«Είναι τόσο πεισματάρης που είναι ικανός για όλα». Αυτή τη φράση χρησιμοποιούν άνθρωποι που γνωρίζουν τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ για να περιγράψουν τον χαρακτήρα του και κυρίως την απόφασή του, παρά τα τεράστια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, να επισκεφθεί τις περιοχές από τις οποίες πέρασε και κήρυξε ο Απόστολος Παύλος. Το γεγονός ότι αναγκάστηκε να ματαιώσει συναντήσεις και εκδηλώσεις, για λόγους υγείας, που ήταν προγραμματισμένες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών που πραγματοποίησε πρόσφατα στη Ρουμανία και στη Γεωργία δεν δείχνει να πτοεί τον 79χρονο ασθενή Πάπα.
Ο χαρακτήρας ενός Ποντίφικα, οι απόψεις και οι αντιλήψεις του, είναι ο καθοριστικός παράγων των αποφάσεων που λαμβάνονται στο Βατικανό. Το σύστημα άσκησης διοίκησης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν και παραμένει πάντοτε συγκεντρωτικό. Ολη η εξουσία ασκείται κυρίως από έναν άνθρωπο, τον εκάστοτε Πάπα, σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Εκκλησία όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από τις Συνόδους.
Η 29η Γενική Συνέλευση των Συνόδων των Επισκόπων της Ευρώπης που πραγματοποιείται στην Αθήνα ολοκληρώνεται σήμερα είναι απόρροια των αποφάσεων που ελήφθησαν τη δεκαετία του ’60 προκειμένου να επιστρέψει στη συνοδικότητα και τη συλλογικότητα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όπως η Ιερή Παράδοση υπαγορεύει. Πρόκειται για μια κατάκτηση αγώνων πολλών δεκαετιών και κυρίως μιας εποχής που δείχνει να παρήλθε και η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50, ενώ ολοκλήρωσε τον κύκλο της λίγο πριν από το τέλος του ’70.
Τρεις Προκαθήμενοι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’, ο Πάπας Παύλος Στ’ και ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ έβαλαν την ανεξίτηλη «βούλα» τους στην ιστορία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τον αιώνα που τελειώνει.
Ο Παύλος Στ’ συνέχισε το έργο της ανανέωσης που ξεκίνησε ο Ιωάννης ΚΓ’, ενώ ανάλογη αναμενόταν και η πορεία του Ιωάννη Παύλου Α’ αλλά ο θάνατός του 33 ημέρες μετά την εκλογή του οδήγησε στην ανάρρηση του Ιωάννη Παύλου Β’ και στην ανατροπή της νοοτροπίας που επικρατούσε…
Ο αρχιερέας που έσπασε τις παραδόσεις
Οταν ο Ιωάννης ΚΓ’ εξελέγη Πάπας της Ρώμης κατάφερε μεταξύ άλλων να σπάσει μια παράδοση αιώνων. Γεννημένος στο Μπέργκαμο της Ιταλίας, ο Ιωάννης ΚΓ’ (Ρονκάλι), παρά το γεγονός ότι οι συγγενείς του ήταν χωρικοί και αγρότες, κατάφερε να διαδεχθεί ουσιαστικά τον τελευταίο πραγματικά «γαλαζοαίματο» πρίγκιπα του κράτους του Βατικανού, τον Πίο τον ΙΒ’ (Πατσέλι), ο οποίος είλκε την καταγωγή του από το γένος των Μεδίκων.
Η εκλογή του σηματοδότησε μια νέα πορεία στην ιστορία του κράτους του Βατικανού αλλά και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Από την πρώτη στιγμή της αναρρήσεώς του έθεσε δύο καίριους στόχους: τη θεολογική αναγέννηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και την προσέγγισή της με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Εγκριτοι σύγχρονοι θεολόγοι δηλώνουν σήμερα ότι ο πάπας Ιωάννης ΚΓ’ ήταν άμεσα επηρεασμένος από την ορθόδοξη παράδοση.
Ο πάπας Ιωάννης γνώριζε την Ορθόδοξη Εκκλησία όσο ελάχιστοι προκάτοχοί του. Το 1924 εστάλη ως «Αποστολικός επισκέπτης» στη Βουλγαρία. Αρχικά στη Βουλγαρία και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου εστάλη ως νούντσιος, ο αρχιεπίσκοπος Αρεοπόλεως τότε είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τους ορθόδοξους αρχιερείς και να αναπτύξει μια σχέση συνεργασίας. Το Φανάρι εκείνα τα χρόνια αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα, καθώς προσπαθούσε να ξεπεράσει τις πληγές που προκάλεσε η Μικρασιατική Καταστροφή.
Από το 1935 ως και το 1941 πραγματοποιεί επισκέψεις στην Ελλάδα και αναπτύσσει σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη ενώ προσπαθεί να αναπτύξει τις Καθολικές κοινότητες της Ελλάδος.
Ολοι προβάλλουν τον πάπα Ιωάννη ΚΓ’ ως έναν μεγάλο ηγέτη, τον αρχιερέα που έσπασε μια παράδοση αιώνων που δεν επέτρεπε στον ποντίφικα να ταξιδέψει στο εξωτερικό, ρήτορα και κυρίως αγαπητό στα εκατομμύρια των Καθολικών.
Τα όσα αναφέρει για να περιγράψει την προσωπικότητά του η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια είναι ενδεικτικά των όσων κατέκτησε, ακόμη και μεταξύ των Ορθοδόξων: «Απέδειξε συντόμως ότι ήτο ο ιδιωδέστερος ταγός, τον οποίον θα ηδύνατο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να αναδείξη. Διά της ευαγγελικής σκέψεως και συμπεριφοράς του, προσέφερεν εις αυτήν, εντός της βραχείας θητείας του εις τον θρόνον, ανεκτίμητον καλόν, κατέστη δε αγαπητότατος».
Ενας ταπεινός… επαναστάτης
Οταν ο Παύλος Στ’ φιλούσε γονυπετής τα πόδια του κυρού Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή, από τους Ρωμαιοκαθολικούς η κίνηση ερμηνεύτηκε ως ένδειξη συγγνώμης για τα δεινά που επέφερε η Αγία Εδρα στον ορθόδοξο κόσμο. Για ορισμένους ορθοδόξους αρχιερείς έδειχνε την ταπεινότητα του Ποντίφικα.
Ανεξάρτητα όμως από τη σημασία της, έστω και αν αργότερα αποσύρθηκε η φωτογραφία από το επίσημο ημερολόγιο του Βατικανού, το βέβαιο είναι ότι ο Παύλος Στ’ ήταν ο Ποντίφικας που έβγαλε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία από την εσωστρέφεια και την οδήγησε στην αναγέννησή της.
Η σύγκληση της Β’ Βατικάνιας Συνόδου ήταν ίσως η πιο κορυφαία στιγμή στην ιστορία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τον αιώνα που τελειώνει. Η μεταφορά του Πάπα που καθόταν πάνω σε θρόνο από τη φρουρά του Βατικανού αποτελούσε ένα μέσο επίδειξης της εξουσίας που ο ίδιος κατήργησε.
Η κατάργηση των Λατινικών από τη Θεία Λειτουργία και η αυτόματη αναγνώριση των εθνικών γλωσσών στη Λατρεία, η αναγνώριση της συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου, η αποκέντρωση της εξουσίας με την αναγνώριση των τοπικών Εκκλησιών, το άνοιγμα στον οικουμενικό διάλογο ήταν μερικές από τις καίριες αποφάσεις της μεγάλης αυτής συνόδου που έβγαλε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία από τη στασιμότητα και την εσωστρέφεια.
Την παραμονή της ολοκλήρωσης της δεύτερης περιόδου της συνόδου ο Παύλος Στ’ θα προχωρήσει στην άρση του αναθέματος του 1054 καταχειροκροτούμενος από τους περίπου 2.500 αντιπροσώπους των τοπικών Εκκλησιών, από όλο τον κόσμο που συμμετείχε στη σύνοδο, δείχνοντας με αυτή την κίνησή του ότι συνέχιζε το έργο που είχε παραλάβει.
Ο Παύλος Στ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ξεπέρασαν «μίση» και «πάθη» αιώνων. Συναντήθηκαν στα Ιεροσόλυμα και κυρίως έθεσαν τις βάσεις για τον διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Τα βήματα αυτά μπορεί να δείχνουν εύκολα να πραγματοποιηθούν, αν σκεφτεί όμως κανείς ότι κατά την Α’ Βατικανή Σύνοδο το αλάθητο του Πάπα επικυρώθηκε ως δόγμα, τότε καταλαβαίνει πόσο δύσκολο ήταν να ξεπεραστούν τα προβλήματα.
Προερχόμενος από τις τάξεις του διπλωματικού σώματος ο Παύλος Στ’ δοκιμάστηκε σκληρά και δέχθηκε έντονες επικρίσεις όταν εξέδωσε την εγκύκλιό του (Humane Vite) με την οποία καταδικαζόταν η χρήση αντισυλληπτικών.
Το «σιδηρούν προσωπείο» του Βατικανού
Οταν ο Στιβ Μακ Κουίν ενσάρκωνε τον ρόλο του ουνίτη ουκρανού Πατριάρχη Ιωσήφ Σλίπι που, αφού ξέφυγε από τα νύχια των κομμουνιστών, στο τέλος κατάφερνε να εκλεγεί πάπας και μάλιστα έβαζε τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο, μάλλον δεν φανταζόταν ότι λίγα χρόνια αργότερα ένας Πολωνός, ο Κάρολος Βοϊτίλα, θα κατάφερνε το ακατόρθωτο…
Ο Ιωσήφ Σλίπι βέβαια δεν ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Ηταν ουνίτης Πατριάρχης η σύλληψη του οποίου ήταν, όπως λέγεται, ένας από τους βασικούς λόγους που, για να επιτευχθεί η απελευθέρωσή του, δεν καταδικάστηκε από τη Β’ Βατικάνια Σύνοδο ο κομμουνισμός και η αθεΐα.
Η εκλογή του καρδιναλίου Καρόλου Βοϊτίλα ως Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ για πολλούς αποτέλεσε μια μεγάλη έκπληξη και σήμανε ουσιαστικά την έναρξη δύο σημαντικών γεγονότων: τον κλονισμό του σοσιαλιστικού οικοδομήματος από τους εργάτες των ναυπηγείων του Γκντανσκ και, από την άλλη, την αναχαίτιση του θεολογικού ρεύματος που προσέγγισε την Ανατολή στηριγμένο στην πρώτη χιλιετία όταν η Εκκλησία ήταν μία και αδιαίρετη.
Η σιδερένια πυγμή που επέβαλε στο Βατικανό ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ήταν παροιμιώδης. Στους θεολογικούς κύκλους το πρώτο χρονικό διάστημα το όνομά του συνδεόταν με επικράτηση την ίδια περίοδο του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην Περσία…
Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 προχώρησε σε «μετακινήσεις» ανθρώπων σε θέσεις-κλειδιά και επέβαλε σιδερένια πειθαρχία προβάλλοντας ως κύριο επιχείρημά του ότι παρατηρείται κατάχρηση του πνεύματος της Β’ Βατικανής Συνόδου.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90 οι σχέσεις Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας θα δοκιμαστούν σκληρά καθώς η Ουνία, μέθοδος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων κατά τη διάρκεια κυρίως του 18ου αιώνα, αναβιώνει και πάλι. Η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων δίνει τη δυνατότητα στο Βατικανό να χρησιμοποιήσει και να αναπτύξει εκ νέου ένα ολόκληρο κίνημα που στηρίζεται κυρίως στην αμφίεση. Ντυμένοι ως ορθόδοξοι κληρικοί και ακολουθώντας το Βυζαντινό τυπικό στη Θεία Λατρεία οι Ουνίτες, που μνημονεύουν τον Πάπα και προσφέρουν άζυμο άρτο, αποτελούν έναν άμεσο τρόπο δόλιας διείσδυσης σε περιοχές που παραδοσιακά ανήκουν στους Ορθοδόξους.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στις αρχές του ’90 θα φτάσει να απειλήσει ακόμη και με διακοπή του διαλόγου που διεξάγεται μεταξύ των δύο Εκκλησιών και τις βάσεις του έθεσαν ο Παύλος Στ’ και Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Οι Ρωμαιοκαθολικοί όμως θα αρνηθούν να αποκηρύξουν την Ουνία.
Ο καρδινάλιος Αουγκούστο Καζαρόλι, ο αρχιερέας που επί Παύλου Στ’ διαχειρίζεται τις σχέσεις με τις κομμουνιστικές χώρες, αποκτά υψηλότατη θέση τα πρώτα χρόνια της εκλογής του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’.
Σήμερα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επιδιώκει ένα άνοιγμα προς τον προτεσταντικό χώρο, άλλωστε βρισκόμαστε λίγο πριν από το 2000. Ενα άνοιγμα ωστόσο που δείχνει εξαιρετικά επίπονο, αφού πρόκειται για οικογένειες χριστιανών που με οδυνηρό τρόπο αποκόπηκαν από τον κορμό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.



