Με εμφανή τα «σημάδια» του 1998, οι αλυσίδες των σουπερμάρκετ ετοιμάζονται να κλείσουν τους ισολογισμούς τους: η υποτίμηση της δραχμής και η εν συνεχεία βελτίωση της θέσεώς της έναντι των άλλων νομισμάτων έδωσε την ευκαιρία στα σουπερμάρκετ να αυξήσουν τις τιμές, για να τις μειώσουν αργότερα, στο πλαίσιο των συμφωνιών κυρίων με το υπουργείο Ανάπτυξης. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αλυσίδων έγινε εντονότερος. Η συρρίκνωση του πραγματικού εισοδήματος των καταναλωτών αντικατοπτρίζεται και στα ποσά που ξόδεψαν για ψώνια.


Το ίδιο διάστημα έκαναν την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά δύο εντυπωσιακά καταστήματα, το ένα λιανικής και το άλλο χονδρικής πώλησης. Πρόκειται για το υπερμάρκετ Σκλαβενίτης στην περιοχή της Νέας Χαλκηδόνας, που είναι το μεγαλύτερο κατάστημα στην Ελλάδα, και το cash and carry ΕΝΑ στην περιοχή του Ρέντη, από τα μεγαλύτερα ελληνικά χονδρεμπορικά καταστήματα. Το πρώτο διαθέτει χώρους πώλησης 12.000 τ.μ. και το δεύτερο 5.000 τ.μ.


Εν τω μεταξύ ο μεγαλύτερος όμιλος αγορών, του οποίου η συγκρότηση προκάλεσε πολλές συζητήσεις (και όχι μόνο), διασπάστηκε. Παράλληλα όμως τα όσα συνέβησαν το 1998 στην αγορά, καθώς και η παρέμβαση του υπουργείου Ανάπτυξης (τομέας Εμπορίου), οδήγησαν στη βελτίωση των σχέσεων προμηθευτών και λιανεμπόρων, όπως τουλάχιστον διατείνονται αρκετοί. Το αν αυτό ισχύει ή όχι θα αποδειχθεί βέβαια στη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων. Ολοι όμως υποστηρίζουν πως το 1999 θα είναι εξαιρετικά δύσκολη χρονιά. Αν σκεφθεί μάλιστα κανείς ότι εντός του 1998 το μέσο κόστος αγορών ανά πελάτη έχει μειωθεί περίπου κατά 15%, γεγονός που παραπέμπει σαφέστατα σε αλλαγές των καταναλωτικών προτύπων ­ η κατηγορία τού έτοιμου φαγητού και η διανομή του κατ’ οίκον απολαμβάνει πλέον της εμπιστοσύνης σημαντικού τμήματος των καταναλωτών ­, ότι περί τα μέσα του προσεχούς Φεβρουαρίου θα κάνει τελικά την εμφάνισή της η γερμανική Lidl και νέα μεγάλα υπερμάρκετ θα ανοίξουν στην Αττική, η οποία συγκεντρώνει σχεδόν τον μισό πληθυσμό της χώρας, τότε εύκολα μπορεί να διαπιστώσει πως η νέα χρονιά για τις επιχειρήσεις του κλάδου των σουπερμάρκετ είναι «μία εξίσωση με πολλούς αγνώστους». Το γεγονός ότι ορισμένες αλυσίδες επιχειρούν να διεισδύσουν στην αγορά τού έτοιμου φαγητού επιβεβαιώνει την προαναφερόμενη τάση, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει αλυσίδα που προσπαθεί να διευρύνει την γκάμα των προϊόντων της σε νέες κατηγορίες, συνάπτοντας τις αντίστοιχες συμμαχίες. Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν ο όμιλος Μαρινόπουλου και η εταιρεία Ι. & Σ. Σκλαβενίτης ΑΕΕ, ενώ στη δεύτερη ο όμιλος Βερόπουλου, ο οποίος αρχίζει συνεργασία με την εταιρεία Γερμανός ΑΕ. Είναι προφανές ότι ανιχνεύονται οι νέες τάσεις και τα νέα καταναλωτικά πρότυπα.


Οι 9 μεγαλύτεροι μετρούν τα κέρδη τους


* ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ


Ο όμιλος Μαρινόπουλου τον περασμένο Σεπτέμβριο πρωταγωνίστησε, και μάλιστα με αρκούντως εμφαντικό τρόπο, στις μειώσεις των τιμών, βοηθώντας από τη μία πλευρά την κυβερνητική προσπάθεια για μείωση του πληθωρισμού και παράλληλα κατ’ αυτόν τον τρόπο το μερίδιό του στην αγορά. Διατηρεί την πρώτη θέση στον κλάδο, χωρίς άγχος, και με 220 καταστήματα συνολικά στη διάρκεια του 1998 το σύνολο των πωλήσεών του θα ανέλθει στα 350 δισ. δρχ., έναντι 300 δισ. δρχ. του 1997.


Συνεχίζει να χρηματοδοτεί τη διεύρυνση του μεριδίου του με εντυπωσιακές κινήσεις. «Ναυαρχίδα» του ομίλου παραμένει η Νίκη ΑΕ με 110 καταστήματα, οι πωλήσεις της οποίας θα ανέλθουν στα 207 δισ. δρχ., ακολουθεί η Continent Hellas ΑΕ με τρία καταστήματα και 83,6 δισ. δρχ., η Υπέρ Μαρινόπουλος ΑΒΕΤΕ με τρία καταστήματα και 32 δισ. δρχ. και τέλος η Dia Hellas ΑΕ με 104 καταστήματα και 30 δισ. δρχ. Για το 1999 ο όμιλος σχεδιάζει τη δημιουργία δύο υπερμάρκετ Continent, 20 με την επωνυμία Μαρινόπουλος και 50 Dia.


* ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ


Στην επόμενη θέση βρίσκεται η εταιρεία Ι. & Σ. Σκλαβενίτης ΑΕΕ, στην οποία ανήκει η εντυπωσιακότερη κίνηση του 1998. Δημιούργησε το μεγαλύτερο υπερμάρκετ της ελληνικής αγοράς στην περιοχή της Νέας Χαλκηδόνας, με χώρους πωλήσεων 12.000 τ.μ. ­ από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης ­, αποκτώντας έτσι το 32ο κατάστημα της. Η επένδυση κόστισε 8,5 δισ. δρχ. και ήταν αυτοχρηματοδοτούμενη.


Η εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται μόνο στην αγορά της Αττικής, στη διάρκεια του 1998 θα παρουσιάσει πωλήσεις μεγαλύτερες των 162 δισ. δρχ., έναντι 146 δισ. δρχ. του 1997. Κατέχει την πρώτη θέση στον κλάδο με βάση την κερδοφορία των επιχειρήσεων.


* ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ


Ακολουθεί στη συνέχεια ο όμιλος Βερόπουλου, η στρατηγική του οποίου βασίζεται σε τρεις άξονες: πρώτον, σχεδιάζει ανάπτυξη στα Βαλκάνια, δεύτερον, αρχίζει συνεργασία με τη Γερμανός ΑΕ και, τρίτον, αναπτύσσει την κατηγορία των μικρών καταστημάτων.


Συγκεκριμένα διαθέτει δύο καταστήματα στα Σκόπια, 1.000 τ.μ. το καθένα, μέσω της Veropoulos Bros ΑΕ, το τρίτο θα λειτουργήσει στην περιοχή του Τέτοβου, ενώ ο κ. Κ. Βερόπουλος μιλώντας προς «Το Βήμα» δήλωσε πως στις προθέσεις του είναι η δημιουργία τριών-τεσσάρων καταστημάτων ακόμη. Η συνεργασία με τη Γερμανός ΑΕ, η οποία εγκαινιάστηκε στα καταστήματα των Σκοπίων, πρόκειται να διευρυνθεί και στην ελληνική αγορά, παραχωρώντας της χώρους κατ’ αρχάς σε τέσσερα-πέντε μεγάλα καταστήματα. Παράλληλα περίπου το ένα τρίτο των καταστημάτων που διαθέτει η αλυσίδα ανήκει στην κατηγορία των μικρών (με την επωνυμία Express Spar).


Στη διάρκεια του 1998 οι συνολικές πωλήσεις του ομίλου, με 158 καταστήματα στη δύναμή του (από αυτά τα 25 δημιουργήθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων 13 μηνών), συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών Μ. Χαλκιαδάκης ΑΕ και Ευρώτας ΑΕ (σε αυτήν ανήκουν τα 12 βενζινάδικα που λειτουργούν έξω από ισάριθμα σουπερμάρκετ), θα ανέλθουν σε 160 δισ. δρχ., έναντι 133 δισ. δρχ. του 1997 (χωρίς να συνυπολογίζεται η Ευρώτας ΑΕ).


* ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ


Στην επόμενη θέση βρίσκεται η μοναδική εντός Χρηματιστηρίου εταιρεία του κλάδου, η ΑΒ Βασιλόπουλος ΑΕ, που ανήκει κατά πλειονότητα στο βελγικό λιανεμπορικό γκρουπ Delaiz le Lion. Παρουσιάζει ίσως ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι συμμετείχε στις μειώσεις των τιμών του Σεπτεμβρίου και οι πωλήσεις της παρουσίασαν αύξηση της τάξεως του 20%. Στη διάρκεια μάλιστα του εννεαμήνου οι πωλήσεις της ανήλθαν στα 107 δισ. δρχ.


Ετσι με 39 καταστήματα στη δύναμή της οι πωλήσεις της στη διάρκεια του 1998 θα ανέλθουν στα 125 δισ. δρχ., ενώ ως το τέλος του Δεκεμβρίου η διοίκηση της εταιρείας σχεδιάζει να δημιουργήσει άλλα τρία καταστήματα στην περιοχή της Αττικής. Το ενδιαφέρον της όμως έχει επικεντρωθεί στην αγορά της Θεσσαλονίκης και στη διάρκεια των τελευταίων μηνών αναζητεί μεγάλα ακίνητα για τη δημιουργία καταστημάτων.


* ΑΤΛΑΝΤΙΚ


Στην πέμπτη θέση βρίσκεται η εταιρεία Ατλάντικ ΑΕ, που ανήκει στην οικογένεια Αποστόλου και μέσω του προμηθευτικού συνεταιρισμού Κυψέλη ΣΠΕ, όπου συμμετέχει, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση του αντίστοιχου οργανισμού Ελληνική Συνεργασία, συμμαχώντας με τους ΕΛΟΜΑΣ και ΕΛΟΜΕΣ. Τον περασμένο Οκτώβριο από την Ελληνική Συνεργασία διαγράφτηκαν ­ και ως εκ τούτου αποχώρησαν ­ οι οργανισμοί ΕΛΟΜΑΣ και ΕΛΟΜΕΣ.


Πρόκειται για σημαντικό γεγονός που άλλαξε τον «χάρτη» των προμηθευτικών οργανισμών που λειτουργούν στον κλάδο των σουπερμάρκετ. Μιλώντας ο κ. Μ. Αποστόλου προς «Το Βήμα» και αναφερόμενος στην πολιτική την οποία προτίθεται να ακολουθήσει έναντι των προμηθευτών του το 1999, είπε ότι «αν οι προμηθευτικές επιχειρήσεις δεν προχωρήσουν σε ανατίμηση τιμών, θα ισχύουν οι συμφωνίες του 1998».


Στη διάρκεια του 1998 οι πωλήσεις της εταιρείας Ατλάντικ ΑΕ διαμορφώθηκαν στα επίπεδα του 1997, δηλαδή περί τα 100 δισ. δρχ, ενώ παράλληλα τα κέρδη της θα είναι μειωμένα (πέρυσι ήταν 393 εκατ. δρχ.). Ο ίδιος πρόσθεσε ότι το 1999 «θα χτυπηθούν ακόμη περισσότερο οι τιμές, διότι κανείς δεν θέλει να περιοριστεί το μερίδιο που ήδη κατέχει».


* ΤΡΟΦΟ ­ ΕΝΑ


Στην επόμενη θέση βρίσκεται ο όμιλος Σπανού, που δραστηριοποιείται τόσο στη λιανική όσο και στη χονδρική πώληση, στον οποίο ανήκουν οι εταιρείες Τροφό ΑΕ και ΕΝΑ ΑΕ. Οι συνολικές πωλήσεις του ομίλου, στον οποίο ανήκουν 54 καταστήματα, στη διάρκεια του 1998 θα ανέλθουν περίπου στα 95 δισ. δρχ., έναντι 80 δισ. δρχ. του 1997.


Συγκεκριμένα η Τροφό ΑΕ με 43 καταστήματα θα παρουσιάσει πωλήσεις περί τα 60 δισ., έναντι 50 δισ. το 1997, ενώ η ΕΝΑ ΑΕ, στην οποία ανήκει ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά cash and carry της αγοράς (έχει 11 καταστήματα στη δύναμή της) θα έχει πωλήσεις ύψους 35 δισ. δρχ., έναντι 30 δισ. δρχ. του 1997.


* ΜΕΤΡΟ


Ακολουθεί η εταιρεία Μετρό ΑΕΒΕ, η δραστηριότητα της οποίας κινείται τόσο στο επίπεδο της λιανικής όσο και της χονδρικής πώλησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μετρό ΑΕΒΕ είναι πρώτη εταιρεία που εισήγαγε στην ελληνική αγορά, από τη δεκαετία του ’70, την οργανωμένη μορφή του χονδρεμπορικού καταστήματος (cash and carry).


Διαθέτει ήδη 45 καταστήματα, εκ των οποίων τα 28 είναι σουπερμάρκετ και λειτουργούν στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ενώ τα 17 είναι χονδρεμπορικά καταστήματα και βρίσκονται τόσο στην Αττική όσο και στην επαρχία. Ο κ. Π. Παντελιάδης ακολουθεί με εξαιρετική συνέπεια την πολιτική που έχει χαράξει από χρόνια, σύμφωνα με την οποία δεν δημιουργεί σουπερμάρκετ σε πόλεις εκτός Αττικής. Στην επαρχία αναπτύσσεται με τα cash and carry. Οι πωλήσεις της εταιρείας στη διάρκεια του 1998 θα ανέλθουν στα 73 δισ. δρχ., έναντι 63,8 δισ. δρχ. του 1997, σημειώνοντας αύξηση κατά 15%.


* ΜΑΣΟΥΤΗΣ


Στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται οι εταιρείες Μασούτης ΑΕ και Πέντε ΑΕ. Η Μασούτης ΑΕ δραστηριοποιείται στη Βόρεια Ελλάδα, όπου διαθέτει 50 καταστήματα, και την πρωτοκαθεδρία της αμφισβητεί ο όμιλος Μαρινόπουλου. Είναι χαρακτηριστικός ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο εταιρειών, αφού σε όποια περιοχή ανοίξει κατάστημα ο ένας, αμέσως μετά ανοίγει και ο άλλος.


Το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται στο γεγονός ότι από τα 50 καταστήματα μόνο τα 22 βρίσκονται στην αγορά της Θεσσαλονίκης, όπου ο ανταγωνισμός είναι ανελέητος και το επίπεδο των τιμών είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Αττικής, ενώ τα υπόλοιπα 28 βρίσκονται σε άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Στη διάρκεια του 1998 οι πωλήσεις της εταιρείας θα ανέλθουν στα 60 δισ. δρχ., έναντι 49,5 δισ. του 1997 και τα κέρδη της θα υπερβούν το ένα δισ. δρχ.


* ΓΑΛΑΞΙΑΣ


Η εταιρεία Πέντε ΑΕ στην οποία ανήκουν τα καταστήματα Γαλαξίας (θυγατρική της είναι η Αργώ ΑΕ, η οποία επίσης έχει καταστήματα Γαλαξίας) διατηρεί υψηλή θέση στην κερδοφορία του κλάδου και σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία του 1997 ήταν η δεύτερη κατά σειρά εταιρεία. Στη διάρκεια του 1998 οι συνολικές πωλήσεις των δύο εταιρειών θα είναι μεγαλύτερες των 55 δισ. δρχ., έναντι 49,4 δισ. δρχ. το 1997.