Η ενασχόληση με ένα θέμα όπως το κατα πόσο είναι ορθή η δήλωση του τόνου στο ισχύον «μονοτονικό» σύστημα φαντάζει ακόμη και στον γράφοντα σχολαστική εμμονή ή, στην καλύτερη περίπτωση, πνευματική πολυτέλεια. Η αναζήτηση όμως της αλήθειας έχει αξία πρωταρχική ακόμη και σε θέματα δεύτερης ή τρίτης σημασίας. Το συγκεκριμένο άλλωστε ζήτημα έχει απασχολήσει τις στήλες των Νέων Εποχών πολύ καιρό πριν με τη διατύπωση διαφορετικών απόψεων απο τους Θ. Π. Τάσιο και Εμμ. Κριαρά (βλ. Ν.Ε., 12.11.95, Θ. Π. Τάσιου «Σχιζοτονίας θεραπεία» και, 10.12.95, Εμμ. Κριαρά «Περιττό σημάδι…»).
Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσουμε απο την αρχή οτι η καθιέρωση του σημερινού «μονοτονικού» αποτέλεσε αναμφίβολη πρόοδο σε σχέση με το παλαιότερό-του πολυτονικό, ας πάρουμε στη συνέχεια τα πράγματα με τη σειρά προχωρώντας σε μία διευκρίνιση που αφορά την ορολογία. Με τον όρο «τόνος» δηλαδή θα εννοούμε απο ‘δώ κι εμπρός εκείνη τη φυσική πραγματικότητα (πιο σωστά, «γλωσσικό φαινόμενο») κατα την οποία ο ομιλητής «ανεβάζει τη φωνή-του», όταν προφέρει συγκεκριμένα φωνήματα μιας λέξης, ενώ με τον όρο «τονικό σημάδι» θα εννοείται το γνωστό σύμβολο με το οποίο δηλώνεται αυτό το φαινόμενο στο σύστημα γραφής.
Αναγκαίες διακρίσεις
Με βάση τώρα αυτή τη διευκρίνιση ας δούμε μερικά παραδείγματα. Εστω η φράση «τί μου λές!» ή η ανάλογης σημασίας «μή μου πείς!» ή και η συνθετότερη «τί να σου πώ και τί να μή σου πώ!». Χωρίς να έχει κανείς ιδιαίτερες γνώσεις σε θέματα γλώσσας αντιλαμβάνεται πολύ εύκολα οτι οι λέξεις τονίζονται στα σημεία (φωνήματα) ακριβώς εκείνα που έχουν τεθεί και τα τονικά σημάδια. Και όμως το ισχύον «μονοτονικό» σύστημα απαιτεί να γραφτούν οι παραπάνω φράσεις χωρίς κανένα τονικό σημάδι! (στο εξής τ.σ.). Αλλο παράδειγμα: «Το διαστημικό λεωφορείο εκτοξεύθηκε απο τη γή». Αν αυτή η πρόταση γραφτεί όπως απαιτούν οι κανόνες του ισχύοντος συστήματος, θα πρέπει να τεθεί τ.σ. στην άτονη λέξη («απο»), ενώ μένει χωρίς τέτοιο η τονισμένη («γή»). Το ίδιο ισχύει και για το παράδειγμα «δέν ξέρω απο ποιόν στάλθηκε…» όπου ζητείται απο μάς να μή δηλώσουμε δύο υπαρκτούς τόνους («δέν», «ποιόν») και να δηλώσουμε έναν ανύπαρκτο («απο»).
Τί είδαμε μέχρι τώρα; Οτι το ισχύον «μονοτονικό» σύστημα αφήνει χωρίς τ.σ. αρκετές τονισμένες λέξεις, ενώ παρουσιάζει ως τονισμένες κάποιες άτονες. Κατα ένα σημαντικό δηλαδή τμήμα-του δέ στοιχεί προς τη γλωσσική πραγματικότητα.
Το θέμα όμως έχει και συνέχεια. Και τούτο γιατί ο τόνος αποτελεί σημαντικό στοιχείο της γλώσσας, αφού διαφοροποιεί όχι μόνο σημασίες (μόνος/μονός), αλλα και λειτουργίες! Π.χ., κατα (πρόθεση) – κατά (επίρρημα): «Κατα το δικαστήριο η πράξη-του στρεφόταν κατά της έννομης τάξης», άς (προτρεπτικό απο την προστακτική του «αφήνω») – ας (ρηματικό μόριο): «άς τηνε»/«ας έρθει», παρά – παρα: «Παρά την άμυνα του τερματοφύλακα παρα λίγο να μπεί γκόλ», γιατί γιατι: «Γιατί δέν ήρθε; – Γιατι ήταν άρρωστος».
Τέτοιες διακρίσεις βέβαια το ισχύον σύστημα δέν τις λαμβάνει καθόλου υπόψη. Και σα να μήν έφταναν αυτά, προχωρά ένα βήμα πιό πέρα. Ενώ δηλαδή δέ χρησιμοποιεί το τ.σ. σε πολλές περιπτώσεις όπως θα έπρεπε, το μεταχειρίζεται για άλλες σκοπιμότητες, π.χ. για να διακρίνει ορισμένα «εγκλιτικά» απο τα ομόγραφά-τους άρθρα: «Η δασκάλα μου μού είπε», χωρίς βέβαια στην πραγματικότητα να τονίζεται καμμία απο αυτές τις λέξεις (τα δύο «μου»). Ετσι όμως, με το να χρησιμοποιείται το τ.σ. για να διακρίνει λειτουργίες άσχετες με τον τόνο, μειώνεται η δηλωτική αξία του συμβόλου. (Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη να τίθεται τ.σ. στο άρθρο, και μάλιστα αδιακρίτως, ενώ αυτό δέν τονίζεται. Με τέτοιες λογικές όμως θα καταλήξουμε το τ.σ. να δηλώνει οτιδήποτε άλλο εκτός απο τόνο.)
Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, όπως και οι επισημάνσεις για τις ατέλειες (περισσότερο ή λιγότερο δομικές) του συστήματος. Θα γεννιόταν όμως εύλογα στον αναγνώστη αυτού του άρθρου δύο πρωταρχικές απορίες: Πρώτον, γιατί οι εισηγητές του σημερινού συστήματος περιέπεσαν σε τόσο προφανείς ασυνέπειες και, δεύτερον, ποιοί είναι οι σωστοί «κανόνες τονισμού» και πού υπάρχουν;
Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η απάντηση βρίσκεται στην «παιδαγωγική» σκοπιμότητα. Επειδή δηλαδή οι δημιουργοί του «μονοτονικού» δέ θέλησαν να επιβαρύνουν τους χρήστες της γραφής με «πολύπλοκους»(;;;) κανόνες που θα καθιστούσαν δύσκολη(!!!) την εκμάθησή-του, εφάρμοσαν την ακόλουθη μηχανιστική αρχή: όλες οι μονοσύλλαβες λέξεις θα μένουν χωρίς τ.σ., ενώ αυτό θα σημειώνεται σε όλες τις άλλες, απο δισύλλαβες και πάνω. Επειδή όμως η γλώσσα αποτελεί δομή, ένα κλειστό δηλ. σύστημα, η αλλοίωση ενός τμήματός-του έχει αλυσιδωτές συνέπειες. Ετσι και σχετικά με τους κανόνες χρήσης του τ.σ. χρειάστηκε να προβλεφθούν μιά σειρά απο ιδιαίτερες περιπτώσεις, οι οποίες, μετά απο απανωτές αλλαγές, κατάληξαν στη διαμόρφωση ενός συστήματος, απλού μέν, αλλα που πολύ λίγοι (και ιδιαίτερα απο τους μαθητές) γνωρίζουν σε βάθος και ακόμα λιγότεροι (ιδιαίτατα απο τους μαθητές) είναι σε θέση να το χειριστούν στις πιό λεπτές-του αποχρώσεις (βλ. «πάθη φωνηέντων»).
Οσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ο χώρος μιάς επιφυλλίδας δέν είναι ο καταλληλότερος για να γίνει διεξοδική αναφορά στους κανόνες χρήσης του τ.σ. Αυτοί άλλωστε, μαζί με την ανάλογη θεωρητική/επιστημονική τεκμηρίωση, έχουν συστηματικά καταγραφεί απο επιστήμονες κατα πολύ επαρκέστερους απο το συντάκτη αυτού του άρθρου, βλ. χαρακτηριστικά: Ευάγγελου Πετρούνια «Νεοελληνική Γραμματική και Συγκριτική Ανάλυση, μέρος α´: υπερτμηματικά στοιχεία: τόνος», σσ. 535-583, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1993.
Οι παρενέργειες του συστήματος
Αξίζει όμως εδώ να επισημάνουμε τις παρενέργειες που δημιουργούνται απο την εφαρμογή του σημερινού «μονοτονικού» συστήματος και τους λόγους για τους οποίους καθίσταται αναγκαία μιά ορθολογική μεταρρύθμισή-του. Ετσι η λανθασμένη δήλωση του τ.σ.:
1) Δέν ανταποκρίνεται, όπως ήδη είπαμε, στη γλωσσική πραγματικότητα.
2) Με τη μηχανιστική λογική απ’ την οποία απορρέει μειώνει τη δηλωτική αξία του συμβόλου. Αρκεί να ρίξει κανείς μιά ματιά σε πλήθος μαθητικών εκθέσεων οπου δέ σημειώνεται καθόλου το τ.σ. για να καταλάβει τις συνέπειες αυτής της πρακτικής.
3) Αφού δέ στοιχεί σε καμμία πραγματικότητα, οδηγεί σε αποστήθιση καταστάσεων μή υπαρκτών και μ’ αυτή την έννοια παράλογων. Συνηθίζει έτσι τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα τους μαθητές, να αποστηθίζουν ανεξέλεγκτα διάφορους παραλογισμούς. Απ’ αυτή την άποψη συγγενεύει με τη φιλοσοφία του πολυτονικού.
4) Δημιουργεί πρόβλημα στη μελέτη του ποιητικού ρυθμού (παραδοσιακή «μετρική»), ο οποίος, ως γνωστόν, στηρίζεται στην εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών. Κάθε φορά που κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τη μετρική, πρέπει να λαμβάνει υπόψη-του άλλους (τους ορθούς) κανόνες τονισμού, διαφορετικούς απο αυτούς που χρησιμοποιεί στη γραφή.
5) Εξαιτίας της αδυναμίας του συστήματος να καλύψει κάθε πιθανή περίπτωση (για να μή γεμίσει με εξαιρέσεις) προβαίνει άθελά-του σε γλωσσική ρύθμιση. (Πού γίνεται, για παράδειγμα, διάκριση ανάμεσα στο ερωτηματικό «τί» και το σπάνιο αιτιολογικό «τι»; Προφανώς ο γλωσσικός νομοθέτης θεώρησε πως δέν είναι σκόπιμο να προσθέσει μία ακόμα διάκριση για έναν τύπο τόσο σπάνιο όσο το αιτιολογικό «τι». Στην ουσία, δηλαδή, επέλεξε να το αποσιωπήσει. Απο πού άντλησε όμως αυτό το δικαίωμα;)
6) Δέν επιτρέπει στο γραπτό λόγο να αποδοθεί με τη φυσικότητα που θα μπορούσε, άν οι χρήστες της γραφής χειρίζονταν με άνεση τους κανόνες τονισμού. Η πιό χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που αφορά τα λεγόμενα «πάθη των φωνηέντων» («έκθλιψη», «αφαίρεση» κλπ.). Επειδή ο μέσος χρήστης της γραφής πολύ δύσκολα κατανοεί, θυμάται και χρησιμοποιεί τους προβλεπόμενους κανόνες, προτιμά να γράφει τις λέξεις χωρίς τα επισυμβαίνοντα πάθη, με αποτέλεσμα καμμιά φορά να δημιουργούνται ακόμα και ενοχλητικές χασμωδίες.
Αντίθετα ένα ορθολογικό σύστημα κανόνων χρήσης του τ.σ., επειδή ακριβώς περιγράφει φαινόμενα υπαρκτά και λειτουργικά, δέ στηρίζεται στην αποστήθιση, αλλα στην κατανόηση των γλωσσικών φαινομένων και κατηγοριών. Ενα σύστημα με λογικές-οργανικές αρχές επιτρέπει τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στις επιμέρους κατηγορίες (αν κάποιο τμήμα-του διαπιστωθεί οτι δέν αποδίδει με ακρίβεια το γλωσσικό φαινόμενο) χωρίς να είναι ανάγκη να τροποποιείται όλο το σύστημα.
Ο κ. Αντώνης Καμπρής είναι φιλόλογος.



