«Από το πρωί της Κυριακής γνωρίζαμε σχεδόν με βεβαιότητα τον δράστη. Οι πληροφορίες που πήραμε εξαρχής από τοπικούς παράγοντες ως προς τα πιθανά κίνητρα των δραστών ήταν κατατοπιστικές. Παράλληλα μας βοήθησαν με τους συγγενείς των θυμάτων, κατόρθωσαν να κατευνάσουν τη δίκαιη οργή τους και να αποτραπεί εγκαίρως και ο παραμικρός κίνδυνος νέας αυτοδικίας για αντεκδίκηση». Είναι οι εκμυστηρεύσεις στο «Βήμα της Κυριακής» υψηλόβαθμου αξιωματικού της ΕΛ.ΑΣ. ο οποίος διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στην εξιχνίαση του πενταπλού εγκλήματος στα Καλύβια και αποκαλύπτει σήμερα το άγνωστο παρασκήνιο της υπόθεσης. Ο ανώτατος αξιωματικός εξηγεί ότι «από την πρώτη στιγμή γελούσαμε με τα σενάρια περί κινήσεων λαθρεμπόρων ή περί δράσης ενός άγνωστου καρτέλ στους έρημους αγροτικούς δρόμους που δεν θέλησε να αφήσει μάρτυρες της παράνομης δραστηριότητάς του». Αντίθετα με όσα λέγονταν, «διερευνήσαμε αν υπήρχε σε εκκρεμότητα στην περιοχή ζήτημα τιμής ή κάποιος μη δηλωμένος βιασμός. Αυτά τα ενδεχόμενα αποκλείστηκαν γρήγορα και αρχίσαμε να ψάχνουμε τα κτηματικά ζητήματα και τις πιθανές αντιπαραθέσεις βοσκών με κυνηγούς αφού έχουμε πολλά κρούσματα βίας στην περιοχή. Συνεκτιμήσαμε την υπόθεση δολοφονίας του δημάρχου Βόνιτσας, η οποία έγινε για τέτοιου είδους ζητήματα, αλλά και των επεισοδίων στον Δήμο Μεσολογγίου με αφορμή την επέκταση του σχεδίου πόλης. Ηταν πλέον όλα θέμα ωρών…».


Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία που έρχονται σήμερα στο φως, ορισμένοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. οι οποίοι συμμετείχαν στις έρευνες έχουν εκφράσει υπηρεσιακά την εκτίμηση ότι «το έγκλημα εκτυλίχθηκε χρονικά με διαφορετική σειρά από αυτήν που έχει επισήμως εμφανιστεί». Πρώτα, λένε, δολοφονήθηκε ο 17χρονος Αλέξης Νικολόπουλος από τον Διονύση Φούκα και ακολούθως ο δολοφόνος επιτέθηκε στους υπολοίπους.


Από τον τρόπο που ήταν χτυπημένα και αφημένα τα θύματα του πενταπλού φονικού οι αστυνομικοί κατάλαβαν ότι πρόκειται για πράξη εκδίκησης και ανταπόδοσης από έναν ή δύο δράστες σε κατάσταση οργής και εγκληματικού μένους. Ηταν φανερό για τους αστυνομικούς ότι επρόκειτο για την αιματηρή κατάληξη ενός διαπληκτισμού και γι’ αυτό ξεκίνησαν να αναζητούν το κίνητρο σε κάποια «τοπική διένεξη».


Από το βράδυ του Σαββάτου και το πρωί της Κυριακής η περιοχή των Καλυβίων άρχισε να κατακλύζεται από εκπροσώπους δεκάδων ΜΜΕ. Ορισμένοι άρχισαν να λένε ότι «ίσως οι άτυχοι κυνηγοί να έπεσαν πάνω σε αλισιβερίσι λαθρεμπόρων που χρησιμοποιούσαν τους αγροτικούς δρόμους των Καλυβίων για να αποφύγουν τα μπλόκα της ΕΛ.ΑΣ. στον εθνικό δρόμο Ιωαννίνων – Αντιρρίου».


Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση κατοίκου της περιοχής, του… Λάκη του ταπετσιέρη, που του άρεσε πάντα να λέει ιστορίες στα καφενεία και για μια φορά βρήκε την ευκαιρία της ζωής του να απευθυνθεί σε μεγαλύτερο ακροατήριο. Μίλησε σε κάθε ανοικτό μικρόφωνο για να «αποκαλύψει»: «Εκεί όπου σκοτώθηκαν τα παιδιά γινόταν χαμός από κακοποιούς. Τους είδαν οι κυνηγοί και αναγκάστηκαν να τους καθαρίσουν…».


Οι… πληροφορίες δεν ήταν παρά φαντασίες. Οι αξιωματικοί της Αστυνομίας είναι σαφείς. «Αν λέμε ότι οι λαθρέμποροι έκοβαν από τα χωράφια των Καλυβίων δρόμο για να αποφύγουν τα μπλόκα στον δρόμο Αγρινίου – Αντιρρίου, είναι σαν να λέμε ότι τριγυρνούν σε χωματόδρομους στον Σχινιά για να αποφύγουν ελέγχους στην εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας. Για τέτοιες αποστάσεις μιλάμε. Εξάλλου αν οι κακοποιοί σκότωναν… έτσι μαζικά τους αυτόπτες μάρτυρες κάποιων παρανομιών, θα είχαμε κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Οσες φορές έχει διατυπωθεί το σενάριο ότι κάποιοι δολοφονήθηκαν γιατί είδαν μια παράνομη πράξη, έχει αποδειχθεί τελικά εξωπραγματικό. Ανοησία…».


Ο γενικός επιθεωρητής Νότιας Ελλάδας υποστράτηγος της ΕΛ.ΑΣ. κ. Β. Τσιατούρας και ο επιθεωρητής Δυτικής Ελλάδας κ. Δ. Μπουλούκος μαζί με τους τοπικούς αξιωματικούς συναντήθηκαν με τοπικούς παράγοντες αναζητώντας πληροφορίες για προβλήματα με τα κτήματα και τους βοσκούς. Η απάντηση ήταν καταφατική. Μάλιστα δήμαρχος της περιοχής επέμεινε: «Οσο και αν φαίνεται απίστευτο, σωστά αναζητούν εκεί το κίνητρο του άγριου φόνου. Σε πολλές περιοχές η κατάσταση με τους βοσκούς και τους κυνηγούς είναι άγρια».


Οι αστυνομικοί του Αγρινίου αντιλήφθηκαν το «βουκολικό» κίνητρο της εν ψυχρώ εκτέλεσης μιλώντας με συνάδελφό τους που γνωρίζει καλά την περιοχή και τις ιδιαιτερότητές της. Εμαθαν έτσι «γιατί θύμωναν οι κτηνοτρόφοι», «πότε δεν πρέπει να πατιέται το τριφύλλι», «πότε τρομάζουν και αποβάλλουν οι προβατίνες», «πώς τα κυνηγόσκυλα κυνηγούν τις κατσίκες» κ.ο.κ.


Η ΕΛ.ΑΣ. απηύθυνε έκκληση προς τους κατοίκους της περιοχής αναζητώντας πληροφορίες για τους δράστες. Οπως όμως λένε οι αστυνομικοί, «δεν χτύπησε σχεδόν κανένα τηλέφωνο, καμία ανταπόκριση…».


Από το βράδυ του Σαββάτου οι αστυνομικοί εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε τέσσερις βοσκούς που έχουν κοπάδια και υπενοικιασμένες εκτάσεις στην περιοχή. Γρήγορα οι τρεις – ανάμεσά τους ένας έμπορος φρούτων και ένας συγγενής γνωστού ποδοσφαιριστή της Α´ Εθνικής – αποκλείστηκαν. Η έρευνα εστιάστηκε από το πρωί της Κυριακής στην οικογένεια Φούκα που είχε απασχολήσει και στο παρελθόν την Αστυνομία.


Ο φόνος έγινε στο κτήμα τους και εκείνοι όχι μόνο απέφευγαν να επικοινωνήσουν με τους αστυνομικούς αλλά δεν πήγαν επί δύο ημέρες να μαζέψουν τα πρόβατά τους που έβοσκαν δίπλα από τα πτώματα.


Οπως ανέφερε αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. που υπηρέτησε επί σειρά ετών στην περιοχή – τώρα υπηρετεί στη Θεσσαλία -, «ο 73χρονος Λυσίμαχος Φούκας μας είχε απασχολήσει από το 1981, όταν είχε ρίξει άσκοπους πυροβολισμούς στα Καλύβια σε συγκέντρωση βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Τότε τον είχαν απειλήσει με μηνύσεις στελέχη του ΠαΣοΚ. Ο Λυσίμαχος ήταν πάντα οξύθυμος και είχε δημιουργήσει επεισόδια για ζητήματα βοσκοτόπων. Ο Νιόνιος, όπως τον φώναζαν οι συχωριανοί του, ο γιος του, ήταν ήσυχο παιδί και δεν μας είχε απασχολήσει ποτέ. Ολη η οικογένεια Φούκα όμως ήταν τα τελευταία χρόνια υπό την επιτήρησή μας…».


Συγγενείς των δραστών του πενταπλού φονικού είχαν συλληφθεί τον Οκτώβριο του 1986 για συμμετοχή στη δραστηριότητα του Βαγγέλη Ρωχάμη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι μέλος της οικογενείας Φούκα είχε κατηγορηθεί τότε για ένοπλες επιθέσεις μέχρι και κατά τοπικών αστυνομικών τμημάτων. Μάλιστα μέλος της ίδιας συμμορίας ήταν ο 43χρονος Ιωάννης Κουτελιέρης που δολοφονήθηκε τον περασμένο Αύγουστο στο Περιστέρι, ένα έγκλημα που αποδίδεται στον αλβανό κακοποιό Αλκέτ Ριζάι. Αξιοσημείωτο είναι ότι και το 1986 στην έρευνα για τη δραστηριότητα μελών της οικογενείας Φούκα στα Καλύβια συμμετείχε πάλι ο στρατηγός Βασίλης Τσιατούρας, τότε χαμηλόβαθμος αξιωματικός της Ασφάλειας Αττικής.


Το μεσημέρι της Κυριακής πολλοί αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. άρχισαν αναγκαστικά να βλέπουν τηλεόραση. Παρακολουθούσαν τις δηλώσεις μελών της οικογενείας Φούκα στους τηλεοπτικούς σταθμούς για το «πού βρίσκονταν την ώρα του φόνου» και «αν άκουσαν τους πυροβολισμούς». Ο ένας έλεγε ότι έβλεπε στην τηλεόραση ταινία με τον… Κούρκουλο και ο άλλος ότι ήταν στο καφενείο. Οι αστυνομικοί βρήκαν την ώρα προβολής της ταινίας του γνωστού ηθοποιού και καταγράφοντας τα ενώπιον καμερών άλλοθι που εμφάνιζαν οι δράστες διαπίστωσαν ότι ήταν αλληλοσυγκρουόμενα. Κάτοικος της περιοχής ειδοποίησε τότε την Αστυνομία ότι «λίγη ώρα πριν από τους φόνους είχα ειδοποιήσει τον Λυσίμαχο και τον Νιόνιο για τους πέντε κυνηγούς που ήταν στα χωράφια τους». Σχεδόν την ίδια ώρα οι αστυνομικοί μάθαιναν από τα Εγκληματολογικά Εργαστήρια ότι «οι άτυχοι κυνηγοί πυροβολήθηκαν από μια καραμπίνα».


Πλέον ο κύβος είχε ριφθεί στο… χωράφι της οικογενείας Φούκα. Οι αστυνομικοί συγκέντρωναν καταθέσεις και περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνουν έρευνα στην κατοικία του Λυσίμαχου Φούκα και να προσαγάγουν αυτόν και τον γιο του. Το βράδυ της Κυριακής είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και η ομολογία των δραστών ήταν θέμα χρόνου…


έμπειρα χέρια χειρίστηκαν την υπόθεση


Οταν εντοπίστηκαν το απόγευμα του Σαββάτου τα πτώματα των πέντε κυνηγών, έσπευσαν επί τόπου δύο ιδιαίτερα έμπειροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ.: ο γενικός επιθεωρητής Νότιας Ελλάδος, ο 53χρονος υποστράτηγος Βασίλης Τσιατούρας, ο οποίος είχε χειρισθεί ως προϊστάμενος του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής την υπόθεση του «συνδικάτου των εκτελεστών», σειρά απαγωγών οι οποίες είχαν πάντα αίσιο τέλος, ενώ ήταν ο βασικός χειριστής της λεωφορειοπειρατίας στον Γέρακα πριν από περίπου δύο χρόνια· επί σειρά ετών διετέλεσε επίσης προϊστάμενος των αδιάφθορων της ΕΛ.ΑΣ. Και ο 49 χρονος επιθεωρητής Δυτικής Ελλάδας Δημήτρης Μπουλούκος, ο οποίος υπηρέτησε για πολλά χρόνια διοικητής στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας. Ο κ. Μπουλούκος ως αξιωματικός της Ασφάλειας Αττικής είχε προχωρήσει προ τριετίας στη σύλληψη του επικίνδυνου αλβανού κακοποιού Αλκέτ Ριζάι (απέδρασε το προηγούμενο καλοκαίρι με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού και συνελήφθη τον Σεπτέμβριο στη Βοιωτία), ενώ εξιχνίασε εγκλήματα της μαφίας της Ηλιούπολης.