Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, με τη συστηματική καταπολέμηση και την εμφάνιση του DDT, η ελονοσία, ο δάγκειος και ο κίτρινος πυρετός εξαλείφθηκαν και από τα τελευταία ανεπτυγμένα κράτη, με αποτέλεσμα τα μέτρα για τη συστηματική καταπολέμηση των κουνουπιών σιγά σιγά να ατονήσουν. Τώρα ωστόσο ο κόσμος καλείται να πληρώσει το τίμημα της ανάπτυξης και της αμέλειάς του. Ο κινητικός σύγχρονος τρόπος ζωής, με τα γρήγορα ταξίδια και τις μεταφορές εμπορευμάτων σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, σε συνδυασμό με την κλιματική μεταβολή, ευνοεί τη μετανάστευση των κουνουπιών από χώρα σε χώρα και την ανάπτυξή τους. Βλέπουμε πλέον είδη κουνουπιών να εξαπλώνονται έξω από το θεωρούμενο φυσικό περιβάλλον τους και «εξωτικές» επιδημίες να εμφανίζονται εκτός της ως τώρα γνωστής ακτίνας δράσης τους. Ο ιός του Δυτικού Νείλου έχει κάνει τα τελευταία χρόνια την εμφάνισή του στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Νότια Αμερική ενώ ο σπάνιος πυρετός Chikungunya πήρε διαστάσεις θανατηφόρας επιδημίας στις αρχές του χρόνου στη Μαρτινίκα και στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού. Εξαιτίας του τον περασμένο Απρίλιο τέθηκαν σε επιφυλακή και τα ελληνικά νοσοκομεία. Οπως είχαν τονίσει τότε οι αρμόδιες αρχές, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας – και πράγματι δεν σημειώθηκε κρούσμα στη χώρα μας -, όμως οι σύγχρονες συνθήκες ζωής και το γεγονός ότι το κουνούπι «τίγρης της Ασίας», που αποτελεί φορέα της συγκεκριμένης ασθένειας, έχει εντοπιστεί, έστω και πολύ περιορισμένα, στην Ελλάδα επέβαλαν τη λήψη σχετικών μέτρων. Ο Aedes Albopictus ή «τίγρης της Ασίας», επιθετικός και εν δυνάμει φορέας πολλών ασθενειών, αποτελεί τελευταίως τον πονοκέφαλο των επιστημόνων καθώς είναι αυτή τη στιγμή το ταχύτερα εξαπλούμενο είδος κουνουπιού στον πλανήτη. Αγνωστος ως πριν από 30 ακόμη χρόνια έξω από τις ζούγκλες της Νοτιοανατολικής Ασίας, έχει μεταναστεύσει σήμερα στις αστικές περιοχές και στις πέντε ηπείρους, από τη Νότια Αμερική ως τον Καναδά και την Ευρώπη. H παρουσία του είναι έντονη εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία στην Αλβανία και στην Ιταλία και τελευταίως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελβετία. Στην Ελλάδα εντοπίστηκε για πρώτη φορά πριν από δύο χρόνια στη Θεσπρωτία και στην Κέρκυρα, χωρίς ωστόσο η παρουσία του να είναι ιδιαίτερα αισθητή. Ως σήμερα δεν έχουν διεξαχθεί ολοκληρωμένες μελέτες για τον εντοπισμό του σε όλη τη χώρα, η παρακολούθησή του όμως αποτελεί πλέον προτεραιότητα για τις αρχές και οι αρμόδιοι εξετάζουν την εφαρμογή σχετικού προγράμματος, όπως εξηγεί η κυρία Αννα Σαμανίδου, καθηγήτρια της Εντομολογίας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας. «Είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε ποια είδη κουνουπιών έχουμε» τονίζει »γιατί μόνο έτσι μπορούμε να οργανώσουμε τη σωστή πρόληψη και καταπολέμησή τους».


Τα είδη των κουνουπιών που έχουν καταγραφεί ως σήμερα στην Ελλάδα ανέρχονται, όπως εξηγεί η κυρία Σαμανίδου, στα 57 και κινούνται μέσα στο πλαίσιο των ως τώρα γνωστών ενδημικών ειδών. H ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός έχουν εξαλειφθεί από τη χώρα μας από τη δεκαετία του 1960 και σήμερα δεν είναι γνωστές ασθένειες που να μεταδίδονται από τα κουνούπια μας, όπως επιβεβαιώνει η καθηγήτρια της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας. «Δεν έχουμε κρούσματα από νοσήματα που έχουν σχέση με τα κουνούπια στην Ελλάδα» τονίζει. «Τα παρακολουθούμε ωστόσο πολύ στενά για να τα προλαβαίνουμε».


H παρουσία των κουνουπιών είναι ιδιαίτερα έντονη στη Βόρεια Ελλάδα, όπου παρατηρούνται και οι περισσότερες οργανωμένες πρωτοβουλίες των τοπικών αρχών για την καταπολέμησή τους. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης εφαρμόζει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 στη Θεσσαλονίκη ένα πρόγραμμα καταπολέμησης των κουνουπιών, το οποίο θεωρείται πρότυπο για όλη την Ελλάδα. «H οργανωμένη καταπολέμηση» τονίζει ο κ. Ιωάννης Παντής, καθηγητής του τμήματος Βιολογίας και μέλος της τριμελούς επιστημονικής επιτροπής που ηγείται του προγράμματος, «είναι η μόνη σωστή καταπολέμηση γιατί γίνεται με τρόπους πιο αποτελεσματικούς και λιγότερο βλαβερούς για το περιβάλλον και τους ανθρώπους».


Είναι περισσότερο αποτελεσματική γιατί, όπως εξηγεί, γίνεται στο στάδιο της προνύμφης και όχι αφού τα έντομα ενηλικιωθούν και είναι σε θέση να τσιμπήσουν και να γεννήσουν τα αβγά τους, και λιγότερο επιβλαβής γιατί τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται δεν είναι ισχυρά δηλητήρια και συνήθως διαλύονται στο νερό μέσα σε ένα ως δύο εικοσιτετράωρα.


Ο κ. Παντής τονίζει ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα, το οποίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιτυχημένο, θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει κεντρική πρωτοβουλία από τις κρατικές αρχές. Οργανωμένα προγράμματα για την καταπολέμηση των κουνουπιών εφαρμόζονται πάντως σε ορισμένες νομαρχίες της Βόρειας Ελλάδας, όπως στην Ξάνθη, στην Καβάλα και στις Σέρρες, οι οποίες μάλιστα τον περασμένο Απρίλιο διοργάνωσαν το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της Sove, της διεθνούς Εταιρείας για τους Οικολογικούς Ξενιστές.


Κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τα κουνούπια αποτελούν αυτή τη στιγμή μεγάλη απειλή για την υγεία στον λεγόμενο δυτικό κόσμο – όπως είναι άλλωστε γνωστό, αυτά καθαυτά τα έντομα δεν είναι επικίνδυνα, γίνονται επικίνδυνα μόνο αν μολυνθούν με κάποιο παθογόνο τσιμπώντας κάποιον ο οποίος είναι φορέας του. Παρ’ όλα αυτά αποτελούν σημαντικό πρόβλημα και όχληση για τους κατοίκους πολλών ημιαστικών και αγροτικών κυρίως περιοχών, ακόμη και στα πλέον ανεπτυγμένα κράτη.


Είναι ενδεικτικό ότι σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 49% των κατοίκων της πεδιάδας της Δυτικής Θεσσαλονίκης, όπου υπάρχουν ορυζώνες, αναφέρει τα κουνούπια ως το υπ’ αριθμόν ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα στην περιοχή. Το 98% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι η ύπαρξη των κουνουπιών έχει επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική τους ζωή καθώς, εκτός του ότι απειλούν την υγεία τους, τους εμποδίζουν να βγαίνουν ή να κάθονται έξω το βράδυ, να κοιμηθούν και να εργαστούν και μειώνουν τον αριθμό των επισκεπτών στην περιοχή. Το 80% δήλωσαν άλλωστε ότι ξοδεύουν από 10 ως 20 ευρώ τον μήνα για ατομική προστασία από τα κουνούπια.


Διαπιστώνοντας την επιτυχία του προγράμματος καταπολέμησης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, το 67% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι είναι διατεθειμένοι ακόμη και να πληρώνουν από την τσέπη τους προκειμένου να συνεχιστεί το πρόγραμμα. Περισσότεροι από το μισό όσων αρνούνται να πληρώσουν δεν δίνουν την απάντηση αυτή όχι επειδή δεν θεωρούν απαραίτητη τη συνέχιση του προγράμματος αλλά επειδή πιστεύουν ότι αυτή πρέπει να αποτελεί μέριμνα του κράτους.


Πώς μας μολύνουν τα κουνούπια


Τα κουνούπια τρέφονται με νέκταρ, τα θηλυκά όμως χρειάζονται το αίμα των σπονδυλωτών για την παραγωγή των αβγών τους. Αν το θηλυκό κουνούπι δεν μεταφέρει κάποια ασθένεια, το τσίμπημά του προκαλεί μόνο τις γνωστές – και ενοχλητικές – συνέπειες του οιδήματος και του κνησμού. Αν όμως το έντομο είναι φορέας κάποιου ιού ή παρασίτου τον μεταδίδει με το σάλιο του, μέσω του αίματος, στο θύμα του. Γεγονός είναι ότι τα κουνούπια δεν μολύνονται από όλους τους ιούς και οι ασθένειες που μεταδίδονται από αυτά είναι συγκεκριμένες.


Οταν γεννιούνται, τα περισσότερα κουνούπια δεν είναι φορείς παθογόνων μικροβίων (μόνο κάποιοι σπάνιοι ιοί μεταφέρονται από τη μητέρα στα αβγά). H μόλυνση επέρχεται όταν το θηλυκό έντομο αρχίσει να τσιμπάει άλλα ζώα. Τα θηλυκά κουνούπια «ανιχνεύουν» το θύμα τους με τη βοήθεια χημικών, οπτικών και θερμικών αισθητήρων που έχουν στις κεραίες και στο κεφάλι τους (είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις οσμές – όπως αυτές του διοξειδίου του άνθρακα στην αναπνοή και ορισμένων συστατικών του ιδρώτα – καθώς και στη θερμοκρασία και στην κίνηση). Στη συνέχεια «προσγειώνονται» στο δέρμα, εισάγουν σε αυτό την προβοσκίδα τους και, εκκρίνοντας με το σάλιο τους αντιπηκτικές πρωτεΐνες, αφαιρούν μερικά μικροχιλιοστά αίματος σε ένα-δύο λεπτά.


Αν στο αίμα του «θύματος» υπάρχουν παθογόνα μικρόβια, αυτά περνούν στο κουνούπι και το εποικούν μέσα σε μία ως δύο εβδομάδες, φθάνοντας ως και στους σιελογόνους αδένες. Το κουνούπι είναι πλέον μολυσμένο και μπορεί να μεταδώσει το παθογόνο με κάθε τσίμπημα στην υπόλοιπη ζωή του. Αυτή, ανάλογα με το είδος, μπορεί να διαρκέσει από δέκα ημέρες ως έναν μήνα (και ως πέντε μήνες στα είδη που πέφτουν σε χειμερία νάρκη).


Το οπλοστάσιο της ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ



Μετά τις επιθετικές και καταστρεπτικές για το περιβάλλον και τον άνθρωπο μεθόδους του DDT και των «σκληρών» εντομοκτόνων ο πόλεμος εναντίον των κουνουπιών στην τρίτη χιλιετία βασίζεται κυρίως στον τομέα των πληροφοριών και της γνώσης. Κάθε είδος κουνουπιού έχει διαφορετικές συνήθειες ως προς τον τρόπο διαβίωσης και το περιβάλλον όπου αφήνει τα αβγά του και οι γνώσεις αυτές είναι πολύτιμες για την καταπολέμησή του.


Για τον λόγο αυτόν οι εντομολόγοι συντάσσουν σήμερα λεπτομερείς καταλόγους και χάρτες με τα είδη των κουνουπιών ανά περιοχή. Ανάλογα με το αν κάποιο από αυτά γίνει απειλητικό για τη μετάδοση μιας επιδημίας ή ιδιαίτερα ενοχλητικό για τον άνθρωπο, εφαρμόζουν επιλεκτικά μεθόδους για την εξόντωσή του. H υπόθεση δεν είναι τόσο εύκολη όσο ακούγεται: πολλά είδη – όπως για παράδειγμα αυτά που ανήκουν στο γένος των Ανωφελών – είναι εξαιρετικά πολύπλοκα γιατί περιλαμβάνουν υπο-είδη τα οποία, παρ’ ότι παρουσιάζουν διαφορές στις συνήθειες, δεν διαφέρουν σχεδόν καθόλου στην εμφάνιση.


Οι ειδικοί προτιμούν, όταν έχουν αυτή τη δυνατότητα, να ενεργούν στις προνύμφες, γιατί η εξόντωση είναι πιο αποτελεσματική και απαιτεί λιγότερο επικίνδυνα και επιβλαβή χημικά. Από τα τελευταία όπλα σε αυτή τη μέθοδο είναι το Bti, ένα φυσικό χημικό μόριο το οποίο εξάγεται από ένα βακτήριο. Θεωρείται θαυματουργό και απόλυτα αβλαβές, παρουσιάζει όμως δυσκολίες στην εφαρμογή του και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού.


H αμέσως επόμενη στρατηγική είναι η επίθεση στα ενήλικα έντομα και ο καλύτερος τρόπος θεωρείται η χρήση κουνουπιέρας εμποτισμένης με εντομοκτόνο. Παρ’ ότι η μέθοδος είναι αποτελεσματική, η εφαρμογή της αποδεικνύεται δύσκολη καθώς συναντά – για πολιτισμικούς κυρίως λόγους – την άρνηση σε πολλές χώρες. Επίσης πολλά είδη κουνουπιών αναπτύσσουν αντιστάσεις στα υπάρχοντα εντομοκτόνα και είναι τόσο επιθετικά που μπορούν να σχίσουν τις κουνουπιέρες προκειμένου να φθάσουν στο θύμα τους. Για τον λόγο αυτόν οι επιστήμονες προσπαθούν να αναπτύξουν καινούργιες εντομοκτόνες ενώσεις και, εν αναμονή της εμφάνισής τους στην αγορά, δοκιμάζουν διάφορα «κοκτέιλ» των ήδη υπαρχόντων χημικών.


Αλλες λύσεις που έχουν προταθεί τα τελευταία χρόνια εντάσσονται στον τομέα της Γενετικής. Ορισμένοι ειδικοί εξετάζουν τρόπους για να τροποποιήσουν γενετικά τα κουνούπια ώστε να μην έλκονται από το αίμα των ανθρώπων. Αλλοι στρέφονται προς τη στείρωση των αρσενικών, η οποία ωστόσο παρουσιάζει μεγάλες πρακτικές δυσκολίες καθώς απαιτεί την εκτροφή εκατοντάδων χιλιάδων κουνουπιών, τον αποχωρισμό των θηλυκών από τα αρσενικά και τη στείρωση των τελευταίων με τρόπο ο οποίος να μην απωθεί τα θηλυκά στο ζευγάρωμα. Για τη διευκόλυνση αυτού του φιλόδοξου έργου μια ομάδα επιστημόνων από το Imperial College of Science του Λονδίνου κατόρθωσε να εισαγάγει στο γονιδίωμα των κουνουπιών μια πρωτεΐνη η οποία κάνει τα γεννητικά όργανα των αρσενικών να φωσφορίζουν, διευκολύνοντας τη διαλογή τους.


Πρόσφατα επίσης ερευνητές του φιλανθρωπικού επιστημονικού ιδρύματος Rothamsted Research και του Πανεπιστημίου του Αμπερντίν στη Βρετανία ανακάλυψαν στον ανθρώπινο ιδρώτα ορισμένα χημικά τα οποία απωθούν τα κουνούπια και φιλοδοξούν να αναπτύξουν με αυτά φυσικά εντομοαπωθητικά.


Πώς θα αποφύγετε τα τσιμπήματα


Στις περιοχές που υποφέρουν από μολυσμένα κουνούπια, οι οδηγίες είναι σαφείς:


1. Ο κλιματισμός εξουδετερώνει τα κουνούπια (χωρίς να τα σκοτώνει). Αν κοιμάστε σε δωμάτιο χωρίς κλιματισμό, η καλύτερη προστασία είναι μια εμποτισμένη με εντομοκτόνο κουνουπιέρα, της οποίας τις άκρες θα «πιάσετε» κάτω από το στρώμα.


2. Φοράτε κλειστά παπούτσια και ρούχα που καλύπτουν τα μπράτσα και τις γάμπες, σφιγμένα στους καρπούς και τους αστραγάλους.


3. Χρησιμοποιήστε εντομοαπωθητικά που εφαρμόζονται στο δέρμα. Το πιο αποτελεσματικό είναι το DEET (ΝΝ-diethyl-meta-toluamide), το οποίο όμως σε υψηλές συγκεντρώσεις και παρατεταμένη χρήση μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς στο δέρμα και άλλες βλάβες. Προτιμήστε το σε συγκεντρώσεις ως 15%, οι οποίες ενδείκνυνται και για τα παιδιά και τις εγκύους. Αποτελεσματικά θεωρούνται επίσης το 3535, το έλαιο ευκαλύπτου και το έλαιο σιτρονέλας.


4. Ραντίστε τα ρούχα σας με εντομοκτόνο ή εντομοαπωθητικό προτού τα φορέσετε για να βγείτε έξω.


5. Ο ιδρώτας και τα αρώματα προσελκύουν τα έντομα και διαλύουν τα εντομοαπωθητικά. Μόνο τα αντηλιακά δεν επηρεάζουν τη δράση τους.


Πώς θα ανακουφιστείτε από τα τσιμπήματα


Αν σας τσιμπήσει κουνούπι, πλύνετε την περιοχή του τσιμπήματος με νερό και απαλό σαπούνι. Προσπαθήστε να μην ξύνεστε. Αν θέλετε μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάποια λοσιόν ή αλοιφή που ανακουφίζει τη φαγούρα. Δεν χρειάζεται να δείτε γιατρό παρά μόνο στην περίπτωση που νιώθετε ζάλη ή ναυτία, συμπτώματα τα οποία σημαίνουν ότι ίσως έχετε κάποια αλλεργική αντίδραση στο τσίμπημα.