H άποψη ότι η λογοτεχνική κριτική είναι ομοειδής και ομοούσια με τη λογοτεχνία υπήρξε κυρίαρχη τις τελευταίες δεκαετίες – και είναι ακόμη. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι διατυπώθηκε όχι από ποιητές ή πεζογράφους αλλά από κριτικούς, θεωρητικούς κυρίως (ακόμη και ο Χάρολντ Μπλουμ έχει πει ότι «η κριτική είναι ποίηση σε πρόζα»). Οσο και αν ισχυρίζεται ότι υπαγορεύεται από μιαν αντιρομαντική διάθεση, η άποψη αυτή επαναφέρει διευρυμένο – για να περιλάβει και τη λογοτεχνική κριτική – το ρομαντικό αίτημα της κατάργησης των ορίων ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη. «Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική», διαβάζουμε· «υπάρχει μόνο ένα πράγμα: η γραφή».


Για να εξετάσουμε το θέμα όπως θα έπρεπε, χρειάζεται πρώτα να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τον όρο λογοτεχνία. Υποθέτω πως συμφωνούμε όλοι ότι η διαφορά ανάμεσα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο και σε ένα κείμενο μη λογοτεχνικό δεν είναι διαφορά μορφής αλλά γλωσσικής φόρτισης. Υποθέτω πως συμφωνούμε όλοι ότι το περιεχόμενο της φόρτισης αυτής είναι περισσότερο συναισθηματικής παρά διανοητικής φύσεως. Αισθανόμαστε ότι ένα κείμενο είναι λογοτεχνικό όταν είναι φορτισμένο με συναίσθημα. Αισθανόμαστε, βέβαια, ότι κάθε κείμενο φορτισμένο με συναίσθημα δεν είναι αναγκαστικά λογοτεχνικό. Αισθανόμαστε, τέλος, ότι η διαφορά ανάμεσα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο και σε ένα μη λογοτεχνικό κείμενο φορτισμένο με συναίσθημα είναι διαφορά ως προς την ποιότητα του συναισθήματος. Το μη λογοτεχνικό συναίσθημα είναι απλό, μονοδιάστατο, ακατέργαστο. Το λογοτεχνικό συναίσθημα είναι συνθετότερο, περιεκτικότερο, αρμονικά οργανωμένο.


Βέβαια τα όρια ανάμεσα στο λογοτεχνικό και το μη λογοτεχνικό συναίσθημα δεν είναι καθορισμένα. Ο καθένας τα προσδιορίζει ανάλογα με την ευαισθησία του. Το ίδιο θα λέγαμε και για τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, που η διαφορά τους – κι εδώ – δεν είναι διαφορά μορφής. Ομως εδώ δεν έχουμε διαφορά ποιότητας ανάμεσα σε δύο διαφορετικά είδη συναισθήματος (όπως είναι το λογοτεχνικό συναίσθημα και το μη λογοτεχνικό) αλλά διαφορά έντασης ανάμεσα σε δύο λογοτεχνικά (δηλαδή, ομοειδή και ομοούσια) συναισθήματα. Οσο μεγαλύτερη είναι η περιεκτικότητα και η ένταση του συναισθήματος στο λογοτεχνικό κείμενο, τόσο πιο ποιητικό είναι το κείμενο αυτό. Και όσο είναι μικρότερη, τόσο το κείμενο αυτό γίνεται πιο πεζογραφικό. Οταν μιλάμε, βέβαια, για λογοτεχνικό συναίσθημα δεν παραγνωρίζουμε τον ρόλο του διανοητικού στοιχείου στο συναίσθημα αυτό. Ομως το διανοητικό στοιχείο είναι για τη συναισθηματική φόρτιση της λογοτεχνικής γλώσσας δευτερεύον στοιχείο: βοηθάει στην καλύτερη διαμόρφωση του λογοτεχνικού συναισθήματος.


Αν συμφωνούμε με τα παραπάνω, τότε θα πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε ότι η άποψη πως η λογοτεχνική κριτική είναι ομοούσια με τη λογοτεχνία δεν ευσταθεί. H διαπίστωση της διαφοράς τους δεν είναι, βέβαια, αξιολογική. Ενα κριτικό κείμενο δεν είναι εξ ορισμού κατώτερο από ένα λογοτεχνικό κείμενο. Απλώς δεν είναι της ίδιας φύσεως. Κι αυτό όχι γιατί το βιωματικό υλικό του δεν είναι, όπως εκείνο των λογοτεχνικών κειμένων, η συνήθης εμπειρία της ζωής του συγγραφέα του αλλά η λογοτεχνική έκφραση αυτής της εμπειρίας (και η εμπειρία του κριτικού από την επαφή του με τη λογοτεχνική έκφραση της εμπειρίας ενός άλλου ανθρώπου, παρ’ ότι ιδιότυπη, είναι και αυτή εμπειρία ζωής, ομοειδής με κάθε άλλη εμπειρία)· αλλά διότι το έργο του κριτικού είναι να μας πει όχι μόνο τι αισθάνεται διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο αλλά και – κυρίως – γιατί έχει αξία (ή δεν έχει) ένα λογοτεχνικό έργο. Εδώ βρίσκεται η διαφορά του κριτικού λόγου από τον λογοτεχνικό λόγο: στο ότι η αιτιολόγηση της αξίας ενός λογοτεχνικού έργου δεν μπορεί να γίνει με γλώσσα συναισθηματική, όπως είναι η γλώσσα της λογοτεχνίας, αλλά με γλώσσα διανοητική.


Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν η λογοτεχνική γλώσσα εκφράζει ένα κράμα συναισθήματος και σκέψης στο οποίο τον σπουδαιότερο ρόλο παίζει το συναίσθημα, η κριτική γλώσσα εκφράζει ένα κράμα σκέψης και συναισθήματος στο οποίο τον σπουδαιότερο ρόλο παίζει η σκέψη. Στο κριτικό κράμα όσο περισσότερο αυξάνεται το συναίσθημα τόσο πιο ιμπρεσιονιστικό γίνεται το κείμενο, και όσο περισσότερο υποχωρεί το συναίσθημα τόσο το κείμενο γίνεται πιο φιλολογικό. Κριτική χωρίς συναίσθημα παύει να είναι κριτική και γίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, φιλολογία. Κριτική χωρίς σκέψη παύει να είναι κριτική, γίνεται στην καλύτερη περίπτωση λογοτεχνία και στη χειρότερη παραλήρημα. Ο Ρολάν Μπαρτ έλεγε, βέβαια, ότι «η κριτική πρέπει να παραληρεί», εννοώντας ότι πρέπει να συμπεριφέρεται όπως η λογοτεχνία. Αλλά η άποψη αυτή μας λέει λιγότερα για την κριτική και περισσότερα για τον ίδιο τον Ρολάν Μπαρτ. Διότι το κριτικό κείμενο είναι ένα κείμενο που τείνει προς τη λογοτεχνία, χωρίς να επιδιώκει να εξομοιωθεί με αυτήν· ακριβέστερα: ένα κείμενο που υποθάλπει αλλά και ταυτόχρονα υπονομεύει τη λογοτεχνική φιλοδοξία του επειδή η κύρια φιλοδοξία του είναι η κριτική φιλοδοξία.


Μα όλα αυτά δεν είναι αυτονόητα; θα αναρωτηθεί κανείς. H απάντηση είναι: Ηταν. Οταν περιώνυμοι καθηγητές προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρέπει να διαβάζουμε τα κριτικά τους κείμενα ως λογοτεχνία, τότε χρειάζεται να υπερασπιστεί κανείς το αυτονόητο.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.