Μελωδίες και οράματα της μεταπολεμικής Ελλάδας παρελαύνουν στην Εκθεση Παρτιτούρας παλιού ελληνικού ελαφρού τραγουδιού και οπερέτας που φιλοξενείται στην Αθήνα ώς τα τέλη του μήνα. «Το γελεκάκι», «Δυο μαύρα μάτια με γελάσανε», «Για μας κελαηδούν τα πουλιά», «Τιριτόμπα» και άλλα πολλά ζωντανεύουν χάρη στο μεράκι ενός φιλόμουσου συλλέκτη
Η πάλαι ποτέ «αρχόντισσα» του ελαφρού τραγουδιού Στέλλα Γκρέκα τού εκμυστηρεύθηκε πώς απέρριψε το «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες». Οι στίχοι τής φάνηκαν, λέει, τότε, εν έτει 1945, «σαχλοί» και ο στιχουργός Κώστας Κιούσης εναπέθεσε αλλού τους ένοχους και ντροπαλούς οφθαλμούς του. Η ίδια βέβαια μετάνιωσε, μετάνιωσε οικτρά. Και για τον «εξομολογητή» της Πάνο Μαυραγάνη, τέως αξιωματούχο του Πολεμικού Ναυτικού και νυν συλλέκτη «παζλ» του τραγουδιστικού παρελθόντος μας, η ιστορία αυτή, όπως και αναρίθμητες άλλες, ανασύρθηκε, ζωντάνεψε, αρχειοθετήθηκε. Οχι μόνη της· παρέα με 2.500 παρτιτούρες τραγουδιών που μονοπώλησαν γραμμόφωνα και αθηναϊκές σκηνές από το 1885 ώς το 1959. Ο ίδιος αυτός ο ερασιτέχνης τού συλλέγειν ουδεμία σχέση έχει με τη μουσική. Μόνο, όπως λέει, με τη νοσταλγία και τον ρομαντισμό του κωμειδυλλίου, της επιθεώρησης, της οπερέτας.
Η συλλογή ξεκίνησε πριν από 20 περίπου χρόνια όταν σε μια βόλτα στο Μοναστηράκι σκόνταψε στη θρυλική «Περουζέ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. «Και έτσι άρχισα να μαζεύω… Να καταγράφω και να μαζεύω… Στην αρχή σε κάτι μικρά χαρτάκια· μετά, σε κατάστιχα και, τέλος, στον κομπιούτερ μου». Μαζί εγκαινιάστηκαν και οι «αποστολές» σε παλαιοβιβλιοπωλεία της Αθήνας, της Αμβέρσας, του Λονδίνου. Οι παρτιτούρες συσσωρεύονταν: από το «Πώς ήθελα» του Νίκου Χατζηαποστόλου με νότες «δι’ άσμα και κλειδοκύμβαλον» ώς τα «Μάτια πλάνα» του Σώσου Ιωαννίδη και το «Αλεκάκι» από τα «Παναθήναια του 1915», μια «Επιθεώρισι εις μέρη τρία» των Αννίνου – Δημητρακόπουλου – Τσοκόπουλου. Δεν λείπουν οι ιδιόχειρες αφιερώσεις και τα παντός είδους σχόλια των συνθετών «ο Αττίκ τυγχάνει ο πιο πολυγραφότατος από όλους», οι στίχοι είναι όπως πρωτογράφτηκαν προτού μεσολαβήσουν οι αναπόφευκτες αλχημείες: οι υπογραφές των κορυφαίων μουσικών εκδοτικών οίκων της εποχής, των Γαϊτάνου – Κωνσταντινίδη – Σταρρ, Μυστακίδου και Μακρή κ.ά.
Το εικαστικό μέρος της παρτιτούρας παρουσιάζει από μόνο του ιδιαίτερο ενδιαφέρον: βαμπ σκίτσα της Σοφίας Βέμπο, πορφυρά φεγγάρια για τη «Βαρκαρόλα» του Κώστα Γιαννίδη, παιχνιδιάρηδες αρλεκίνοι από την οπερέτα του Γιάννη Παπαϊωάννου, φωτογραφίες λάγνων κορασίδων του ’30 και του ’40, άνθη πλαισιωμένα από μπλε βλεφαρίδες, πομπώδεις υπογραφές και κατατοπιστικά σχόλια του τύπου «Δευτέρα έκδοσις, απηλλαγμένη τυπογραφικών λαθών» ή γαλλοτραφείς μνείες: «Το νέο success της Βέμπο “Συγγνώμη σου ζητώ”». Οι καλλιτέχνες όμως των αριστουργηματικών πολλές φορές εξωφύλλων αρνούνται να βάλουν την υπογραφή τους. Δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις του οπισθόφυλλου για τα μυροπωλεία του κέντρου και τα «ξακουστά» κλειδοκύμβαλα της εταιρείας πιάνων Stapp.
Η έρευνα χρονοβόρα και διόλου επικερδής «οι τιμές κυμαίνονται από 2.000 ώς 18.000 δραχμές, δεν μπορώ να πω ότι η συλλογή μού κόστισε και λίγο», αναφέρει για το «χόμπι – αρρώστια» του ο κ. Μαυραγάνης. Η έρευνα όμως απέδωσε· σε αυτό βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδοποιοί της παλιάς Ελλάδας. Μόνο η «Πιτσιρίκα» του Γιάννη Σπάρτακου του διαφεύγει ακόμη «άλλωστε ούτε ο ίδιος ο δημιουργός της την έχει κρατήσει». Και επειδή ακόμη και μια τσαλακωμένη παρτιτούρα μπορεί να διεκδικήσει τη δική της θέση στον κυβερνοχώρο, ο μερακλής συλλέκτης διείσδυσε προσφάτως και στο Δίκτυο.
Στη διεύθυνση https://users.hol.gr./posi πάνω από 4.000 παλιά τραγούδια (πάντα ώς το 1959) βρίσκονται δίπλα στους εμπνευστές, τους ερμηνευτές τους, την ημερομηνία γέννησής τους και τυχόν σχόλια που ανευρέθησαν στην παρτιτούρα τους ή επεξηγήσεις του ίδιου του συλλέκτη. Ετσι, πλάι στο αρκετά εύγλωττο «Αδικα πήγαν τα μάτια μου» του 1936 σε στίχους Δανάης – Αττίκ και μουσική Αττίκ διαβάζει κανείς: «Εμπνευσμένο από την αντιπροτελευταία μου αγάπη (κρύβω και αγνοώ τα των άλλων δύο)» «εξετελέσθη διά πρώτην φοράν εις την “Μάντραν” του Αττίκ υπό του ιδίου».
Ο κ. Μαυραγάνης ουδέποτε επισκέφθηκε την περιβόητη «Μάντρα», για την οποία η Δανάη έλεγε: «Τι ακριβώς ήταν; Πολλά πράγματα και τίποτε. Λίγο Παρίσι, λίγη Ανατολή, κάμποση Αθήνα και πολύς Αττίκ. Αν της τον πάρετε τον Αττίκ αποσυντίθεται εις τα εξ ων συνετέθη… Λίγη παριζιάνικη μπουάτ, λίγη αθηναϊκή επιθεώρηση, ύφος βαριετέ ή ταβέρνας, ένα είδος μουσικοφιλολογικής στοάς όπου δεν υπήρξε σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ σκηνής και πλατείας». Οι παρτιτούρες όμως που συγκέντρωσε όλα αυτά τα χρόνια τον ξενάγησαν σε όλα τα παλιά στέκια. Τον έφεραν κοντά στις μελωδίες που πρωτάκουσε τη δεκαετία του ’50 από το ραδιόφωνο του ΕΙΡ και της ΥΕΝΕΔ. Και πρόσφατα τον νανούρισαν με τις γλυκόπικρες τύψεις της Στέλλας Γκρέκα.
Η Πανελλήνια Εκθεση Παρτιτούρας (Συλλογή Πάνου Μαυραγάνη) φιλοξενείται στο Ασσος – Καφέ Παράσταση (Βαλτετσίου 15 & Ιπποκράτους, τηλ. 3644.367) ώς τις 28 Φεβρουαρίου.



