Η αρχιτεκτονική ποιητική γραφή που συγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά το δεύτερο τέταρτο του αιώνα αποτελεί κρίσιμη σελίδα στην ιστορία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Οι σχεδιαστικές αναζητήσεις ­ και οι εν μέρει υλοποιήσεις τους ­ σε χώρες όπως η Ιταλία, η Αυστρία, η Γερμανία, αποτελούν σημαντική εκδοχή αυτού το οποίο, μάλλον εσπευσμένα, ονομάστηκε από τους προπαγανδιστές του «μοντέρνο κίνημα». Ιδιαίτερα, η εποποιία του ιταλικού ρασιοναλισμού, κατά την περίοδο της φασιστικής Εικοσαετίας (1922-1943), συνέβαλε αποφασιστικά στον προσδιορισμό των καλυτέρων φθόγγων του νεωτεριστικού λεξιλογίου, ειδικώς για τα ζητήματα τα οποία αφορούν ευθέως τον αστικό σχεδιασμό.


Οι ιδεολογικές και πολιτισμικές συντεταγμένες του, καθώς και ο νέος ρόλος για τον οποίο προορίζονται οι αρχιτέκτονες στη διαδικασία σχεδιασμού των νέων πόλεων ή σε εκείνη της ανάπλασης ορισμένων τμημάτων των ιστορικών, μπορούν να συνοψιστούν στα λόγια ενός των σημαντικοτέρων διανοουμένων της περιόδου, του Massimo Bontempelli, ο οποίος τον Αύγουστο του 1933, ένα μόλις μήνα μετά το 4ο Συνέδριο των CIAM (Διεθνή Συνέδρια Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής) στην Αθήνα, έγραφε: «Ο σημερινός αρχιτέκτων δεν είναι ο κατασκευαστής μιας κατοικίας· η μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι ο δρόμος, η συνοικία, η πόλη. Με τη σειρά τους, ένας δρόμος, μια συνοικία, μια πόλη δεν είναι το αριθμητικό άθροισμα των κατοικιών που τη συγκροτούν. (…) Η μοντέρνα αρχιτεκτονική δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως αρχιτεκτονική της πόλης. (…) Το ζήτημα της αρχιτεκτονικής πρέπει να θεωρηθεί πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή, εν τέλει, πρόβλημα ηθικό».


Παρ’ όλο που έχει στο ενεργητικό του αξιόλογες υλοποιήσεις ­ μεμονωμένα κτίρια, οικοδομικά συγκροτήματα, αναπλασμένα αστικά τμήματα, νέες πόλεις μικρού ή μεσαίου μεγέθους ­ ο ιταλικός ρασιοναλισμός, δηλαδή η σχεδιαστική εμπειρία του, μεταπολεμικώς εστάλη κατευθείαν στα αζήτητα· κυρίως, αν όχι και αποκλειστικώς, λόγω ηθοπλαστικών συμπλεγμάτων πολιτικού χαρακτήρα, δηλαδή για προφανείς λόγους κομματικής προπαγάνδας. Η νέα κυρίαρχη πολιτική τάξη, επιδιώκοντας δημοκρατικά εύσημα και την απαλλαγή σε όλα τα επίπεδα από το πρόσφατο «αμαρτωλό» παρελθόν της (και, ασφαλώς, το επίπεδο από το οποίο απηλλάγη σε μικρότερο βαθμό ήταν, ακριβώς, το πολιτικό ­ όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία), προέκρινε τον σχεδιασμό και την οικοδόμηση της (χριστιανο)δημοκρατικής πόλης. Μια πόλη η οποία, δήθεν στο όνομα του φιλελευθερισμού και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, διακρίνεται από την έλλειψη οιασδήποτε αρχιτεκτονικής στρατηγικής (υιοθέτηση, λ.χ., ενός πολεοδομικού σχεδιασμού με όρους αρχιτεκτονικής σύνθεσης), την τσιμεντοποίηση των πάντων, τη μία μετά την άλλη νομιμοποίηση της αυθαίρετης δόμησης και, κυρίως, την ανάπτυξη της οπτικής μόλυνσης η οποία κυριαρχεί ως τις ημέρες μας.


Το παράδειγμα του Βερολίνου



Αντίστοιχα πράγματα συμβαίνουν και στη Γερμανία (αρκεί να αναλογιστούμε τη μεταπολεμική «δημοκρατική αρχιτεκτονική» που οικοδομείται στο πάλαι ποτέ δυτικό Βερολίνο και να τη συγκρίνουμε με εκείνη του Μεσοπολέμου), το ίδιο συμβαίνει και στην Αυστρία, όπου εγκαταλείπεται ανεπιστρεπτί η εμπειρία της «κόκκινης Βιέννης» και των συγκροτημάτων κατοικίας μεγάλης κλίμακας, με επικεφαλής το πασίγνωστο Karl Marx Hof.


Ετσι η πόλη του ρασιοναλισμού ­ απτή, πραγματοποιήσιμη, εναλλακτική της πόλης του προηγούμενου αιώνα ­ παρέμεινε εν τέλει μια «πραγματοποιημένη ουτοπία»· ένα σημαντικό εγχείρημα το οποίο, ύστερα από δεκαετίες κατασυκοφάντησης, περιθωριοποίησης και εγκατάλειψης, τα τελευταία αυτά χρόνια αποτέλεσε και αποτελεί θέμα πολλών ιστορικών – σχεδιαστικών ερευνών, εντασσόμενο στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού της γενικότερης, ουσιαστικής σημασίας του νεωτερισμού.


Αυτή η πραγματοποιημένη ουτοπία όμως δεν έπεσε από τον ουρανό ούτε αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Αποτελεί ιστορική συνέχεια ενός άλλους οράματος, απραγματοποίητου, εκείνου δηλαδή το οποίο κατεγράφη ως αρχιτεκτονική εκδοχή του φουτουρισμού.


Σε έντονη πολεμική με την αρχιτεκτονική «fin de siecle» και «αρ νουβό» και ως υπέρβαση της στείρας αντιπαράθεσης ­ η οποία κυριαρχεί στην ιταλική αρχιτεκτονική σκηνή των αρχών του 20ού αιώνα ­ μεταξύ των λεγομένων ακαδημαϊκών (Sommaruga, Stacchini, Magistretti) και ορισμένων εκπροσώπων του λεγομένου «νέου πνεύματος» ­ κυρίως λίμπερτι (D’ Aronco, Basile, Michelazzi) ­ εμφανίζεται η φουτουριστική αρχιτεκτονική, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Antonio Sant’ Elia. Είναι ευρέως γνωστές ­ τουλάχιστον στους αρχιτέκτονες ­ οι σχεδιαστικές αναζητήσεις του πρόωρα χαμένου λομβαρδού οραματιστή, οι οποίες μεταγράφουν τρόπον τινά στην αστική εικονογραφία τις γενικότερες αναζητήσεις του φουτουριστικού κινήματος.


Η επίδραση που ασκεί ο Sant’ Elia είναι μεγάλη και δικαίως θεωρείται ο πατριάρχης, θα λέγαμε, του κινήματος ή μάλλον των κινημάτων που θα αναπτυχθούν εν συνεχεία, κυριαρχώντας ολοκληρωτικά στο σχεδιαστικό τοπίο, κινήματα ή/και μεμονωμένα πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν αυτό που αποκαλούμε ιταλικό ρασιοναλισμό.


Με σύνθημα την «ανάκληση στην τάξη» και μέσω πολλών και συχνά αντιμαχομένων σχολών ή τάσεων ­ όπως λ.χ. εκείνες στις οποίες κυριαρχεί η μεταφυσική ανησυχία, η απόπειρα διαμόρφωσης κοινής γλώσσας αναφορικά με την αρχιτεκτονική της πόλης, η ρητορεία της ιστορικής μνήμης, ο προβληματισμός του διεθνούς φονξιοναλιστικού κινήματος ­ το ρασιοναλιστικό εγχείρημα επιχειρεί την υπέρβαση της μεγαλοαστικής «αντιπροσωπευτικής» πόλης του 19ου αιώνα, ενώ αναφορικά προς το ιδιαίτερο ζήτημα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης και του μορφοπλαστικού λεξιλογίου της, υιοθετείται ως στόχος ο επαναπροσδιορισμός της λόγιας οικοδομικής παράδοσης και η δημιουργία ενός αυθεντικού, εθνικού ύφους. Πρόκειται γι’ αυτό το οποίο η μεταπολεμική επίσημη κριτική θα ονομάσει, κατακρίνοντάς το φυσικά και αποδίδοντάς του μια ιδιότητα η οποία δεν ανήκει στον σχεδιασμό, «φασιστική αρχιτεκτονική» (σε αντίστοιχες περιπτώσεις θα χρησιμοποιήσει, ως γνωστόν, τους όρους «ναζιστική» και «σταλινική» ­ δεν μου προκύπτει η χρήση του όρου «μαοϊκή»).


Οι «πολιτικοί προσδιορισμοί»


Θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε τον όρο «φασιστική» αποκλειστικώς με κάποια χρονική σημασία, όπως εξάλλου και τους άλλους «πολιτικού προσδιορισμού». Αν δεν θέλουμε, βεβαίως, να επαναλαμβάνονται επ’ άπειρον οι ανοησίες που εκσφενδονίστηκαν με αφορμή την κατασκευή τού (προφανώς κακόγουστου και φαιδρού) σκηνικού στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας, επί τη ευκαιρία του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος.


Νομίζω ότι είναι προφανής η θεωρητική – ιδεολογική ένδοια εκείνης της κριτικής η οποία καταφεύγει σε παρόμοιους χαρακτηρισμούς για να απορρίψει αρχιτεκτονικά επιτεύγματα όπως, επί παραδείγματι, ο «Οίκος του Φασισμού» (που η υποκρισία των δημοτικών αρχών θα μεταβαπτίσει σε «Οίκο Terragni») στο Κόμο της Βόρειας Ιταλίας, έργο του Giuseppe Terragni, ενός των σημαντικοτέρων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, ή το σύνολο του έργου ενός αρχιτέκτονα όπως ο Heinrich Tessenow, επειδή μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγεται και ο Albert Speer!


Επανερχόμενοι στην ιταλική εμπειρία του Μεσοπολέμου, η ανάγκη του φασιστικού καθεστώτος για μια έντονα συμβολική αρχιτεκτονική οδηγεί στον σχεδιασμό μνημείων και νέων εγκαταστάσεων, κτιρίων κοινωνικού εξοπλισμού και συγκροτημάτων κατοικίας.


Ιστορική παράδοση και επανασχεδιασμός της υπάρχουσας πόλης αποτελούν το leitmotiv της πλειονότητας των μελετών που πραγματοποιούνται.


Η δημιουργία ενός αυθεντικού, ιταλικού / μεσογειακού ύφους, όσο και αν μας φαίνεται σήμερα αφελής επιδίωξη, εν τούτοις αποτέλεσε το έναυσμα μιας μεγάλης και εις βάθος σχεδιαστικής έρευνας, η οποία είχε αποτέλεσμα την επαναξιολόγηση του ίδιου του ρόλου του αρχιτέκτονα (ο οποίος τώρα νοείται, με σφαιρικό τρόπο, τεχνικός, καλλιτέχνης, πνευματικός άνθρωπος) και κυρίως την επαναφορά της αρχιτεκτονικής στην κεντρική σκηνή των κοινωνικών δρωμένων.


Οι περισσότεροι των 180 αρχιτεκτονικών διαγωνισμών για την επεξεργασία ρυθμιστικών σχεδίων που αφορούν μεγάλες και μικρές πόλεις, οι οποίοι προκηρύχθηκαν μεταξύ 1926 και 1942, από κοινού με ένα μεγάλο αριθμό διαγωνισμών ειδικών αστικών επεμβάσεων, αποδεικνύουν τη σημασία που αποδίδει το καθεστώς στην αρχιτεκτονική και την προφανή βούληση να δοθεί σαφής και ευανάγνωστη μορφή στην πόλη, μέσω του αστικού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Η τέχνη της οικοδόμησης της πόλης, για να ενθυμηθούμε και το (πιστεύω) γνωστό βιβλίο του Camillo Sitte, εδώ ­ εν αντιθέσει προς την αγγλοσαξονική εμπειρία, η οποία δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για κάποιες αόριστες κοινωνικές δομές που στοιχειοθετούν την πόλη και λιγότερο για τη δημιουργία σαφούς και ευανάγνωστης αστικής μορφής ­ προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μορφολογικής αναζήτησης, η οποία αφορά ευθέως όλες τις βαθμίδες του σχεδιασμού.


Η ρασιοναλιστική ποιητική γραφή ­ εκτός των σημαντικής και αναμφιβόλου ποιότητας μεμονωμένων έργων ­ υιοθέτησε, θα λέγαμε, ως πεδίο εφαρμογής των πολύπλευρων αναζητήσεών της τον επανασχεδιασμό τμημάτων στο κέντρο του αστικού οργανισμού, τον σχεδιασμό και την οικοδόμηση «δορυφορικών πόλεων» στα όρια της περιφέρειας των μεγαλουπόλεων, καθώς και πόλεων ex novo, συνήθως σε περιοχές που είχαν συμπεριληφθεί στο Πρόγραμμα Εξυγίανσης του Εδάφους (αποξήρανση βάλτων, μικρών λιμνών κτλ.), πόλεις οι οποίες θα αποτελούσαν τρόπον τινά τροχοπέδη στην ξέφρενη αστικοποίηση και στην ερήμωση των αγροτικών περιοχών, θα αποτελούσαν δηλαδή απτά στοιχεία υπέρβασης της βασικής αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου.


Παρεμβάσεις στα «ιστορικά κέντρα»



Ο πραγματικός λόγος που οδηγεί στον επανασχεδιασμό τμημάτων στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο των πόλεων θα πρέπει να αναζητηθεί ασφαλώς και σε οικονομικά αίτια κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθώς και στην ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα παροχής υπηρεσιών. Και ασφαλώς δεν πρέπει να μας διαφεύγει επ’ ουδενί λόγω ότι ήδη από 1925 το πολεοδομικό πρόγραμμα του καθεστώτος στοχεύει στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απομάκρυνση από το ιστορικό κέντρο της κατοικίας του εργαζόμενου πληθυσμού και στην περιθωριοποίηση στην περιφέρεια των ριζοσπαστικότερων στοιχείων του. Αυτός δεν είναι ικανός λόγος όμως για να οδηγηθούμε σε λανθασμένες εκτιμήσεις αναφορικά με την αρχιτεκτονική εμβέλεια του εγχειρήματος.


Ετσι σε πόλεις όπως η Μπρέσια, η Γένοβα, η ίδια η πρωτεύουσα Ρώμη, το βιομηχανικό Τουρίνο κ.ά. πραγματοποιούνται αναπλάσεις σημαντικών τμημάτων, οι οποίες καθίστανται πεδίο δημιουργικής άμιλλας μεταξύ των διαφόρων αρχιτεκτονικών αντιλήψεων, ρευμάτων, τάσεων· και οι οποίες ­ ιδιαίτερα αν συγκριθούν με τις μεταπολεμικές άναρχες επεμβάσεις, τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια ­ μπορούν ευκόλως να επαναξιολογηθούν και να ανακτήσουν τη μεγάλη σημασία, τουλάχιστον για τον αστικό και αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, που τους αναλογεί.


Κοινό στοιχείο αυτών των προτάσεων (όπως και εκείνων για τις νέες πόλεις) είναι η επιθυμία δημιουργίας μιας αναγνώσιμης και ορθά ιεραρχημένης πόλης, μιας πόλης η οποία αποτελείται από καλοσχεδιασμένους δρόμους, πλατείες, οικοδομικά τετράγωνα, κατοικίες, δημόσια κτίρια, κήπους. Μια πόλη στην οποία πολεοδομικό σχέδιο και αρχιτεκτονικές προτάσεις, γενική μορφολογική αντίληψη και ειδικές τυπολογικές επιλογές, καθολικότητα της αστικής εικόνας και ιδιαιτερότητες των οικοδομικών διαρθρώσεων, συγκροτούν μια ενότητα που προσδίδει στις νέες πόλεις τον χαρακτήρα αστικής μοναδικότητας (unicum urbano). Μια πόλη όπου το κάθε συστατικό στοιχείο της έχει συγκεκριμένο ρόλο και αρμόζουσα θέση, μια πόλη που αποτελείται από τμήματα μορφολογικώς ολοκληρωμένα, το καθένα με τη δική του φυσιογνωμία, στο πλαίσιο όμως ενός ενιαίου σχεδίου, εν αντιθέσει προς την κατακερματισμένη φονξιοναλιστική πόλη του φονξιοναλιστικού zoning. Πρόκειται για μια «συμπαγή» πόλη, όπου κενά και πλήρη ακολουθούν ένα συγκεκριμένο σχέδιο, μια πόλη όπως αυτές που κληρονομήσαμε στο πέρασμα του χρόνου, όπου κάθε κτίριο διατηρεί ασφαλώς την αυτονομία του, στο πλαίσιο όμως ενός ευρύτερου αστικού σεναρίου, εν αντιθέσει προς τα διάσπαρτα κτίρια – αντικείμενα, περισσότερο ή λιγότερο ατάκτως εριμμένα σε πράσινους χλοοτάπητες ή ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες, όπως εκείνα που προτείνουν οι διάφορες «Χάρτες των Αθηνών» και οι αβίαστα υιοθετημένες από τις δημοκρατικά ή μη εκλεγμένες κυρίαρχες τάξεις ανά την υφήλιο λεκορμπυζιανές ακρότητες.


Με «θεμέλια» την παράδοση


Η πόλη την οποία προτείνει ο ρασιοναλισμός είναι στενά συνδεδεμένη με την παράδοση της ιστορικής πόλης και χρησιμοποιώντας τα θεμέλια στοιχεία του σχεδίου της ­ πλατείες, οδικοί άξονες, οικοδομικά τετράγωνα, ιεραρχημένη (οικο)δόμηση ­ αποτελεί μια «ανάλογη πόλη».


Οσο και αν σε κάποιους προκαλούν μειδιάματα οι λατινότροπες ονομασίες των νέων πόλεων (Sabaudia, Segezia, Littoria, Aprilia, Pontinia, Carbonia, Festilia κ.ά.) δεν παύουν να αποτελούν ορόσημα στην ιστορία της οικοδόμησης, της συγκρότησης της νεότερης ευρωπαϊκής πόλης. Μαζί με τον σχεδιασμό οικοδομικών συγκροτημάτων μεγάλης κλίμακας, όπως η Πανεπιστημιούπολη της Ρώμης (1932) και οι εγκαταστάσεις για τη Διεθνή Εκθεση του 1942 στην ίδια πόλη (η γνωστή Ε-42, η σημερινή συνοικία EUR), αποτελούν κρίσιμη απόπειρα επίλυσης ζητημάτων μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας με όρους αρχιτεκτονικής σύνθεσης, με όρους αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού. Και εδώ έγκειται, πιστεύω, η μεγάλη σημασία αυτού του εγχειρήματος, πέρα από συμφωνίες ή διαφωνίες υφολογικού μορφολογικού χαρακτήρα.


Οχι πλέον αφηρημένα, γενικόλογα πολεοδομικά σχέδια, όπου σημειώνονται με χρωματιστά «ράστερ» κάποιες περιοχές λειτουργιών και που υποδηλώνουν τον κατακερματισμό της πόλης σύμφωνα με εξίσου γενικούς και αόριστους λειτουργικούς διαχωρισμούς· αλλά ένα ενιαίο σχέδιο αστικής ανάπτυξης (εκπονημένο, προφανώς, ανά τμήματα), το οποίο συμπεριλαμβάνει ρυθμιστικά και μελέτες εφαρμογής τμημάτων της πόλης, αποδίδοντάς τους την ίδια αξία και αποκαθιστώντας τη διαταραγμένη ενότητα μεταξύ αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας.


Τα ζητήματα αισθητικής του δημοσίου χώρου προτάσσονται πριν από όλα τα άλλα στην ημερήσια διάταξη. Ενα θέμα, ο δημόσιος χώρος, το οποίο και στις ημέρες μας επιστρέφει με ορμητικότητα, αποδεικνύοντας τη διαχρονικότητα ορισμένων σημαντικών ζητημάτων. Η πλατεία λοιπόν, ως τόπος συλλογικής δραστηριότητας, αποτελεί το θεμέλιο στοιχείο των νέων αρχιτεκτονικών προτάσεων και όχι τυχαίως τα σημαντικότερα κτίρια διατάσσονται στην περίμετρό της. Η μορφή της χαρακτηρίζεται από την παρουσία ­ σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις ­ περιστυλίου, το οποίο συνθέτουν ρωμαϊκά τόξα μεταφυσικής έμπνευσης: είναι εμφανής η σχέση με την εικόνα των πλατειών που ζωγράφισε την αμέσως προηγούμενη περίοδο ο Giorgio de Chirico, έχοντας εικονογραφική αναφορά τις αντίστοιχες αναγεννησιακές των λεγομένων «ιδανικών» πόλεων.


Κλασική ιδέα και εκμοντερνισμός


Το ύφος που κυριαρχεί αποτελεί τρόπον τινά σύνθεση της κλασικής ιδέας (η οποία εκπορεύεται από τη ρωμαϊκή κατασκευαστική εμπειρία) και το αίτημα εκσυγχρονισμού του εικονογραφικού οπλοστασίου της αρχιτεκτονικής.


Είναι προφανές, αλλά παρά ταύτα θα ήθελα να τονίσω ότι δεν επιθυμώ εδώ να πριμοδοτήσω ή να υποστηρίξω κάποιες μορφοπλαστικές επιλογές· μάλιστα δεν προτίθεμαι καν να τις σχολιάσω. Με ενδιαφέρει ωστόσο να υποστηρίξω την ευρύτερη στρατηγική επέμβασης στην πόλη και να υπογραμμίσω την αξία που αποκτούν, από την οπτική γωνία του σχεδιασμού, τα επιτυχέστερα αποτελέσματά της.


Είναι εξίσου προφανές ­ και είναι κάτι το οποίο συμβαίνει ή ίσως, τώρα πλέον, συνέβαινε και επί των ημερών μας ­ ότι ορισμένοι απρόσεκτοι έπεσαν στην παγίδα της γοητευτικής ρητορείας και του κλασικιστικού μονουμενταλισμού, επαναπροτείνοντας τόξα, αετώματα, αψίδες, κίονες· ωστόσο οι καλύτεροι παρέμειναν πιστοί στην ιδέα η οποία ταυτίζει το κάλλος με την κλασική απλότητα, ιδέα που σηματοδοτεί τις σημαντικότερες εκδοχές του μοντερνισμού, κληροδοτώντας μας έργα μεγάλης αρχιτεκτονικής (αστικής και συνθετικής) αξίας. Και εξάλλου μήπως ο μορφοκρατισμός (φορμαλισμός) δεν αποτελεί το στοιχείο που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των νεωτεριστικών αναζητήσεων;


Είναι καιρός να υπερβούμε τις απόψεις των ανοήτων (είχα την ευκαιρία να το τονίσω και παλαιότερα από αυτές ακριβώς τις σελίδες) οι οποίοι επιμένουν να διαχωρίζουν τους φθόγγους του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου ή τα οικοδομικά υλικά σε δημοκρατικά και φασιστικά, υποστηρίζοντας ­ φέρ’ ειπείν ­ ότι η ορθομαρμάρωση εξισούται προς τη φασιστική αρχιτεκτονική, ενώ το εμφανές σκυρόδεμα αποπνέει δημοκρατικότητα. Παραφράζοντας τον Οσκαρ Γουάιλντ (ο οποίος φυσικά αναφερόταν στα βιβλία), μπορούμε να υποστηρίξουμε με τη σειρά μας ότι δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά έργα ηθικά ή ανήθικα. Τα αρχιτεκτονικά έργα είναι καλοσχεδιασμένα ή είναι κακοσχεδιασμένα. Και επίσης, όπως ευστόχως σημειώνει ο Giorgio Grassi, «μπορεί εύκολα κάποιος να είναι φορμαλιστής χρησιμοποιώντας κίονες ή παραστάδες από μπετόν ή ατσάλινες δοκούς από διπλό “ταυ”. Και, αντιθέτως, να σχεδιάζει καλή αρχιτεκτονική με τα ίδια αυτά μέσα: δεν υπάρχουν δηλαδή καλές ή κακές μορφές, υπάρχουν μόνο καλοί ή κακοί τρόποι για να τις χρησιμοποιήσεις». Δεν υπάρχουν καλές ή κακές μορφές· πόσο μάλλον δημοκρατικές ή φασιστικές!


Η πνευματική σύνθεση κλασικού και μοντέρνου λοιπόν, εκφρασμένη στον ορθολογισμό της μορφής, αναλαμβάνει να απεικονίσει τις αρχές του μοντερνισμού, τουλάχιστον της καλύτερης εκδοχής του, δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο έπος, την αξία του οποίου μόλις τώρα αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε στις πραγματικές του διαστάσεις.


Για τούτο νομίζω ότι είναι ωφέλιμο να αναλογιστούμε αυτή τη σημαντική εμπειρία με διαύγεια πνεύματος, δίχως να μας τυφλώνει ο ευρέως διαδεδομένος πολιτικός κομφορμισμός, εγκαταλείποντας το φθηνό άλλοθι του «πολιτικώς ορθού» ή ακόμη και την απεγνωσμένη φυγή προς τα εμπρός, σε αναζήτηση του πάση θυσία διαφοροποιητικού νεωτερισμού.


Αν αληθεύει ότι «η σημερινή ουτοπία είναι η αυριανή πραγματικότητα», πιστεύω ότι εμβαθύνοντας με αρχαιολογικό πνεύμα στη χθεσινή «πραγματοποιημένη ουτοπία» του ευρωπαϊκού ρασιοναλισμού, θα ανακαλύψουμε πολλά απρόσμενα και χρήσιμα στοιχεία, τα οποία μπορούν να συνεπικουρήσουν τον ορθό (επανα)σχεδιασμό και της σημερινής και της αυριανής πόλης.


Ο κ. Κωνσταντίνος Πατέστος είναι αρχιτέκτων, αναπληρωτής καθηγητής Αρχιτεκτονικών και Αστικών Συνθέσεων στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου του Τουρίνου.