Μολονότι καθημερινά μας κατακλύζουν διάφορες πολύχρωμες εκκλησιαστικές ιστορίες (ροζ, μαύρες κτλ.), πρόθεσή μας δεν είναι να εκφράσουμε και εμείς οδύνη και θλίψη για τα συμβαίνοντα. Αρκετοί το έχουν κάνει ήδη. Ούτε πρόκειται να αρχίσουμε να σείουμε επιτιμητικά το δάχτυλό μας. Δεν είμαστε τιμητές και μάλιστα τιμητές των τιμητών. Οχι επειδή δεν μας αφορούν τα γεγονότα. Ζούμε χρόνια τώρα έναν ιδιότυπο εκκλησιαστικό κρατισμό και έχουμε γίνει μάρτυρες (και θύματα) ενός ασύστολου κληρικαλισμού. Αρκεί να θυμηθούμε τη διαβόητη υπόθεση με τις ταυτότητες, στην οποία πολλοί από τους σημερινούς εγκαλουμένους είχαν (και έχουν) πρωταγωνιστικό ρόλο. Μας ενδιαφέρουν, και μάλιστα πάρα πολύ, οι θεσμοί αλλά δεν τους συνδέουμε με τα πρόσωπα. ‘H με τις κρεβατοκάμαρές τους. Επιπλέον είναι τουλάχιστον αφελές να πιστέψουμε ότι μία ωραία πρωία άρχισε η Εκκλησία να κάνει νερά. Χρόνια τώρα τα ξέρουμε. H κατάσταση αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Απλώς τώρα φωτίστηκαν περισσότερο τα πράγματα καθώς η Εκκλησία έπεσε – φευ – θύμα της δικής της στρατηγικής. Αψήφησε έναν βασικό κανόνα της πολιτικής: όταν διαλαλείς την αρετή σου στεντορείως, προστάτευε καλά την άσχημη πλευρά σου. Οσο πιο πολύ αυτοδιαφημίζεσαι από άμβωνος τόσο πιο γρήγορα σε φτάνουν τα πόδια του Σατανά. Ευλογημένο το χαμηλό προφίλ.


* H ιστορία του έθνους


Δεν θρηνούμε, λοιπόν, δεν καταδικάζουμε τα προσωπικά κανενός, και προφανώς δεν επιχαίρουμε. Αφού όμως τα θέλουν όλα οι Αγιοι Πατέρες, μπορούμε να πούμε: Ας πρόσεχαν.


Με το παρόν κείμενο θέλουμε απλώς να υπενθυμίσουμε ένα θέμα που διατρέχει συνεχώς τη νεότερη λογοτεχνία μας, από τον Ροΐδη (για να αρχίσουμε από κάπου) ως τον Καζαντζάκη, τον Εμπειρίκο και τον Ελύτη: την ανήθικη και υποκριτική στάση εκπροσώπων της Εκκλησίας. Αναφέρουμε αυτούς τους συγγραφείς όχι διότι είναι οι μόνοι που ασχολήθηκαν με εκκλησιαστικές ατασθαλίες και σκάνδαλα αλλά επειδή και πολύ γνωστοί είναι και εγνωσμένης λογοτεχνικής αρετής. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον μια σχετική μελέτη με αυτό το θέμα. Για να φανεί πως όσα μοιάζουν να μας ξαφνιάζουν σήμερα έχουν πολύ βαθιές ρίζες. Αλλά και για να φανούν ακόμη δύο σοβαρότερα ζητήματα: πρώτον, ότι η «ηθική» που υποστηρίζει η λογοτεχνία είναι καταφανώς ανώτερη από οποιαδήποτε εκκλησιαστικού τύπου «ηθική» διότι η λογοτεχνική «ηθική» δεν χρωματίζεται ποτέ από υποκρισία· δεύτερον, το ενδιαφέρον της λογοτεχνίας για την Εκκλησία ούτε πατερναλιστικό είναι ούτε δείχνει απαξίωση. Ποτέ η λογοτεχνία μας, όσο αυστηρή και αν στάθηκε προς την Εκκλησία, δεν υπήρξε άδικη καί απαξιωτική. Τουναντίον, κάθε φορά που η εκκλησιαστική αρχή νομίζει ότι η ίδια και η «ηθική» της θίγονται από τη λογοτεχνία, εμφανίζεται και εκδικητική και άδικη. Για έναν απλό λόγο: οι λογοτέχνες μας γνωρίζουν και σέβονται την ιστορία του έθνους ενώ οι περισσότεροι Αγιοι Πατέρες είναι άσχετοι με τα ελληνικά γράμματα και τη λογοτεχνία μας, γι’ αυτό και εκδικητικοί. Ο Καζαντζάκης είναι το γνωστότερο παράδειγμα αυτής της ιερής εκδικητικότητας. Τελευταίο παράδειγμα επιθετικότητας, η ανιστόρητη άποψη ότι τα τολμηρά τραγούδια της Κυρίας Δόμνας Σαμίου μάς χαλούν τα ήθη. Αλλά τα όποια γαμοτράγουδα ή τα όποια «άσεμνα» δημοτικά τραγούδια είναι σε σύγκριση με τον λόγο κάποιων ιεραρχών ύμνοι αγγελικοί.


* H αγαθότητα του λογοτέχνη


Ωστόσο η εν λόγω υποθετική μελέτη θα ήταν λειψή αν δεν αναφερόταν και στον προφητικό, τον «ιερατικό» λόγο πολλών συγγραφέων μας. Που θέλοντας προφανώς να καταγγείλουν μια παρηκμασμένη θεολογία καταφεύγουν σε έναν δικό τους ιεροπρεπή λόγο. «Θεολογούν» για να δώσουν στη φωνή τους την επισημότητα και το κύρος ενός λόγου που σήμερα έχει ατονήσει: του εκκλησιαστικού. Επειδή ποιο άλλο μπορεί να είναι το νόημα του προφητικού αναγνώσματος από το Αξιον Εστί ειμή η πρόταση να αντικατασταθεί ένας φθαρμένος και φθαρτικός θεολογικός λόγος; «Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει (…)». Ετσι ακριβώς πρέπει να εκλάβουμε και τον αιρετικό λόγο της Υψικαμίνου: «H πολίχνη της ρουμανικής πεδιάδος θα ακμάση. Μια μέρα θα φυτρώσουν στα μέγαρά της πλατανοφόρα δένδρα που θα κρατούν στα χέρια τους ρομφαίες ή λόγχες πεπυρακτωμένες. Το άρρωστο κριάρι που στεγάζεται σήμερα στον μητροπολιτικό ναό της θα αντικατασταθή με μια γυναίκα διαρκώς συνουσιαζομένη (…)». Τι άλλο είναι αυτό παρά η απροκάλυπτη νοσταλγία μιας νέας εγκόσμιας ηθικής; ενός νέου Διαφωτισμού; Ακόμη και ο ευσεβής Παπαδιαμάντης μοιάζει να δημιουργεί μια δική του, προσωπική θεολογία καθώς παραμένει συνεχώς έξω από την κεντρική, ας πούμε, εκκλησιαστική εξουσία. H αγαθότητα του λογοτέχνη Παπαδιαμάντη ξεπερνά κάθε ιερατικό κήρυγμα, γι’ αυτό και η προσπάθεια ορισμένων να θέσουν στην υπηρεσία τους τον μεγάλο μας συγγραφέα συνιστά ύβρι.


* Αρετή και ανηθικότητα


Λογοτεχνία λοιπόν και Εκκλησία είναι, δυστυχώς, ασύμβατες έννοιες· ακόμη και όταν η λογοτεχνία θεολογεί. Επειδή η «Εκκλησία» της λογοτεχνίας δεν έχει καμία εξουσία, δεν υποκρίνεται, δεν καταπιέζει, δεν καταδικάζει. Δεν διαχωρίζει «αμαρτωλούς» και «μη αμαρτωλούς», «δικούς μας» και «ξένους», «ευσεβείς» και «ασεβείς». H «ηθική» που εκπορεύεται από τη λογοτεχνία, ακόμη και αν μοιάζει ανατρεπτική και προκλητική, παραμένει τελικά απροσποίητη και διαυγής. ‘H για να το πούμε διαφορετικά: η λογοτεχνία είναι αθωότερη από κάθε θεσμό. Ακόμη και όταν η λογοτεχνία κρίνεται «ανήθικη», η αρετή που πηγάζει από τα κείμενά της είναι ανώτερη από την αρετή των εκκλησιαστικών ρητόρων. Το μόνο σημείο στο οποίο λογοτεχνία και Εκκλησία μπορούν να συναντώνται είναι η ποιότητα των κειμένων τους. Το Ασμα Ασμάτων, η Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι Υμνοι του Ρωμανού είναι κείμενα υψηλής λογοτεχνίας. Ενέχουν τη δική τους ηθική, η οποία δεν πρέπει αναγκαστικά να ταυτίζεται με την «ηθική» των ιερωμένων. H ωραιότητά τους είναι από μόνη της αποκαλυπτική και παιδαγωγική. «H Ποίηση» γράφει ο Ελύτης «έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού· ή, εάν όχι, τότε για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε τη δωρεά του».


O κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.