Οδοιπορικό στις ακτές της Μικρασίας
ΟΤΑΝ γύρισα πίσω, πολλοί φίλοι με ρωτούσαν ποια εικόνα ή εντύπωση θα μπορούσε να συνοψίσει τη σύντομη περιήγησή μου στις ακτές της Ιωνίας. Αυτόματα σχεδόν ήρθαν στο νου μου πολλές: τα Δαρδανέλια, το Τρωικό πεδίο, τα τείχη της Ασσου να κατρακυλάνε στη θάλασσα, η γλύκα του Αϊβαλιού, τα λόγια της κυρα-Ζαχρέ, η κωνική μεγαλοπρέπεια της Περγάμου, η παραλία της Σμύρνης, το απόγευμα στην Ερυθραία, οι γυαλιστερές πλαγιές του Λάτμου, η βροχή στο δάσος του Δία στα Λάβρανδα. Εικόνες ομορφιάς και μνήμης.
Τα θυμάμαι όλα αυτά. Αλλά έντονα ξεχωρίζει μια στιγμή που αυτή και μόνο μπορεί να συμπυκνώσει το ταξίδι. Ηταν απόγευμα στις εκβολές του Μαιάνδρου, την ώρα της δύσης του ήλου. Η παραλία αλίμενη και οι προσχώσεις του ποταμού να εισδύουν στη θάλασσα. Δεξιά μου το βουνό της Μυκάλης να ενώνεται με τη Σάμο. Μπροστά μου η θάλασσα με το Αγαθονήσι, τη μικρή καμπούρα της Φαρμακούσας και τους Λειψούς. Ανάμεσά τους έβλεπα άραγε ή την φανταζόμουνα; η Πάτμος και αριστερά, στο βάθος, η Λέρος. Ησυχία. Χρώματα γλυκά, σβησμένα. Μόνος στην προεξοχή της μικρασιατικής γης, απέναντι στο Αιγαίο. Ενιωσα τη θάλασσα να κλείνει, να ολοκληρώνει τον κύκλο της, ακουμπώντας στις ακτές· ένας κόσμος, το νερό και η στεριά, κλειστός και χωρισμένος. Ηταν το Αιγαίο από την άλλη πλευρά.
Ηταν η ώρα, μετά τη βροχή, που καθαρίζει ο ορίζοντας και η διαύγεια του αέρα ζωντανεύει τα χρώματα. Αφήσαμε την Κεσάνη (40 χλμ. από τα ελληνικά σύνορα) και κατηφορίσαμε για τον κόλπο του Σάρου. Ζωηρά πράσινα λιβάδια, χαμηλές λοφοσειρές να χρυσίζουν στις άκρες, βαθυπράσινες πινελιές οι συστάδες των πεύκων. Λίγο προτού βγούμε στον κάμπο η όμορφη θέα του κόλπου από το βουνό Καζ. Απέναντί μας ο στενός αυχένας της χερσονήσου και μπροστά ο ελώδης μυχός του κόλπου με τον εύφορο κάμπο. Στη χαμηλή λοφογραμμή της χερσονήσου το χωριό Μπουλαΐρ και πίσω του, προς τη μεριά του Ελλησπόντου, αθέατο, το κάστρο της Τζύμπης. Στο Μπουλαΐρ, στην άκρη του χωριού σε ένα μικρό αλσύλλιο, βρίσκεται ο τάφος του Σουλεϊμάν, γιου του Ορχάν, που κατέλαβε την Καλλίπολη και πέρασε για πρώτη φορά τους Οθωμανούς στην Ευρώπη στα 1343.
Περάσαμε στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Χαμηλοί λόφοι με πεύκα και στρατιωτικές εγκαταστάσεις παντού. Συνθήματα γραμμένα στους λόφους. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τη γλώσσα για να καταλάβεις. Το άγχος των Τούρκων, αλλά και η περηφάνια τους, αυτά τα στενά. Ο δρόμος πάει δίπλα στο νερό. Βρώμικη παραλία και νερά σαν λάδι. Η θάλασσα του Μαρμαρά στενεύει εδώ, ανάμεσα Καλλίπολη (Gelibolu) και Λάμψακο (Lapseki). Περνώ έξω από την Καλλίπολη. Τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια είχαμε καλά διασκεδάσει στην παραλιακή ταβέρνα, εκεί στον ντόκο του φέρι μπόουτ, δίπλα στο αρχαίο, τετράγωνο, μικρό λιμάνι. Θυμάμαι τις χορευτικές επιδόσεις της Σόνιας και τις επιτυχίες του Βασίλη. Τα Δαρδανέλλια, ο Ελλήσποντος μοιάζουν σαν ένα φαρδύ ποτάμι. Μεγάλα φορτηγά περνούν σιγά σιγά ανάμεσα στα μικρά φέρι μπόουτ που ενώνουν τις δύο ακτές. Σαράντα χλμ. μετά την Καλλίπολη ο Ελλήσποντος στενεύει απότομα κάνοντας συγχρόνως μια απότομη στροφή. Βρισκόμαστε στο πιο στενό σημείο του, ανάμεσα Σηστό και Αβυδο.
Από τη Σηστό, το σημερινό Εκσεαμπάτ, μπαίνουμε στο φέρι για την Αβυδο, απέναντι, το γνωστό Τσανάκ καλέ. Εχει βραδιάσει, είναι η ώρα όπου ο Λέανδρος βουτούσε στη θάλασσα από τη Σηστό, για να διασχίσει τα 400 περίπου μέτρα που τον χώριζαν από την αγαπημένη του Ηρώ, απέναντι, στην Αβυδο. Τα φώτα από τη μεγάλη ναυτική βάση του Τσανάκ καλέ φωτίζουν το κανάλι. Σε μισή ώρα πατούσαμε την ασιατική παραλία. Ερημη πόλη παρ’ ότι έχει τόσο στρατό και πανεπιστήμιο. Με το που έπεσε ο ήλιος, παγωνιά. Στους δρόμους αραιή κυκλοφορία και η βαριά μυρωδιά του κάρβουνου. Στο ξενοδοχείο ομάδες νεαρών υπαλλήλων παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση πίνοντας νες καφέ και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα διαδραματιζόμενα στο γήπεδο. Στην άκρη κάποιοι γέροντες παρακολουθούσαν σιωπηλοί πίνοντας τούρκικο καφέ και παίζοντας ήρεμα τα κομπολόγια τους.
Βγήκα στον έρημο δρόμο. Η νυκτερινή παγωνιά καλύτερη από την τσιγαρίλα του ξενοδοχείου. Τα καφενεία της παραλίας άδεια. Απέναντί μου, ολόφωτο το στρογγυλό κάστρο του Κιλίτβαχίρ, δίπλα στο Εκσεαμπάτ, μια ακόμη γραμμή άμυνας των Στενών. Πάω προς το κέντρο της πόλης. Εδώ έχει κάποια κίνηση. Πού και πού κάποιος νεαρός που νιώθει ιδιαίτερα περήφανος για το γερμανικό του αυτοκίνητο περνά οδηγώντας αργά και σκορπίζει στην ατμόσφαιρα τσιφτετελορόκ μελωδίες από το κασετόφωνό του που παίζει στη διαπασών. Τελικά πείστηκα πως δεν έχεις πολλά περιθώρια για βόλτα το βράδυ στο Τσανάκ καλέ και έτσι νωρίς πήγαμε για φαΐ. Το εστιατόριο στο λιμάνι, δίπλα στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν καθόλου άσχημο. Στις 11 είχα κιόλας κοιμηθεί.
Στην Τροία του Πριάμου και των τουριστών
Φύγαμε από το Τσανάκ Καλέ νωρίς το πρωί, θέλοντας να προλάβουμε να επισκεφθούμε την Τροία με ησυχία, προτού καταφθάσουν τα πούλμαν με τους Γερμανούς και τους Γιαπωνέζους. Στο μικρό λιμάνι δέσποζε ένα θεόρατο μπλε κρουαζιερόπλοιο, το «Marco Polo», το οποίο ετοιμαζόταν να αποβιβάσει επισκέπτες και αυτό για την Τροία. Ψηλά, λίγο μετά το Ερένκιοϊ (Οφρύνιο), σταματήσαμε να αγναντέψουμε τα Στενά. Η ώρα ήταν 7.45 και το πλοίο «Γκιοκσέ αντά » (Νήσος Ιμβρος) που ερχόταν από την Ιμβρο πλησίαζε το ακρωτήριο της Ελλης με το τεράστιο τσιμεντένιο Π, το μνημείο της μάχης της Καλλίπολης στα 1915. Μπροστά μας το Αιγαίο, ήρεμο, αχνό γαλάζιο στην πρωινή ομίχλη. Δεξιά, πάνω από τους χαμηλούς λόφους της Καλλίπολης, ο όγκος της Ιμβρου και αριστερά τα χαμηλά Λαγονήσια κάλυπταν την ακόμη πιο χαμηλή Τένεδο. Λίγο μετά ο δρόμος στρίβει αριστερά και κατεβαίνει στον κάμπο. Μια κίτρινη απεραντοσύνη μπροστά μου. Ο κάμπος είναι σπαρμένος κατά τόπους με στάρια αλλά υπάρχουν και μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις, βοσκοτόπια. Στο βάθος πάνω σε χαμηλό λόφο ένα θλιβερό χωριό με τον αλουμινένιο μιναρέ του να λάμπει στον πρωινό ήλιο. Είναι το Χισαρλίκ. Στη μέση του έρημου κάμπου ένα φυλάκιο, από όπου παίρνεις τα εισιτήρια εισόδου και αμέσως μετά ο θεόρατος Δούρειος Ιππος στον κήπο του μικρού μουσείου. Είμαστε στην Τροία.
Η Τροία είναι κατά βάση χώρος για αρχαιολόγους. Πολύ λίγα ευρήματα μπορεί ο απλός επισκέπτης να δει, και αυτά είναι τα ρωμαϊκά. Λειτουργεί περισσότερο ο μύθος και η εξαιρετική θέα του τρωικού πεδίου που εκτείνεται ως τη θάλασσα. Η οργάνωση του μικρού αρχαιολογικού χώρου είναι ιδιαίτερα υποβοηθητική και σαφώς μεταδίδει στον επισκέπτη την αίσθηση της ιστορικής διάρκειας που παρουσιάζει ο μικρός αυτός λόφος. Οι πολλαπλές τομές αναδίδουν την αίσθηση του ερευνητή που έψαχνε να βρει την Τροία του Πριάμου κάτω από όγκους λάσπης. Βέβαια τα πιο προσιτά ευρήματα είναι τα ρωμαϊκά, όπως το μικρό θέατρο και το νυμφαίο. Ανάμεσα στις επιγραφές που αναφέρονται σε επαρχεύοντες, σεβαστούς και χιλιάρχους διέκρινα μία, στο μικρό θέατρο: «ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΕΚ ΘΕΜΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ…». Το νοητό προσκήνιο… Σε λίγο ήρθαν τα τουριστικά στίφη. Τώρα κατάλαβα ότι το γελοίο ξύλινο άλογο στην είσοδο, αναπαράσταση του Δούρειου Ιππου σε φυσικό μέγεθος, ήταν μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα τουριστική επιχείρηση αφού όλοι ήθελαν να φωτογραφηθούν εξερχόμενοι της κοιλιάς του αλόγου. Μετά από αυτό δεν είχα διάθεση να μείνω άλλο. Από την Τροία, κράτησα την ηρεμία του χώρου ως τη θάλασσα, το μεγάλο κόκκινο φορτηγό πλοίο που έμοιαζε να πετάει χαμηλά πάνω από τον κάμπο βγαίνοντας από τα Δαρδανέλλια και «το νοητό προσκήνιο».
Η Ασσος
Ξανασυναντήσαμε τον ποταμό Σκάμανδρο πριν από το Εζινέ. Μετά τον κάμπο της Τροίας το τοπίο αλλάζει. Χαμηλοί χωματένιοι λόφοι και ρηχά φαράγγια. Οι πλαγιές χωμάτινες και συχνά καλυμμένες από πευκώνες. Αριστερά στο βάθος τα χιονισμένα βουνά του Καζ, στην καρδιά της χερσονήσου της Μυσίας. «… από δε Αβύδου μέχρι Λεκτού τα περί Ιλιον και Τένεδον και Αλεξάνδρειαν την Τρωάδα πάντων δη τούτων υπέρκειται η Ιδη το όρος μέχρι Λεκτού καθήκουσαν…» λέει ο Στράβων. Το Εζινέ, 52 χλμ. από το Τσανάκ καλέ, μια άθλια, όσο τουλάχιστον φαίνεται από τον δρόμο, κωμόπολη. Εδώ είναι η διασταύρωση για Τένεδο και για τον αρχαιολογικό χώρο της Αλεξάνδρειας της Τρωάδος. Συνεχίζοντας νότια το τοπίο ερημώνει. Αραιά και πού κάποιο μικρό χωριό. Κατά διαστήματα πευκώνες. Λίγο πριν από το Αϊβαζίκ, 24 χλμ. από το Εζινέ, γυμνά βουνά, στάνες και ο δρόμος να ελίσσεται ανάμεσα από χαμηλούς πετρώδεις λόφους. Στο Αϊβαζίκ, μια συμπαθητική τουρκόπολη, παίρνουμε τον δρόμο που συνεχίζει νότια προς την παραλία. Στενός ασφαλτοστρωμένος δρόμος που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια ακολουθώντας τα φαγώματα από τους χειμάρρους, τόπος στεγνός και έρημος. Πλησιάζοντας τη θάλασσα το τοπίο αλλάζει. Αρχίζουν οι ελαιώνες. Από το Πασάκιοϊ, ένα βρώμικο χωριό, ξανοίγεται ο κάμπος της Ασσου με την ακρόπολή της και στο βάθος ο γαλάζιος όγκος της Μυτιλήνης.
Σταματάμε στην άκρη του χωριού, στην παλιά οθωμανική γέφυρα του 14ου αιώνα. Οι τσιγγάνοι που έχουν τον καταυλισμό τους στην άκρη του ποταμού μάς κοιτάνε αδιάφορα καθώς φωτογραφίζουμε το χωριό. Η Ασσος, η αποικία των Μηθυμναίων, το σημερινό Μπεχράμ καλέ, η «ερυμνή και ευτειχής», όπως λέει και ο αρχαίος γεωγράφος, κατρακυλάει στην ανατολική πλευρά του βράχου βλέποντας τη μικρή εύφορη πεδιάδα. Ο βράχος πέφτει απότομα προς τη θάλασσα στη δυτική του πλευρά, όπου και τα ερείπια της αρχαίας Ασσου. Επάλληλες σειρές από κόκκινες κεραμοσκεπές ανηφορίζουν τον λόφο. Ο μιναρές του τζαμιού και ο όγκος της παλιάς εκκλησίας δεσπόζουν στο τοπίο. Ανάμεσα στα σπίτια, το εντυπωσιακό ελληνιστικό τείχος διατηρείται θαυμάσια σε πολλά σημεία. Στην είσοδο του χωριού αφήνουμε το αυτοκίνητο δίπλα σε έναν τεράστιο ναόσχημο τάφο που κάποιοι φρόντισαν από καιρό τώρα να διερευνήσουν το εσωτερικό του ανοίγοντας στην πλευρά του μια τεράστια τρύπα. Παρόμοιοι τάφοι βρίσκονται διασκορπισμένοι σε μεγάλη έκταση γύρω από το χωριό.
Το πείραμα του Αριστοτέλη
Προχωράμε γύρω από το χωριό και πάμε προς τον αρχαιολογικό χώρο. Είναι ένας εντυπωσιακός χώρος με επίπεδα στα πλευρά του απότομου βράχου, που βλέπει τη θάλασσα και τη Μυτιλήνη απέναντι. Η αρχαία πόλη κτισμένη σε επίπεδα θυμίζει, σε μικρογραφία, την Πέργαμο. Το δυτικό τείχος κατηφορίζει από την κορυφή του λόφου προς τη θάλασσα. Μπαίνω από τη μεγάλη πύλη. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι καλυμμένος από θάμνους. Μπροστά μου το Γυμνάσιο και λίγο μετά η Αγορά. Δεξιά προς τη θάλασσα, σε ένα κατώτερο επίπεδο, τα απομεινάρια του θεάτρου. Στα πόδια μου το παλιό λιμάνι. Ο σημερινός λιμενοβραχίονας στη θέση του αρχαίου. Εδώ αποβιβάστηκε ο Αριστοτέλης ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Ερμεία να αναλάβει συμμετοχικά τη διακυβέρνηση της πόλης υπό την επωνυμία «Ερμείας και εταίρων». Ο Ερμείας εκτιμούσε ιδιαίτερα τον φιλόσοφο ώστε «τω δ’ Αριστοτέλη και θυγατέρα αδελφού συνώκισε». Το αγωνιώδες πείραμα συγκερασμού της φιλοσοφίας με την πολιτική, που για μία ακόμη φορά δεν κράτησε για πολύ. Ο Μέμνων, μισθοφόρος των Περσών, «… συλλαβών δ’ ανέπεμψεν ως τον βασιλέα, κακεί Ερμείας κρεμασθείς απώλετο, οι φιλόσοφοι δ’ εσώθησαν».
Γυρίζω προς το σημερινό χωριό. Ανηφορίζω προς την ακρόπολη. Η παλιά εκκλησία έγινε τζαμί ήδη από τον 14ο αιώνα, επί Μουράτ Α’, όταν ήδη οι Οθωμανοί κατείχαν οριστικά την περιοχή. Δεν έχει μείνει τίποτα στο εσωτερικό του εκτός από κάποια ζωγραφισμένα λουλούδια σε μια πλευρά, παλιά οθωμανικά, όπως μας «εξηγεί» στα ελληνικά ο γέρος φύλακας. Ο παππούς μου ήρθε από τη Σκάλα, απέναντι, συμπληρώνει αμέσως. Ο ίδιος δεν έχει πάει ποτέ του στη Μυτιλήνη. Ο Μανταμάδος ή ο Μόλυβος δεν απέχουν παραπάνω από 10 χλμ. από το Μπαχράμ καλέ. Η πόρτα της παλιάς εκκλησίας με ωραίο και λιτό μαρμάρινο πρέκι. Στο υπέρθυρο η επιγραφή, δυσανάγνωστη, καλύπτει όλο το πλάτος της πόρτας. Αναφέρεται ότι επί Ανθιμου προέδρου, κάποιος Κήρυκας Κορνήλιος «του ναού το σαθρόν εις κάλλος ήρεν».
Στο λιμάνι
Ανηφορίζω για την κορυφή της ακρόπολης. Η θέα είναι εντυπωσιακή. Ο δωρικός ναός της Αθηνάς με φόντο το γαλάζιο Αιγαίο και την αρχαία πόλη να κατρακυλά στη θάλασσα. Ο δωρικός ναός με τα ιωνικά τρίγλυφα θεωρείται δείγμα της τάσης για ανάμειξη δωρικών και ιωνικών αρχιτεκτονικών στοιχείων. Κατηφορίζω παράλληλα προς το τείχος και βγαίνω από την κυρία πύλη του. Ο αρχαίος δρόμος πηγαίνει βορινά ανάμεσα από τάφους και μνημεία νεκρών, η ελληνιστική και ρωμαϊκή νεκρόπολις. Μετά τον δημόσιο δρόμο παίρνω το μονοπάτι που κατηφορίζει στο λιμάνι. «Εστι δε η Ασσος… από θαλάττης και του λιμένος ορθίαν και μακράν ανάβασιν έχουσα…». Ετσι προτίμησα να κατεβώ με τα πόδια και να ανεβώ με το αυτοκίνητο. Σε 15 λεπτά ήμουν στο μικρό λιμάνι της Ασσου.
Παλιά πέτρινα σπίτια στην αποβάθρα, κάτι σαν μεγάλες παλιές αποθήκες, είναι τώρα συμπαθητικά μικρά ξενοδοχεία. Και εδώ προετοιμασίες για την επερχόμενη τουριστική περίοδο. Μια παρέα ψαράδων έριχνε στη θάλασσα μια μεγάλη βάρκα. Με τη μικρή ολοκαίνουργια τούρκικη σημαία να κυματίζει, το σκάφος φρεσκοβαμμένο και με τη στρογγυλεμένη πλώρη, εντελώς άλλη εμφάνιση από τα δικά μας καΐκια με τη μυτερή πλώρη, γλίστρησε στη θάλασσα με τις ζητωκραυγές των ψαράδων.
Ο κ. Γιάννης Ευδοκιμίδης είναι επίκουρος καθηγητής της Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



