Ο κανίβαλος που έγινε καρνάβαλος





Το 1986, όταν ούτε ο Αντονι Χόπκινς ήταν βέβαιος για το αν εξακολουθούσε να υφίσταται (ο αλκοολισμός παραλίγο να καταστρέψει ολοκληρωτικά την καριέρα του), ένας άγνωστος ακόμη σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο σκηνοθέτης ονόματι Μάικλ Μαν ανακάλυπτε τον Χάνιμπαλ – The Cannibal – Λέκτερ. Και μαζί του, αν και με άλλο βρετανό ηθοποιό στον ρόλο του Λέκτερ (Μπράιαν Κοξ), τον ανακάλυπταν και κάποιοι θεατές. Ο Μαν (που τότε απολάμβανε την επιτυχία της τηλεοπτικής αστυνομικής σειράς «Οι σκληροί του Μαϊάμι») ήταν ο πρώτος κινηματογραφιστής που, υπό την προστασία του παραγωγού Ντίνο Ντε Λαουρέντις, αφοσιώθηκε στην κινηματογραφική αποκρυστάλλωση του σκοτεινού σύμπαντος του «Κόκκινου δράκου», του μυθιστορήματος δηλαδή του Τόμας Χάρις, όπου το ανθρωποφάγο τέρας και ιδιοφυής ψυχίατρος Χάνιμπαλ Λέκτερ κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στη λογοτεχνία.


Η ταινία δεν είχε καν τον τίτλο του βιβλίου· μετονομάστηκε «Manhunter» και έτσι ακριβώς μεταφράστηκε στην Ελλάδα:«Ανθρωποκυνηγός». Βυθισμένη μέσα στη μουντάδα των σκιών που «έσπαγαν» από τον ακτινοβόλο «νέον» φωτισμό του διευθυντή φωτογραφίας Ντάντε Σπινότι και υπό τους διαπεραστικούς ηλεκτρονικούς ήχους των Tangerine Dream, η ταινία, μια κλασική αναμέτρηση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, με θετικό ήρωα έναν χαρισματικό πράκτορα του FBI (Γουίλιαμ Πίτερσεν) που σκέφτεται όπως οι δολοφόνοι που καταδιώκει, κατέληξε σε ένα αυθεντικό θρίλερ Τέχνης, μια λαμπρή άσκηση στον γερμανικό εξπρεσιονισμό που πήρε δέκα με τόνο και έπεισε τους πάντες ότι ο Μαν («Ενταση», «The insider») δεν ήταν κάποιος τυχαίος.


Η γέννηση του θρύλου


Εν έτει 2002 ο Αντονι Χόπκινς όχι μόνον έχει ξεπεράσει το πρόβλημα του αλκοολισμού του αλλά απολαμβάνει τις δάφνες που συνοδεύουν τις δικές του επιτυχίες ως ανθρωποφάγος Λέκτερ. Ο Χόπκινς έκανε διάσημο τον Λέκτερ (και τον εαυτό του) το 1991 με τη «Σιωπή των αμνών». Μια ταινία που βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Χάρις (η «Σιωπή» ακολούθησε τον «Κόκκινο δράκο») και χάρισε στον ουαλλό ηθοποιό το Οσκαρ ερμηνείας. (Ωστόσο αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η κινηματογραφική «Σιωπή των αμνών» γεννήθηκε την κατάλληλη εποχή, όταν ως «κακός» ήρωας της μυθοπλασίας, ο serial killer ξεπερνούσε σε φήμη τους γκάνγκστερ, τους μεγαλεμπόρους ναρκωτικών, τους τρομοκράτες και τα εξωγήινα όντα. Ηταν ένα νοσηρό φαινόμενο της καθημερινότητας, το οποίο αναπτυσσόταν με τους τάχιστους ρυθμούς μιας σοβαρής επιδημίας).


Πρόπερσι όμως ο Χόπκινς δεν δίστασε να γελοιοποιήσει τον διασημότερο ήρωα της φιλμογραφίας του με τον «Χάνιμπαλ» του Ρίντλεϊ Σκοτ, κινηματογραφική διασκευή της αρπαχτής με σκελετό το τρίτο και ως σήμερα τελευταίο μυθιστόρημα της «σειράς Λέκτερ», πάντα με τη σφραγίδα του Χάρις. Το ανθρώπινο τέρας έγινε τερατώδες καρτούν, κάτι σαν παρωδία του ίδιου εαυτού του, ένα καλοαναθρεμμένο μοντελάκι του Γκούτσι που έκοβε επιδεικτικά βόλτες στη Φλωρεντία, μοίραζε αριστερά και δεξιά τις γνώσεις του περί Τέχνης και για να τονίσει το ταλέντο του στη μαγειρική τηγάνιζε ανθρώπινα μυαλά πανέ και τα τάιζε στον… κάτοχό τους (Ρέι Λιότα). Και να που σήμερα ο ίδιος ηθοποιός κατάφερε να κάνει τον Λέκτερ «κουκιά μασημένα» στον «Κόκκινο δράκο» («Red dragon») που από την περασμένη Παρασκευή φιλοξενείται σε αμέτρητες αίθουσες ανά την Ελλάδα.


Η πεπατημένη


Ο «Κόκκινος δράκος» είναι βέβαια το ίδιο έργο που ο Μαν ανακάλυψε προτού η «Λεκτερ-μανία» γίνει της μόδας. Μάλιστα, όπως προσωπικώς αντιλήφθηκα ύστερα από μια πρόσφατη προβολή του «Ανθρωποκυνηγού» από την τηλεόραση, ο σκηνοθέτης είχε καταφέρει να της δώσει μια όψη διαχρονικότητας. Η ταινία όχι μόνο δεν έχει «γεράσει» έστω και μια μέρα, αλλά ως φόρμα δείχνει – και είναι – πιο μοντέρνα από ό,τι το εφετινό ριμέικ της.


Στη νέα ταινία, αν εξαιρέσουμε την εισαγωγή, όπου προτού ακόμη πέσουν οι τίτλοι, στην καλύτερη σκηνή του έργου, βλέπουμε το πώς ο πράκτορας Γκρέιαμ (Εντουαρντ Νόρτον) συνέλαβε τον Λέκτερ, αυτό που απομένει είναι ένα εύπεπτο μεν σύνολο που όμως φαντάζει ως φθαρμένη και θολή φωτοκόπια του «Ανθρωποκυνηγού»· τίποτε παραπάνω από ένα θριλεράκι της σειράς, που πολλοί θα πουν ότι είναι ασυγκρίτως κατώτερο της «Σιωπής των αμνών» και απλώς ανώτερο του «Χάνιμπαλ». Ελάχιστοι φυσικά θα θυμηθούν τον «Ανθρωποκυνηγό», από τον οποίο διαφέρει σε δύο ακόμη σημαντικά σημεία: α) στον «Κόκκινο δράκο» οι σκηνές τις οποίες ο κανίβαλος μοιράζεται με τον Γκρέιαμ ως «καθοδηγητής» του για τη σύλληψη ενός άλλου κατ’ ξακολούθησιν δολοφόνου, είναι απλώς μεγαλύτερες σε διάρκεια και β) ο δολοφόνος στου οποίου το κατόπι βρίσκεται ο Γκρέιαμ έχει την εμφάνιση ενός προικισμένου γόη, όπως ο Ρέιφ Φάινς, προτιμότερος από ό,τι φαίνεται για τα glossy πρότυπα της εποχής μπροστά στην ασχημόφατσα του άγνωστου φαλακρού καρατερίστα Τομ Νόναν που είχε τον ίδιο ρόλο στον «Ανθρωποκυνηγό» και ήταν τέλειος.


Το «ξεχείλωμα» των σκηνών του Λέκτερ όμως δεν πρέπει να μας προκαλεί απορία. Σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζουν την (μεταφρασμένη σε δολάρια) επιτυχία στο Χόλιγουντ, οι σκηνές του Λέκτερ οφείλουν πλέον να είναι μεγαλύτερες, ακόμη και αν δεν κρίνονται ιδιαιτέρως απαραίτητες (όπως άλλωστε συμβαίνει). Ειδάλλως, τολμώ να πω ότι η ταινία δεν θα είχε ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Ο Λέκτερ είναι πλέον το προϊόν, όχι το σενάριο, ούτε καν η ταινία. Αυτός θα τα «φέρει». Τον Λέκτερ θέλει να τρέξει για να δει το κοινό διότι ο Λέκτερ το έχει γοητεύσει.


Το τέλος του θρύλου


Το αν θα απογοητευθεί ή όχι το κοινό, είναι βεβαίως μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Γιατί όσο βλέπουμε τον Χάνιμπαλ να υποβιβάζεται είτε στο καρτούν του «Χάνιμπαλ» είτε σε κάτι τόσο διεκπεραιωτικό και άχαρο όσο η χρυσή μετριότητα του «Κόκκινου δράκου», τόσο νοσταλγούμε το διαλεκτικό, εγκεφαλικό παιχνίδι (quid pro quo) ανάμεσα στο τέρας και στην Κλαρίς Στέρλινγκ (Τζόντι Φόστερ) που έκανε τη «Σιωπή των αμνών» όχι απλώς ένα ενδιαφέρον θρίλερ αλλά μια εμπειρία στον τρόμο. Και τόσο νοσταλγούμε, όσοι από εμάς τους λίγους την θυμόμαστε, τη θαυμαστή οικονομία χρόνου με την οποία ενέταξε τον ανθρωποφάγο καθοδηγητή του Γκρέιαμ στη δική του ταινία ο Μαν.


Είναι προφανές ότι όπως ο κανίβαλος Λέκτερ δεν μπορεί να χορτάσει καταβροχθίζοντας ανθρώπινα συκωτάκια με τη συνοδεία Κιάντι, έτσι και το Χόλιγουντ δεν μπορεί να αγνοήσει τα καυτά δολάρια που αναμένεται να σκάσουν στα ταμεία, με μία ακόμη κινηματογραφική περιπέτεια του Λέκτερ.


Αν μάλιστα ο Τόμας Χάρις ήταν τόσο παραγωγικός όσο, για παράδειγμα, ο Ιαν Φλέμινγκ, τότε ο Χάνιμπαλ Λέκτερ θα ήταν για τους serial killers ό,τι έγινε για τους κατασκόπους ο Τζέιμς Μποντ. Ακόμη χειρότερα, αν ο Χάνιμπαλ Λέκτερ συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς (με ή χωρίς μυθιστορήματα πίσω του), σύντομα θα γίνει αντίστοιχος του Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες» ή των serial killers των ατελείωτων ταινιών «Παρασκευή και 13» και «Η νύχτα με τις μάσκες». Και ο Χόπκινς, κρίνοντας από τη στάση που ως τώρα έχει κρατήσει, πιθανόν να ακολουθεί ως… αμνός όλα αυτά τα σχέδια, υπάκουος υπηρέτης του Ντον Ντίνο, παραγωγού τόσο του «Χάνιμπαλ» όσο και του φρέσκου «Κόκκινου δράκου». Αδιαφορώντας πλήρως για το τελικό αποτέλεσμα, θα τσεπώνει τα φράγκα, θα επαναλαμβάνει αυτό που έχει μάθει πολύ καλά τόσα χρόνια και όλοι θα μένουν ευχαριστημένοι. Ή, μάλλον, σχεδόν όλοι.


Η ταινία «Κόκκινος δράκος» προβάλλεται στις αίθουσες από την περασμένη Παρασκευή.


Η ταινία «Ανθρωποκυνηγός» («Manhunter») κυκλοφορεί σε DVD και μπορεί να παραγγελθεί από ενημερωμένα καταστήματα του εσωτερικού και του εξωτερικού (www.amazon.com)