Τρεις ξένοι καλλιτέχνες ήρθαν αυτόν τον μήνα την Αθήνα.
Ο γερμανός συνθέτης και σκηνοθέτης Χάινερ Γκέμπελς για την παράσταση του έργου του «Εργοτάξιο Σλήμαν», που παίζεται στο θέατρο «Θησείον».
Ο πολωνός ηθοποιός Ντανιέλ Ολμπρίτσκι που σκηνοθετεί το έργο «Λαχτάρα για κεράσια», το οποίο θα παρουσιασθεί μέσα σε ένα βαγόνι στο Ρουφ.
Ο ρώσος συγγραφέας Αλεξάντρ Γκέλμαν για το έργο του «Και τώρα οι δυο μας», που ανεβάζει ο Γιώργος Κιμούλης στο θέατρο «Πόρτα».
Ο καθένας τους μιλάει για την τέχνη και τη ζωή του.
Εχει έναν διαβολικό χαρακτήρα”, είχε πει για μένα ο Αντρέι Βάιντα όταν με διάλεξε για να παίξω στις “Στάχτες”», λέει σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο πολωνός ηθοποιός Ντανιέλ Ολμπρίτσκι. Ο Ολμπρίνσκι βρίσκεται για έβδομη φορά στην Αθήνα, όχι για να γυρίσει ταινία (όπως έκανε δύο φορές στο παρελθόν για τις ταινίες του Χριστόφορου Χριστοφή και του Κώστα Ζηρίνη) ούτε για διακοπές: θα σκηνοθετήσει το έργο της συμπατριώτισσάς του Αγκνιέσκα Οσέτσκα «Λαχτάρα για κεράσια» που ανεβάζει η Τατιάνα Λύγαρη με την καλλιτεχνική εταιρεία «Αξάνα».
«Ο Βάιντα είχε ακούσει για μένα, γι’ αυτό και ήρθε στη σχολή όπου τότε σπούδαζα. Ισως γιατί εγώ δεν χαμήλωσα τα μάτια όταν με κοίταξε, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι συμφοιτητές μου. Και έτσι έγινε η αρχή. Ακολούθησε μια σειρά ρόλοι σε ταινίες του Βάιντα, που αποτελούσαν μετεξέλιξη του αρχικού μου ρόλου. Τελικά σήμερα μπορώ να πω ότι ήμουν φτιαγμένος γι’ αυτή τη δουλειά, με όλα μου τα κόμπλεξ, τα ελαττώματα και τα προτερήματα, με τα όνειρά μου και τις φιλοδοξίες μου. Ο,τι έκανα με βοήθησε. Ημουν όμως και πολύ τυχερός. Γνώρισα νωρίς τον Βάιντα και βρήκα από την αρχή τον στόχο μου. Και έτσι από τα 19 μου χρόνια βρέθηκα στην Κρουαζέτ, στις Κάννες, να κάθομαι δίπλα στη Σοφία Λόρεν και στην Κατρίν Ντενέβ. Μιλούσα βέβαια γαλλικά από μικρός αλλά με ακολουθούσε πάντα αυτή η προφορά».
Δραστήριος και πολυάσχολος ο Ολμπρίτσκι μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας του Νικίτα Μιχάλκοφ με τίτλο «Ο κουρέας της Σιβηρίας», όπου πρωταγωνιστεί μαζί με την Τζούλια Ορμοντ και τον Ρίτσαρντ Χάρις. Παίζει επίσης στην έβδομη από τις επτά ιστορίες της ταινίας του Κριστόφ Ζανούσι «Ιστορίες του Σαββατοκύριακου», ενώ ετοιμάζεται να ανεβεί στο σανίδι της Βαρσοβίας και να ερμηνεύσει έναν ρόλο από το κλασικό πολωνικό ρεπερτόριο. Παράλληλα σκηνοθετεί στην Αθήνα και όταν γυρίσει πίσω θα μπει στα στούντιο για να γυρίσει μια τηλεοπτική σειρά. Στα 52 του χρόνια ο γοητευτικός πρωταγωνιστής του Βάιντα γυμνάζεται συστηματικά και ταξιδεύει. Εχει τρία παιδιά από τρεις γυναίκες (συζύγους και μη) και δύο εγγόνια. Εχει γράψει δύο αυτοβιογραφικά βιβλία, ενώ σκοπεύει σύντομα να γράψει και την τρίτη συνέχεια της αυτοβιογραφίας του.
Αν και ονειρευόταν να γίνει πρωταθλητής και μάλιστα ολυμπιονίκης, ο πολωνός ηθοποιός παραδέχεται ότι από μικρός αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν να γίνει διάσημος, να ξεχωρίσει. «Ηθελα να είμαι “κάποιος”. Και αυτό ήταν που με τράβηξε και στον αθλητισμό. Ποτέ ως τώρα όμως δεν είπα στον εαυτό μου ότι έγινα “κάποιος”. Αν το είχα πει θα είχα ήδη επιστρέψει στο χωριό μου και όλα θα είχαν τελειώσει για μένα». Αν και δεν μετάνιωσε για τον δρόμο που διάλεξε, θα ήθελε να έχει «ένα χρυσό μετάλλιο από Ολυμπιακούς Αγώνες». Σπούδασε στη Βαρσοβία λογοτεχνία, μουσική, θέατρο και όλα τελικά των οδήγησαν στο να γίνει ηθοποιός. «Πολλές επιλογές μας τις καθορίζει όμως και η τύχη», συμπληρώνει, για να να αναφερθεί και πάλι στην τύχη που τον έφερε μπροστά στον Βάιντα. «Ετσι έμαθα να μπορώ να παίζω όλους τους ρόλους. Τους κλασικούς ήρωες αλλά και εκείνους της διπλανής πόρτας. Ολα λειτούργησαν υπέρ του ηθοποιού μέσα μου».
«Ο πόλεμος με άγγιξε», λέει ο Ολμπρίτσκι, «αφού τότε ήμουν στην κοιλιά της μάνας μου. Γεννήθηκα ακριβώς στο μεταίχμιο, το 1945, στην κατεστραμμένη από τους Γερμανούς και τον πόλεμο Πολωνία και έζησα στο κομμουνιστικό καθεστώς που επέβαλαν οι Ρώσοι στην πατρίδα μου». Λυπάται όμως που η Πολωνία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βγήκε τόσο συμπαγής ως χώρα: «Μου άρεσε η διαφορετικότητα του παρελθόντος. Και είμαι υπερήφανος για την πατρίδα μου. Ισως να ήταν πιο δημοκρατική από ό,τι έπρεπε και το πλήρωσε. Το πληρώσαμε όμως και εμείς». Ο ίδιος πιστεύει ότι όλες αυτές οι εμπειρίες, καλές και κακές, συνέβαλαν στις επιλογές του. «Οι γονείς μου με κράτησαν σε επαφή με κάθε μορφή τέχνης και αντίστασης. Εμαθα τι θα πει δημοκρατία, έμαθα την ιστορία, όχι όπως μας την έλεγαν στο σχολείο, που ήταν όλα ψέματα. Γνώρισα τον ολοκληρωτισμό, τον κομμουνισμό. Εμαθα τι γίνεται γύρω μου».
Η γιαγιά του μαζί με τη μητέρα του τον μεγάλωσαν στην εξοχή. Ο πατέρας του παρέμεινε στη Βαρσοβία. «Η μητέρα μου ήταν δασκάλα και γενικότερα έγραφε και εκείνη όπως και ο πατέρας μου. Στο χωριό όπου ζούσαμε η μητέρα μου είχε φτιάξει ένα θέατρο για τα παιδιά και έτσι εγώ μπολιάστηκα νωρίς με το θέατρο, χωρίς να το καταλάβω. Την αντίσταση την έμαθα και από τη γιαγιά μου όταν μια μέρα γύρισα στο σπίτι με ένα μετάλλιο που είχε σκαλισμένη τη μορφή του Στάλιν. Εφαγα το πρώτο μου χαστούκι τότε. Δεν ήξερα όμως. Ημουν δέκα χρονών. Μετά κατάλαβα. Οπως και αργότερα, όταν ο αδελφός μου έφερε στο σπίτι τα έργα του Στάλιν, ως βραβείο από το σχολείο. Η μόνη χρήση τους στο σπίτι μας ήταν για… χαρτί τουαλέτας. Ομως εγώ προτού τα… χρησιμοποιήσω, τα διάβαζα και είχα μείνει κατάπληκτος με την καθαρότητα του λόγου του. Πώς μπορούσε να σε πείσει…». Στην Αθήνα τον κάλεσε η Τατιάνα Λύγαρη, που του πρότεινε να σκηνοθετήσει το έργο της σύγχρονης πολωνέζας συγγραφέως Αγκνιέσκα Οσέτσκα (η οποία πέθανε τον περασμένο Μάρτιο) «Λαχτάρα για κεράσια». «Για μένα ήταν κάτι σαν θέλημα Θεού, σαν θέλημα της μοίρας. Γιατί τη γνώριζα την Αγκνιέσκα και ένιωσα ότι στην κατάλληλη στιγμή μού ζητήθηκε να σκηνοθετήσω ένα έργο της και μάλιστα από μια Ελληνίδα. Είναι η πρώτη μου επαγγελματική σκηνοθεσία και ίσως έτσι κάνω μιαν αρχή».
Το έργο, που θα αναβεί τον επόμενο μήνα στην Αθήνα, διαδραματίζεται μέσα σε ένα βαγόνι τραίνου. Μαζί με την Τατιάνα Λύγαρη παίζει ο Ανδρέας Νάτσιος. Μετάφραση Ηρώ Μαυροειδή, σκηνικά Λέα Κούση, κοστούμια Ντόρα Λελούδα, σύνθεση μουσική Μηνάς Αλεξιάδης, πόδοση στίχων Αφροδίτη Μάνου, φωτισμοί του Ανδρέα Σινάνου, ενώ βοηθός σκηνοθέτη Ιωάννα Μιχαλακοπούλου. Οι παραστάσεις θα γίνονται μέσα σε ένα βαγόνι τρένου, στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ρουφ με τη συμπαράσταση του ΟΣΕ και του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ενωσης).



