Την ίδια στιγμή που ο Αντριου Νάτσιος, επικεφαλής της αρμόδιας υπηρεσίας USAID, παραδίδει το δεύτερο μεγάλο συμβόλαιο ανοικοδόμησης του Ιράκ στους πρώην εργοδότες του της Bechtel και οι ειδικοί της Halliburton ολοκληρώνουν την «εξασφάλιση» των σχεδόν 2.000 πετρελαιοπηγών της χώρας για λογαριασμό των αγγλοαμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, στο εσωτερικό των ιρακινών πόλεων η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από τη λεπτοδουλεμένη προπαγάνδα που μας σερβίρουν τα τηλεοπτικά δίκτυα. Οι επικοινωνιακοί «Τόμαχοουκ» του Μέρντοχ και του Πενταγώνου μάς παρουσιάζουν ένα μετασανταμικό Ιράκ αμόρφωτο, άναρχο, απολίτιστο, χωρίς κοινωνική συνοχή, παιδεία και οικονομία, ανίκανο να διορθώσει ακόμη και τα απλούστερα τεχνικά προβλήματα ή έστω να προστατεύσει ό,τι απέμεινε από την υποδομή του χωρίς τους ξένους «ειδικούς». Είδαμε, π.χ., τη Βαγδάτη να μένει για εβδομάδες χωρίς ρεύμα, ώσπου αμερικανοί πεζοναύτες να στείλουν τους δικούς τους τεχνικούς στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που λίγες ημέρες νωρίτερα βομβάρδιζαν. Ακόμη χειρότερη ήταν όμως η περίπτωση της μονάδας καθαρισμού νερού της Βασόρας, ενός από τους πρώτους στόχους των πολιορκούντων Βρετανών, μια μονάδα που ακόμη υπολειτουργεί, ώσπου να φθάσουν τα απαραίτητα ανταλλακτικά και εργαλεία από το εξωτερικό.


Ο ιρακινός λαός, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα συμμετάσχει στην ανοικοδόμηση της χώρας του από τις αμερικανοβρετανικές βόμβες μόνο ως υπάλληλος ή έστω συμβασιούχος κάποιας από τις παραπάνω ξένες εταιρείες που έχουν ήδη μοιράσει μεταξύ τους τα «φιλέτα» και προωθούν την άρση των κυρώσεων του ΟΗΕ ώστε να αρχίσει να τρέχει η μηχανή των πετροδολαρίων.


Οι σημερινοί Ιρακινοί δεν είναι βεδουίνοι της εποχής του Λόρενς της Αραβίας, όσο και αν οι νέοι κατακτητές θα προτιμούσαν να μας τους παρουσιάσουν ως τέτοιους. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 και με ορόσημο την εκδίωξη της αγγλόφιλης μοναρχίας από τη Βαγδάτη και την επικράτηση του Νάσερ στην Αίγυπτο, οι Ιρακινοί υπήρξαν ένας από τους πρώτους αραβικούς λαούς που εκμεταλλεύτηκαν τον υπόγειο πλούτο της χώρας τους για να δημιουργήσουν μια δική τους τεχνολογική ελίτ εξειδικευμένων επιστημόνων και βιομηχανικών εργατών που δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από τους ξένους συναδέλφους τους. Δεκάδες χιλιάδες στάλθηκαν στο εξωτερικό για ανώτατες σπουδές και μετά την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και τον ερχομό του Μπάαθ στα πράγματα, το 1968, οι ιρακινές γυναίκες ωφελήθηκαν και αυτές από αυτόν τον όψιμο «διαφωτισμό των πετροδολαρίων», που μετέτρεψε κατά τη δεκαετία του ’70 τη χώρα σε μια από τις πιο πλούσιες και αυτάρκεις οικονομίες του κόσμου.


Τέρας ή όχι, ο Σαντάμ δεν κυβέρνησε το Ιράκ μόνο με τη δεδομένη βαρβαρότητα του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας αλλά πρωτίστως με την πλήρη συνεργασία μιας εντυπωσιακά μεγάλης τάξης αστών τεχνοκρατών που είδαν με καλό μάτι την απεξάρτηση της χώρας τους από τους ξένους. Και μπορεί οι δύο τελευταίες δεκαετίες, με τους πολέμους και το εμπάργκο, να κατέστρεψαν την οικονομική βάση του Ιράκ και να οδήγησαν μεγάλο μέρος αυτής της άτυπης βιομηχανικής ιντελιγκέντσιας στην ανεργία και στη φτώχεια, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν ζουν εκεί και σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες εξαιρετικά μορφωμένοι και ικανοί εργάτες και επιστήμονες, αυτοί που de facto θα αναλάβουν την πραγματική ανοικοδόμηση της χώρας. Μιλάμε βεβαίως για τους μεσηλίκους, γιατί οι σημερινοί νέοι κάτω των 35, που μεγάλωσαν σε πραγματικά αποτρόπαιες συνθήκες, δεν πρόκειται δυστυχώς ποτέ να φθάσουν το μορφωτικό επίπεδο των γονιών τους, που μορφώθηκαν τη χρυσή εποχή της δεκαετίας του ’70. Τα νούμερα του ΟΗΕ τα λένε όλα: από 11% αναλφαβητισμό το 1984 σήμερα μιλάμε για τουλάχιστον 53%.


Η «παλιά φρουρά» όμως των τεχνοκρατών, μπααθική ή όχι, επέζησε των κυρώσεων και του πολέμου και μετρά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό – ή, αν προτιμάτε την ορολογία του management, «ανθρώπινο κεφάλαιο» – που μετά την κατάρρευση του μπααθικού καθεστώτος ουσιαστικά δεν έχει πια εργοδότη και φλερτάρει με την απελπισία. Σε έναν βρώμικο πόλεμο σαν αυτόν που παρακολουθήσαμε, σχεδιασμένο θαρρείς από τις βιομηχανίες πετρελαίου και όπλων, η σημασία αυτού του εξειδικευμένου δυναμικού δεν πρέπει να μας διαφεύγει: είναι, από πολλές απόψεις, το μεγαλύτερο λάφυρο αυτού του πολέμου.


Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και πρώην αφεντικό της Halliburton Ντικ Τσένι το είπε καθαρά στην ομιλία του τής 9ης Απριλίου: «Ο συνδυασμός τεράστιων ενεργειακών αποθεμάτων και μιας καλά εκπαιδευμένης μεσαίας τάξης, με υψηλό επίπεδο τεχνικής εξειδίκευσης, είναι το κλειδί για την ανάπτυξη του νέου Ιράκ». Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μπους ξέρει πολύ καλά τι λέει: τα στελέχη της εταιρείας του έχουν ήδη εγκατασταθεί στα ενεργειακά χρυσωρυχεία της Ρουμαΐλας και του Κιρκούκ. Δεν μπορούν όμως, λένε τα ρεπορτάζ, να αντλήσουν ακόμη πετρέλαιο, διότι οι ιρακινοί υπάλληλοι του κρατικού πετρελαϊκού μονοπωλίου δεν έχουν εμφανιστεί στις εργασίες τους, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Και χωρίς αυτούς, ομολογεί ένα στέλεχος της Halliburton στον συνάδελφο του Reuters, ακόμη και η πιο εξειδικευμένη εταιρεία πετρελαϊκού εξοπλισμού και άντλησης στον κόσμο δεν μπορεί να ξεκινήσει την παραγωγή, γιατί μόνο οι ιρακινοί εργαζόμενοι ξέρουν τα μυστικά της λειτουργίας της βιομηχανίας τους, αφού μόνο αυτοί είχαν πρόσβαση στις εγκαταστάσεις εδώ και 30 χρόνια.


Αυτό που παρέλειψε να αναφέρει ο κ. Τσένι είναι ότι τα 12 χρόνια του εμπάργκο και η απόλυτη έλλειψη ανταλλακτικών υποχρέωσαν τους ιρακινούς μηχανικούς να εξαντλήσουν την εφευρετικότητά τους και τον συνδυασμό διαφόρων ασύμβατων μεταξύ τους εξαρτημάτων, με αποτέλεσμα ολόκληρα βιομηχανικά συμπλέγματα να αποτελούν μια τεράστια «πατέντα»! Η αμηχανία των τεχνικών της Halliburton μπροστά σε αυτό το μοναδικό κράμα ιρακινής ευρεσιτεχνίας και αμερικανικών, βρετανικών, γαλλικών, γερμανικών και… σοβιετικών εξαρτημάτων δεν κρύβεται με τίποτα.


Γι’ αυτό άλλωστε και ο βρετανικός στρατός κατοχής στη Βασόρα προχωρεί, όπως διαβάσαμε, σε συνεχείς ανακοινώσεις προς τα στελέχη της πετρελαϊκής βιομηχανίας ώστε να επιστρέψουν στις δουλειές τους με την υπόσχεση ότι θα ανταμειφθούν κανονικά.