Η περιπέτεια του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών, η οποία ταλαιπωρεί επικινδύνως την κοινοβουλευτική μας ζωή, φέρνει στο φως τα θεσμικά και πολιτικά απόνερα δύο κακοδαιμονιών: της κακοδαιμονίας που αφορά αυτό τούτο το ασυμβίβαστο· και εκείνης που αναδεικνύει το μέγεθος της προχειρότητας με την οποία έγινε η πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος.


Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών έχει πολιτικώς τις εξής παρενέργειες: οδηγεί, πρώτον, στη σταδιακή διαμόρφωση πολιτικών οι οποίοι ουδέν άλλο επάγγελμα έχουν ασκήσει πλην εκείνου της πολιτικής – αν η πολιτική νοείται ως επάγγελμα. Δηλαδή διαμορφώνονται πολιτικοί οι οποίοι καλούνται να αποφασίζουν για πράγματα που μόνον θεωρητικώς τα γνωρίζουν! Αλλά και, δεύτερον, το ασυμβίβαστο συνιστά αξεπέραστο σχεδόν ανάχωμα που εμποδίζει την είσοδο στην πολιτική ανθρώπων με επαγγελματική και κοινωνική καταξίωση. Αρα είναι ο προθάλαμος της μετριότητας και της μιζέριας της πολιτικής μας ζωής.


Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το εν λόγω ασυμβίβαστο αποτελεί πρόσθετη απόδειξη για την προχειρότητα και την ανευθυνότητα με τις οποίες έγινε (κατά κανόνα: διακομματικά!) η πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος. Είναι γεγονός ότι το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών ετέθη ως διάταξη στο Σύνταγμα την τελευταία – κυριολεκτικώς – στιγμή, στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης, αφού παρεκάμφθη προκλητικώς η πρώτη και προφανώς ξεγελάστηκαν οι βουλευτές ώστε να εγκρίνουν με πλειοψηφία άνω των 180 την αναθεώρηση του άρθρου 57, έτσι ώστε να εισαχθεί στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης το ασυμβίβαστο μόνο με την απλή πλειοψηφία επί του όλου αριθμού των βουλευτών. Γι’ αυτό άλλωστε η δομή του άρθρου 57 είναι τραγελαφική, πρωτοφανές δείγμα νομικής και πολιτικής ανευθυνότητας: η διατύπωσή του ξεκινά με τα κατ’ εξαίρεση ασυμβίβαστα για τον βουλευτή – αφού αρχικώς η άσκηση επαγγέλματος δεν εθεωρείτο απαγορευμένη αλλά επιτρεπτή με συγκεκριμένες εξαιρέσεις – για να προστεθεί εν συνεχεία το απόλυτο ασυμβίβαστο!


Αλλά ατυχώς δεν είναι τούτο το μόνο δείγμα της προχειρότητας που επεκράτησε κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Παντελώς αόριστες και νομικώς άχρηστες ουσιαστικά έννοιες, όπως «κοινωνία της πληροφορίας» (άρθρο 5α) ή «κοινωνικό κράτος δικαίου» (άρθρο 25), δείχνουν την αγωνία αυτών που επεχείρησαν μέσα από έναν ακατάσχετο νομικό βερμπαλισμό να συγκαλύψουν την έλλειψη πολιτικής φαντασίας και τόλμης κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Οπως επίσης η εμμονή στα αμιγώς δημοσίου δικαίου ΑΕΙ και η απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών, ακόμη και μη κερδοσκοπικών, φανερώνει ότι οι υπεύθυνοι της αναθεώρησης του Συντάγματος αγνοούσαν τις ανάγκες της κοινωνίας και ανέχθηκαν την κερδοσκοπία της πανεπιστημιακής παραπαιδείας. Οπως, τέλος, οι μεσοβέζικες και υποκριτικές ρυθμίσεις του άρθρου 24 που «κλείνουν το μάτι» πονηρά και με νόημα στους διαχρονικούς καταπατητές δασών και δασικών εκτάσεων, οι οποίοι περιμένουν τώρα τον σχετικό εκτελεστικό νόμο για να νομιμοποιήσουν τις παντοειδείς παρανομίες τους.


Τελικώς η θεσμική και πολιτική καθιέρωση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών – μαζί με τα άλλα δείγματα της προχειρότητας με την οποία έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος – ένα πράγμα επιβεβαιώνει: ότι η λογική του ασυμβιβάστου αυτού και των επιπτώσεών του είναι ασύμβατη με τις απαιτήσεις της κοινωνίας.


Υπάρχει θεραπεία; Επειδή ως γνωστόν ο τρώσας και ιάσεται, στη Βουλή των Ελλήνων εναπόκειται να ψηφίσει θεραπευτικούς νόμους τους οποίους με τη σειρά τους τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας θα ερμηνεύσουν με ευρύ, σύγχρονο και ασφαλώς δημοκρατικό πνεύμα.