Αν η ανέγερση μουσείου, ενός κτιρίου το οποίο θα φιλοξενούσε τους αρχαίους ελληνικούς θησαυρούς, υπήρξε μία από τις άμεσες αναγκαιότητες του νέου ελληνικού κράτους από την πρώτη στιγμή της ανασύστασής του, ασχέτως αν θα έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια έως ότου η ιδέα γίνει πραγματικότητα, η διαμόρφωση του κατάλληλου χώρου που θα το περιέβαλλε και η δημιουργία ενός κήπου κατά το γνωστό ξένο πρότυπο όπως εμφανιζόταν σε δημόσια κτίρια ή ανάκτορα ήρθε πολύ αργότερα. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μπορεί να είχε ολοκληρωθεί το 1889, όμως ο κήπος του θα διαμορφωνόταν στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα – άγνωστο πότε ακριβώς – για να συνοδεύει έκτοτε την εικόνα αλλά και τη ζωή του μουσείου ως αναπόσπαστο τμήμα του. Σήμερα, έναν σχεδόν αιώνα μετά, ο κήπος χρειάζεται ουσιαστική ανανέωση. Πολλά δέντρα «πέθαναν», άλλα εξαπλώθηκαν άναρχα, κάποιες νεωτερικές κατασκευές προστέθηκαν, ο φωτισμός τη νύχτα παραμένει ελλιπής και η παλαιά τσιμεντένια επίστρωση των διαδρόμων πρόσβασης στο μουσείο μειώνει την ιστορική και αισθητική αξία του κτιρίου. Ο κήπος πάλιωσε. Αλλά ένας νέος πρόκειται να υποδεχθεί σε λίγους μήνες τους επισκέπτες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που ανοίγει και πάλι στις παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, αφού πρώτα θα έχει υποστεί σημαντική ανακαίνιση. Ηδη η μελέτη ανάπλασης του περιβάλλοντος χώρου του μουσείου βρίσκεται στον Δήμο Αθηναίων, εγκεκριμένη από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού και αναμένεται η δημοπράτηση για την εκτέλεση του έργου.


Αγαπημένος περίπατος των Αθηναίων σε άλλες εποχές υπήρξε η περιοχή αυτή της Πατησίων. Μετά την ίδρυση μάλιστα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το καφενεδάκι που προϋπήρχε από το 1839, το «Παυσίλυπον», έδωσε τη θέση του σε άλλα αντίστοιχα, το τελευταίο των οποίων έφθασε ως τις ημέρες μας, αν και πλέον δεν βρίσκεται σε λειτουργία. Ο κήπος βρίσκεται σε χαμηλότερη στάθμη από το κτίριο ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους. Είναι γνωστό άλλωστε ότι προ της ανέγερσης του μουσείου στην περιοχή της σημερινής οδού Πατησίων διήρχετο ένα ρέμα. Ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε τον κήπο όμως παραμένει άγνωστος, αν και οι ομοιότητες που υπάρχουν με τον αντίστοιχο κήπο του Ζαππείου οδηγεί στην υπόθεση ότι μπορεί να ήταν κάποιος από τους συνεργάτες του Τσίλερ, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της ανέγερσης τόσο του Ζαππείου Μεγάρου όσο και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.


H προβολή κτιρίου


H γνωστή γαλλική διάταξη των κήπων της εποχής μπροστά από δημόσια κτίρια με ανάλογα παραδείγματα στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου ή στο Μουσείο Ρωσικής Τέχνης της Αγίας Πετρούπολης επαναλήφθηκε και στον κήπο του ελληνικού μουσείου με απώτερο στόχο τη δημιουργία στον επισκέπτη μιας εικόνας μεγαλείου.


Στον κεντρικό άξονα έτσι τοποθετείται μια ζώνη πρασίνου ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο για τον επισκέπτη μια διαδρομή, η οποία ακολουθεί παράπλευρη πορεία ώστε η θέαση του κτιρίου να γίνεται όχι μόνον μετωπικά αλλά και από τις πλάγιες όψεις. Στοιχεία τα οποία δεν αλλάζουν κατά την ανάπλαση του κήπου, αφού όπως επισημαίνει η αρχιτέκτων-πολεοδόμος, κυρία Εφη Καραθανάση, επικεφαλής της ομάδας που εκπόνησε τη μελέτη, βασικός γνώμονας υπήρξε η προβολή του ιστορικού κτιρίου με την καθαρότητα της οπτικής επαφής του με τον δρόμο αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η ανάδειξη της ιστορικής και αισθητικής αξίας του κήπου με την ενίσχυση του λειτουργικού του χαρακτήρα ως ελεύθερου χώρου πρασίνου για την πόλη και ταυτόχρονα όμως ως περιβάλλοντος χώρου ενός μουσείου. Θα πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι πρόκειται για χώρο χαρακτηρισμένο ως αρχαιολογικό ήδη από το 1972 ενώ λόγω της μελλοντικής υπόγειας επέκτασης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου σε τμήμα του κήπου – ύστερα από διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό – αποφασίστηκε, με ειδική θεσμική ρύθμιση που έγινε το 2001, ότι δεν πρόκειται να θιγεί το υφιστάμενο πράσινο ενώ η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο ώστε να διατηρηθούν η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του κτιρίου και του περιγύρου του.


Τα φυσικά υλικά


Χώμα, κηπαίο για τις φυτεύσεις και συμπυκνωμένο για τους διαδρόμους περιπάτου, καθώς και μάρμαρο είναι τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν, μαζί με τα νέα φυτά, τα οποία έχουν στόχο να βελτιώσουν την εικόνα του κήπου. «Βασικός μας στόχος είναι να επαναφέρουμε στο αρχικό σχέδιο τη χάραξη του κήπου» λέει η κυρία Καραθανάση, κάτι πάντως το οποίο δεν επιτυγχάνεται επακριβώς, αφού τα σιντριβάνια που υπήρχαν στα δύο κυκλικά παρτέρια δεν εγκρίθηκε τελικώς να επανέλθουν. Οι μαρμάρινοι κυβόλιθοι ωστόσο τοποθετημένοι στις προσβάσεις προς το κτίριο από την Πατησίων καθώς και μπροστά στην είσοδο του μουσείου αναμένεται να αναβαθμίσουν ουσιαστικά τον κήπο.


Κυπαρίσσια, κουτσουπιές, ακακίες Κωνσταντινουπόλεως, γιουνίπεροι, νεραντζιές είναι τα κυριότερα νέα δέντρα που θα φυτευτούν κατά τη διαδικασία εξυγίανσης του κήπου, αλλά και μικρότερα φυτά όπως δάφνη, θυμάρι, δεντρολίβανο, λεβάντες, λεβαντίνες και σάλβιες, αιγόκλημα, υπέρικο και άκανθα. Συνολικά 1.298 νέα δέντρα και θάμνους προβλέπει η φυτοτεχνική μελέτη, η οποία περιλαμβάνει και γκαζόν σε ορισμένα σημεία. Ο φωτισμός θα είναι τοποθετημένος πολύ χαμηλά ενώ προβολείς θα φωτίζουν μόνον τους φοίνικες αλλά και τις συμβολές των οδών Πατησίων και Τοσίτσα, Πατησίων και Βασιλέως Ηρακλείου καθώς και την πρόσβαση προς τον κήπο από την τελευταία, όχι μόνο για την ανάδειξη του χώρου αλλά και για τη φύλαξή του.


H διαπλάτυνση του πεζοδρομίου της οδού Πατησίων τέλος αποκλείει τη στάθμευση των τουριστικών λεωφορείων – η αποβίβαση των επισκεπτών θα γίνεται πλέον στη Βασιλέως Ηρακλείου – εξασφαλίζοντας την ελεύθερη θέαση του κτιρίου. Ως αυτή τη στιγμή ωστόσο δεν έχει λυθεί αποτελεσματικά το ζήτημα των περιπτέρων επί του πεζοδρομίου, καθώς η μετακίνησή τους στην είσοδο της οδού Τοσίτσα φράσσει τη διέλευση διακόπτοντας και την αισθητική συνέχεια των δύο κτιρίων, του Μουσείου και του Πολυτεχνείου. Ενα ζήτημα το οποίο είναι άγνωστο ακόμη πώς θα λυθεί.