψήφιο δολοφόνο της, ενώ στο «Κυνήγι του κλέφτη» η Κέλι υποδύεται μία από τις πιο μυστηριώδεις, περίπλοκες και απρόβλεπτες ηρωίδες της καριέρας της. Μια τρίτη ταινία της με τον Χίτσκοκ (μαζί με την Ινγκριντ Μπέργκμαν η Κέλι ήταν η μόνη γυναίκα πρωταγωνίστρια που έπαιξε σε τρεις ταινίες του) είναι ο «Σιωπηλός μάρτυρας», ταινία που όμως ανήκει κυρίως στον Τζέιμς Στιούαρτ. Οταν «Το κυνήγι του κλέφτη» γυριζόταν στο Μονακό, ο μετρ της αγωνίας έχασε το διαμάντι του. Η Κέλι ερωτεύθηκε τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό, ο οποίος ήθελε να την απομακρύνει από τον κινηματογράφο, όπως και έγινε. Σε αντίθεση με την Μπέργκμαν, την οποία μίσησε όταν τον άφησε για τον Ροσελίνι, ο Χίτσκοκ, ο οποίος εκτιμούσε απεριόριστα την Κέλι, δεν πτοήθηκε. Την προσέγγιζε συνεχώς για νέα πράγματα και εκείνη θα επέστρεφε για λογαριασμό του στη «Μάρνι» αν ο σύζυγός της δεν την εμπόδιζε. Ο Ρενιέ δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δει την πριγκίπισσά του κλέφτρα και ερωμένη τουΣον Κόνερι.Η ειρωνεία είναι ότι το 1982 η απόλυτη μούσα του Χίτσκοκ σκοτώθηκε σε τροχαίο στον ίδιο δρόμο του περίφημου κυνηγητού αυτοκινήτων της ταινίας «Το κυνήγι του κλέφτη»…
ΝΤΟΡΙΣ ΝΤΕΪ
Τζο Μακ Κένα,«Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά» Η Ντόρις Ντέι ήταν η ιδανικότερη επιλογή για τον ρόλο της ξανθιάς και ολίγον τι αφελούς αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο, όπου βλέπει τον γιο της να πέφτει θύμα απαγωγής και παλεύει για την ανεύρεσή του μαζί με τον εξίσου αφελή σύζυγό της (Τζέιμς Στιούαρτ). Δεν είναι βέβαια η «παγωμένη» ξανθιά που αφήνει να εννοηθούν πολλά με το βλέμμα αλλά μπορεί να συμπεριληφθεί στις «χιτσκοκικές» μούσες ως η γυναίκα της διπλανής πόρτας που έχει το μυαλό αλλά και το θάρρος να πέσει στη φωτιά για το αγαπημένο της πρόσωπο. Ο Χίτσκοκ επέλεξε την Ντόρις Ντέι αφού την είδε στην ταινία «Storm warning» (1951), ένα αντιρατσιστικό δράμα όπου η ηθοποιός τα έβαζε με την Κου Κλουξ Κλαν έχοντας στο πλευρό της τονΡόναλντ Ρέιγκαν. Η Ντέι δεν πέρασε καλά στα γυρίσματα του «Ανθρώπου που γνώριζε πολλά». Παραπονούνταν συνεχώς για την υποβάθμιση της ερμηνείας της την ώρα που ο Χίτσκοκ την απέφευγε εξηγώντας της απλώς ότι η ιστορία προείχε. Ωστόσο σε αυτή την ταινία η Ντέι οφείλει μία από τις σημαντικότερες στιγμές της κινηματογραφικής καριέρας της, εκείνη όπου τραγουδά το περίφημο τραγούδι «Whatever Will Βe, Will Βe (Que Sera, Sera)». Το τραγούδι των Ρέι Εβανς- Τζέι Λίβινγκστον έγινε τεράστια επιτυχία και απέσπασε το Οσκαρ καλύτερου τραγουδιού. Η ειρωνεία εδώ είναι ότι στην Ντέι δεν άρεσε το τραγούδι γιατί το θεωρούσε παιδικό!
ΚΙΜ ΝΟΒΑΚ
Μάντλεν Ελστερ/ Τζούντι Μπάρτον,«Ο δεσμώτης του ιλίγγου» Δεν θα μάθουμε ποτέ αν «Ο δεσμώτης του ιλίγγου» θα έκανε τον ίδιο θόρυβο χωρίς την Κιμ Νόβακ στον ρόλο της Μάντλεν/Τζούντι, της τέλειας ίσως «χιτσκοκικής» ηρωίδας. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Αλφρεντ Χίτσκοκ δούλεψε σχεδόν με το ζόρι μαζί της. Δεν την ήθελε για τον ρόλο ακριβώς επειδή πίστευε ότι η Νόβακ είχε αυτό το λαϊκό, «έκδηλο σεξαπίλ» που ο Χίτσκοκ τόσο πολύ απεχθανόταν. Ο ρόλος άλλωστε δόθηκε στην Νόβακ επειδή η πρώτη επιλογή του Χίτσκοκ, ηΒέρα Μάιλς,είχε μείνει έγκυος και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της ταινίας. Η Μάιλς, επαρκής μεν αλλά χωρίς ξεχωριστό χάρισμα ηθοποιός, είχε ήδη συνεργαστεί με τον Χίτσκοκ στο «Δεκατρία εγκλήματα ζητούν ένοχο», και αργότερα θα υποδυόταν την αδελφή τηςΤζάνετ Λι στην «Ψυχώ». Ο Χίτσκοκ ταλαιπώρησε τη Νόβακ στα γυρίσματα του «Δεσμώτη του ιλίγγου». Π.χ., η σκηνή στην οποία βλέπουμε τη Μάντλεν να πέφτει στα νερά της Golden Βridge του Σαν Φρανσίσκο γυρίστηκε πολλές φορές μόνο και μόνο από καπρίτσιο του σκηνοθέτη. Τη δική του μικρή ιστορία έχει επίσης γράψει το περίφημο γκρι ταγέρ της Μαντλέν, το οποίο η Νόβακ απεχθανόταν. Ο Χίτσκοκ και η ενδυματολόγοςΙντιθ Χενττο επέλεξαν ακριβώς επειδή το γκρι χρώμα ήταν τόσο αταίριαστο σε μια ξανθιά γυναίκα. Συν τοις άλλοις, πρόσθεσαν το μαύρο μαντίλι στο λευκό παλτό επειδή έκανε μια τόσο τρανταχτή αντίθεση.
ΕΥΑ ΜΑΡΙ ΣΕΝΤ
Ιβ Κένταλ,«Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων» Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ έδωσε μάχη για να κερδίσει τη σταρ του «Λιμανιού της αγωνίας» (γνωστή και με το παρατσούκλι «Η Ελεν Χέιζ της τηλεόρασης») γιατί η Μetro Goldwyn Μeyer ήθελε διαφορετικού τύπου πρωταγωνίστρια για τον ρόλο της Ιβ Κένταλ στη «Σκιά των τεσσάρων γιγάντων». Μία από τις επιλογές του στούντιο ήταν η χορεύτρια-ηθοποιόςΣιντ Τσαρίς, ενώ ο Κάρι Γκραντ που πρωταγωνιστεί στην ταινία ήθελε στο πλευρό του την εθνική σταρ της Ιταλίας, τηΣοφία Λόρεν. Η Λόρεν επιθυμούσε να παίξει σε ταινία του Χίτσκοκ, για μία ακόμη φορά όμως το έκδηλο σεξαπίλ άφησε αδιάφορο τον Χίτσκοκ που είδε στη Σεντ μια δυναμική αλλά συγχρόνως εύθραυστη γυναίκα.«Με είδε όπως κανένας άλλος δεν με είχε δει ως τότε»δήλωσε αργότερα η Εύα Μαρί Σεντ για τον Χίτσκοκ, ο οποίος της είχε πει ότι ήθελε να την απομακρύνει από τις ταινίες του «νεροχύτη».«Παίζεις σε ταινίες όπου πλένεις τα πιάτα και δείχνεις ανιαρή μέσα στην ποδιά της νοικοκυράς. Το κοινό θέλει να βλέπει τις πρωταγωνίστριές του καλοντυμένες».Πραγματικά, όπως συνήθιζε να κάνει με πολλές μούσες του, ο Χίτσκοκ, έχοντας μείνει δυσαρεστημένος από την γκαρνταρόμπα που είχε επιλέξει το στούντιο για τη Σεντ, πήγε προσωπικά μαζί της στο Βergdorf Goodman και επέλεξε τα ρούχα που η ηθοποιός φορά στην ταινία.
ΤΖΑΝΕΤ ΛΙ
Μάριον Κρέιν,«Ψυχώ» Ως πριν από το «Ψυχώ» ηΤζάνετ Λι,η οποία ξεκίνησε την καριέρα της στα μέσα της δεκαετίας του 1940, σε ηλικία μόλις 19 ετών, είχε βρεθεί στο πλευρό μεγάλων αστέρων της εποχής, από τονΡόμπερτ Μίτσαμ («Τόσα όνειρα στους δρόμους», 1949) και τονΤζον Γουέιν(«Χαλύβδινοι τιτάνες», 1957) ως τονΤζέιμς Στιούαρτ(«Ο τελευταίος ζωντανός», 1952) και φυσικά τονΟρσον Γουέλςστο αριστούργημά του «Ο άρχων του τρόμου» (1958). Ωστόσο η διασημότερη ταινία της φιλμογραφίας της ηθοποιού, η οποία πέθανε το 2004 σε ηλικία 77 ετών, υπήρξε: α) μισή ταινία και β) η κινηματογραφική «ταφόπλακά» της. Μισή γιατί στο «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ η ηρωίδα της Λι, η Μάριον Κρέιν, πεθαίνει στο μέσον του φιλμ. Και ταφόπλακα, γιατί από τότε καμία ηρωίδα σε καμία ταινία της Τζάνετ Λι δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος της εικόνας της Μάριον ενώ σφαγιάζεται μέχρι θανάτου από το μαχαίρι του Αντονι Πέρκινς στην κλασική σκηνή του ντους, η οποία στην εποχή της είχε προκαλέσει σοκ (η Λι ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν μπόρεσε να ξανακάνει ντους μετά από αυτή την ταινία). Οπως αναφέρεται και στο βιβλίο τηςΡsycho: Βehind the scenes in the classic thriller (Ψυχώ:Στα παρασκήνια του κλασικού θρίλερ), ο θρίαμβος που την οδήγησε στις υποψηφιότητες των Οσκαρ (β΄ ρόλου) μετετράπη σε βαριά σκιά.«Τουλάχιστον ο Χίτσκοκ φρόντισε ώστε το νερό στην μπανιέρα να είναι ζεστό…»είχε πει για την εμπειρία της στο ντους.
ΤΙΠΙ ΧΕΝΤΡΕΝ
Μέλανι Ντάνιελς,«Τα πουλιά»/ Μάρνι Εντγκαρ,«Μάρνι» Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ ανακάλυψε τη μητέρα τηςΜέλανι Γκρίφιθσε τηλεοπτικό διαφημιστικό του διαιτητικού αναψυκτικού Sego και της πρότεινε τον ρόλο της Μέλανι στα «Πουλιά», χαρίζοντάς της μάλιστα μια χρυσή καρφίτσα με τρία πουλιά. Ηταν η αρχή μιας από τις πιο ιδιόμορφες και δυσάρεστες ιστορίες που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα σε σκηνοθέτη και σε γυναίκα ηθοποιό. Τα γυρίσματα των «Πουλιών» κύλησαν ομαλά ως λίγο πριν από το τέλος όταν ο Χίτσκοκ χρησιμοποίησε αληθινά πουλιά στη θέση των μηχανικών σε μια δύσκολη σκηνή.«Εδεσαν τα πουλιά με λάστιχα στα χέρια μου»είπε αργότερα η Χέντρεν.«Ενα από αυτά παραλίγο να μου βγάλει το μάτι». Σύμφωνα με τη Χέντρεν, ο Χίτσκοκ την ήθελε για την ταινία επειδή«καμία διάσημη ηθοποιός δεν θα δεχόταν να περάσει από ανάλογες δοκιμασίες».Ο Χίτσκοκ είχε επίσης είχε μια παράξενη εμμονή απέναντί της.«Αρχισα να αισθάνομαι πολύ αμήχανα απέναντί του. Δεν με ενδιέφερε έτσι όπως εκείνος ήθελε να με ενδιαφέρει.Ανοιγε σαμπάνια μόλις τελείωνε κάποιο γύρισμα.Και με παρακολουθούσε διαρκώς».Η Χέντρεν αντιστάθηκε. Στα γυρίσματα της «Μάρνι», έναν χρόνο αργότερα, του είπε ότι ήθελε να σπάσει το συμβόλαιό τους και το ποτήρι ξεχείλισε όταν η Χέντρεν αρνήθηκε να συνεχίσει κοντά του. Παρέμεινε διά συμβολαίου στη Universal λαμβάνοντας 600 δολάρια εβδομαδιαίως χωρίς να της επιτρέπεται να παίξει σε ταινία άλλου σκηνοθέτη. Η σχέση τους δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.



