” Οι παρέες γράφουν ιστορία ”
Ωσπου να φθάσει στο καμαρίνι της από την είσοδο του θεάτρου Ηβη, όπου πρωταγωνιστεί στο έργο των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου «Μπαμπά… μην ξαναπεθάνεις… Παρασκευή», θα πρέπει να την αγκάλιασαν τουλάχιστον πέντε άνθρωποι. Ετσι είναι η Χρυσούλα Ρώπα: έξω καρδιά. Και η αγκαλιά της δεν είναι θεατρική, σαν και αυτές που δίνονται στα φουαγέ και στα παρασκήνια μπροστά στα φλας και στα βλέμματα των κοσμικών. Αφαιρεί το σκουφάκι της, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη και αρχίζει την ιεροτελεστία της προετοιμασίας της για να βγει στη σκηνή. Υστερα από δύο προσπάθειες να πιει έναν ωραίο καφέ – οι οποίες δυστυχώς δεν ευδοκίμησαν – μου ζήτησε να πατήσω το κουμπί και να αρχίσει η μαγνητοφώνηση της συνομιλίας μας. Το κουμπί πατήθηκε αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι πολλές φορές χρειάστηκε να κλείσω το μαγνητόφωνο αφού κάθε φορά μία ακόμη αγκαλιά από κάποιο μέλος της «παρέας» – όρο που εξηγεί η ίδια παρακάτω – διέκοπτε αιφνιδιαστικά τη συνομιλία και έφερνε στο πρόσωπό της ένα τεράστιο χαμόγελο.
– Συνεργάζεστε για μία ακόμη φορά με ανθρώπους με τους οποίους έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν αρκετές φορές. Είστε υπέρ της «παρέας»;
«Οι παρέες γράφουν ιστορία. Οταν είναι και επιλογή του ηθοποιού, όπως είναι και δική μου, ακόμη περισσότερο. Ηταν επιλογή μου ο Λαζόπουλος, ο Φασουλής και τώρα τα παιδιά. Ημουν αποφασισμένη να τους αγαπώ όπως και αν είναι και να δουλεύω μαζί τους».
– Τι εισπράττετε από αυτό;
«Ανθρωπιά, σιγουριά, χαρά. Καλλιτεχνικά το παιχνίδι παίζεται σε επίπεδο εμπιστοσύνης. Δεν βάζεις συνέχεια το μυαλό σου να επεξεργάζεται αν αυτό που σου είπε ο άλλος είναι καλό. Με κλειστά τα μάτια πηγαίνεις. Αυτό αφενός έχει μια ευκολία, αφετέρου έχει ένα ρίσκο. Στην περίπτωσή μου αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ εποικοδομητικό κάθε ρίσκο που πήρα».
– Είναι εύκολο να δημιουργηθεί μια τέτοια παρέα σήμερα;
«Ποτέ δεν ήταν. Ακόμη και όταν επέλεξα τον Σταμάτη Φασουλή δεν ήταν. Χρειάζονται θυσίες και από τα δύο μέρη και ίσως κάτι ανεξήγητο γιατί ο ένας θέλει να δουλεύει με τον άλλον. Για μένα αυτό είναι η ουσία αυτής της ζωής, που την έχω μπλέξει με το θέατρο: να θέλω να είμαι με αυτούς τους ανθρώπους που είμαι. Δεν ξέρω αν είναι τύχη ή καθαρή επιλογή…».
– Εκτός από τη συνεργασία με ανθρώπους που αγαπάς και επιλέγεις ποια είναι πλέον τα υπόλοιπα κριτήρια για να αποδεχθείς μια συνεργασία;
«Το να κρίνω ότι είναι ταλαντούχοι άνθρωποι».
– Εχετε κάνει υποχωρήσεις σε περιπτώσεις που δεν ήσασταν απόλυτα ικανοποιημένη;
«Οχι. Είμαι από τα πάρα πολύ τυχερά άτομα. Εκεί δεν μπορώ να το αποδώσω σε κάτι άλλο. Αν είναι κάτι που δεν μου αρέσει, δεν πηγαίνω».
– Δεν έχει τύχει ωστόσο κάποια δουλειά την οποία αρχικά κρίνατε καλή αλλά στην πορεία αποδείχθηκε ότι απείχε από αυτό που φανταζόσασταν;
«Μία φορά. Το αντιμετωπίζω όμως σαν ένας επαγγελματίας ο οποίος όταν πάει σπίτι του χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο αλλά είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί τα μεροκάματα όλων των άλλων ανθρώπων από πίσω και να περιμένει να τελειώσει η σεζόν. Το ίδιο θα έκανα και τώρα αν μου ξανασυνέβαινε. Θεωρώ βιοποριστικό επάγγελμα αυτό του ηθοποιού και ότι εγώ έχω ένα πολύ προνομιούχο πόστο σε αυτή τη “συλλογική κομπίνα” που στήνεται».
– Σε σχέση με τα όνειρα που είχατε θέσει στο ξεκίνημά σας πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα;
«Καμία σχέση. Ολα έχουν αλλάξει. Κατ’ αρχάς δεν ήξερα ότι είμαι κωμική ηθοποιός και ότι θα κάνω συνέχεια κωμωδία στη ζωή μου. Αυτό με εξέπληξε φοβερά. Κατά δεύτερον, δεν ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα από το Παρίσι. Νομίζω ότι ναυάγησε ένα καράβι και βγήκα. Τρίτον, έχω πράγματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου για τα οποία έχω ακόμη διάφορες δικαιολογίες και τα οποία τρενάρω».
– Είναι απωθημένα;
«Οχι, είναι όνειρα. Δεν το χρεώνω σε κάποιον. Είναι τα άτιμα όμως ολοζώντανα και πάντα “φρέσκα”. Θα σου πω ένα πολύ τραβηγμένο: πιστεύω ότι θα παίξω σε ταινία του Αλμοδόβαρ. Είναι ένα όνειρο το οποίο δεν τολμώ να διαψεύσω. Είναι τρελά πράγματα αλλά δεν θέλω να τα απωθήσω».
– Τα όνειρά σας σάς τροφοδοτούν με ενέργεια;
«Εμένα πολύ. Και όχι μόνο αυτά τα οποία είναι εφικτά. Αλλά ξέρεις και εγώ πολλές φορές σε αυτή τη ζωή την πάτησα… Πολλά πράγματα όμως που ονειρεύτηκα έγιναν, όπως π.χ. το ότι παίζω στο θέατρο, άρα και εγώ συνεχίζω να ονειρεύομαι ακραία πράγματα. Είναι μεγάλη ελευθερία αυτή. Ας πούμε πιστεύω ότι σύντομα θα παίξω σε μια γαλλική σκηνή».
– Την ίδια ελευθερία που νιώθετε στη δουλειά σας τη νιώθετε και στη ζωή σας;
«Ναι. Είναι το πιο βασικό πράγμα αυτό για μένα, το να νιώθω ελεύθερη».
– Είναι κατάκτηση;
«Ναι. Το αντίβαρο υπάρχει. Κάτι θυσιάζεις για να έχεις αυτό. Οπως λέει και ο Καζαντζάκης, “το θέμα δεν είναι να είσαι ελεύθερος, το θέμα είναι να μάχεσαι για μια ελευθερία”».
– Εχετε σκεφθεί ποτέ να παίξετε σε έργο που δεν θα είναι κωμωδία;
«Οχι. Αυτό θα ήταν προσβολή. Ούτε στον εαυτό μου δεν θα τολμούσα να το πω αυτό!».
– Είναι τόσο μεγάλη η διαφορά του ηθοποιού που ερμηνεύει έναν δραματικό ρόλο και αυτού που ερμηνεύει έναν κωμικό;
«Οχι, δεν υποστηρίζω ότι ένας ηθοποιός που κάνει δράμα υπερτερεί ή υστερεί σε κάτι. Εγώ αυτό το είδος υπηρετώ και αυτό το είδος μαθαίνω ακόμη. Μου ανοίγονται οι ουρανοί, ας πούμε. Επειδή δεν έχω εμπειρία στο δραματικό θέατρο, δεν είναι κάτι που μπορώ να νοσταλγώ ούτε θέλω να κάνω επίδειξη ικανοτήτων και δυνάμεων. Γενικά δεν θέλω να κάνω “μετρήματα” στη ζωή με τίποτε. Δεν φεύγω, τρέχω στα μετρήματα και δεν ξαναγυρίζω ποτέ».
– Ο κόσμος αυτή την περίοδο πιστεύετε ότι έχει περισσότερο ανάγκη την κωμωδία;
«Πάντα την έχει ο κόσμος. Πάντα είναι ζορισμένος και έχει ανάγκη το γέλιο. Είναι ευλογία το γέλιο, όπως και το κλάμα».
– Ποιο είναι το στοιχείο το οποίο σας χαροποιεί περισσότερο απ’ οτιδήποτε όταν παίζετε;
«Το ότι κάνω θέατρο. Είναι ένα μεγάλο όνειρο το οποίο πραγματοποιήθηκε και ακόμη δεν το πιστεύω. Είναι ένα μεγάλο δώρο το οποίο είναι σαν βασιλικός και πρέπει να το ποτίζω. Αν αυτό που ζω λέγεται ευτυχία, είμαι ευτυχισμένη».
– Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί στο ελληνικό θέατρο σήμερα;
«Πολλά πράγματα. Αυτό που πηγαίνει ο καθένας και ανοίγει ένα δικό του θέατρο με στενοχωρεί, με προβληματίζει. Σαν σουβλατζίδικα ξεφυτρώνουν… Αυτό που γίνεται είναι κόντρα στη φύση της δουλειάς. Το θέατρο είναι συλλογική δουλειά. Δεν μπορεί όλο το Παρίσι και το Λονδίνο να έχει τόσα θέατρα όσα όλη η Ελλάδα. Με θλίβει αυτό το γεγονός. Δεν θέλω να το κριτικάρω, απλώς μου δίνει μια αίσθηση μελαγχολίας…».



