Επιστολή της υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών κυρίας Μάντλιν Ολμπραϊτ επέδωσε την περασμένη Τετάρτη ο αμερικανός πρεσβευτής κ. Νίκολας Μπερνς στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλο με αντικείμενο την κρίση στο Κοσσυφοπέδιο, πληροφορείται «Το Βήμα». Ανάλογες επιστολές επιδόθηκαν σε όλες τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Η κυρία Ολμπραϊτ ζητεί την υποστήριξη όλων των χωρών της Συμμαχίας για την έκδοση των Διαταγών Ενεργοποίησης (Activation Orders ή, σύμφωνα με την ορολογία του ΝΑΤΟ, ACTORDs), οι οποίες θα παρέχουν την εξουσιοδότηση για την ανάληψη αεροπορικής επίθεσης περιορισμένης κλίμακας και την εφαρμογή συγκεκριμένων σχεδίων για την έναρξη κλιμακωμένης σε φάσεις αεροπορικής εκστρατείας εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Με την έκδοση της Activation Order οι δυνάμεις που συμμετέχουν στη ΝΑΤΟϊκή δύναμη αποδεσμεύονται από τον εθνικό έλεγχο και υπάγονται στον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης, αμερικανό στρατηγό Γουίσλεϊ Κλαρκ. Παρά τον επιφανειακά τεχνικό χαρακτήρα της, η ACTORD συνιστά ουσιαστικά και την πολιτική απόφαση του Συμβουλίου για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης καθώς η ανάκλησή της θα υπονόμευε τα θεμέλια της αξιοπιστίας της Συμμαχίας.
Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι ο γιουγκοσλάβος πρόεδρος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς δεν μετέβαλε τη συμπεριφορά του στο Κοσσυφοπέδιο μετά την Απόφαση 1099 του Συμβουλίου Ασφαλείας και προέβη στη μερική μόνο εφαρμογή της, καθώς μείωσε μεν αριθμητικά τις στρατιωτικές δυνάμεις του στην περιοχή αλλά ακόμη σε ύψος που θεωρείται απαράδεκτο. Υπό τις σημερινές συνθήκες επιβάλλεται λοιπόν (κατά την κυρία Ολμπραϊτ) η προσφυγή της Συμμαχίας σε δραστικότερα μέτρα ώστε να εξαναγκαστεί σε συμμόρφωση ο κ. Μιλόσεβιτς και να βοηθηθούν οι εξελισσόμενες διπλωματικές πρωτοβουλίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι η νομική βάση της απόφασης του ΝΑΤΟ για ανάληψη στρατιωτικής δράσης συγκροτείται από την Απόφαση 1099, την Εκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, τις πρόνοιες της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, τις θεμελιώδεις διατάξεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, οι οποίες παραβιάζονται στο σκέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η προώθηση της απόφασης για την έκδοση των ACTORDs έχει αποκτήσει ιδιάζουσα σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς αφενός θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί ένα σαφές μήνυμα στη Ρωσία ότι δεν έχει δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Συμμαχίας και αφετέρου να δημιουργηθεί η αίσθηση συνοχής του ΝΑΤΟ ακόμη και σε περίπλοκες καταστάσεις. Η κυρία Ολμπραϊτ έχει πολλές φορές προβάλει το επιχείρημα ότι η απαίτηση ορισμένων συμμάχων για έκδοση νέας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν βοηθά τη σχέση με τη Ρωσία· αντιθέτως την υπονομεύει καθώς υποχρεώνει τη Μόσχα είτε στην επανάληψη του βέτο είτε σε μια υποχώρηση, η οποία στο διεθνές πεδίο θα τη μειώσει ενώ στο εθνικό – πολιτικό θα δημιουργήσει μείζονα προβλήματα στον πρόεδρο Μπορίς Γέλτσιν.
Η επιστολή της κυρίας Ολμπραϊτ επέδρασε καταλυτικά στη διαδικασία προετοιμασίας των αποφάσεων που ελήφθησαν χθες το απόγευμα στο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ. Αποτέλεσαν ακόμη την κύρια αφετηρία του προβληματισμού που αναπτύχθηκε στη συζήτηση που είχε ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης με τον υπουργό Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλο και τον υπουργό Αμυνας κ. Α. Τσοχατζόπουλο και κατέληξε στην απόφαση να ανακοινωθεί η άρνηση της Ελλάδας να συμμετάσχει με αεροπλάνα στη δύναμη του ΝΑΤΟ, αλλά να παράσχει λογιστική μόνο υποστήριξη με τη διάθεση βάσεων στη Βόρεια Ελλάδα. Παρά τις αντιρρήσεις της απέναντι στις αμερικανικές προτάσεις η Αθήνα αντελήφθη ότι εξαντλούνται τα περιθώριά της και αποφάσισε να μην αναλάβει προσπάθεια παρεμπόδισης των αποφάσεων της Συμμαχίας.
Η χώρα που είχε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η Ιταλία, διότι ανησυχούσε ιδιαίτερα από το ενδεχόμενο κάποιου απαντητικού πλήγματος εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας. Ο (καταψηφισθείς πάντως την Παρασκευή) πρωθυπουργός κ. Ρομάνο Πρόντι την επαύριον της επίδοσης της επιστολής της κυρίας Ολμπραϊτ έσπευσε να τηλεφωνήσει στον κ. Μιλόσεβιτς και τον διαβεβαίωσε ότι η Ρώμη δεν βλέπει να υπάρχει έδαφος για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης καθώς τα διπλωματικά μέσα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί. Το πραγματικό κίνητρο για την επίδειξη σωφροσύνης από την ιταλική κυβέρνηση είναι η ανοικτή απειλή που έχει διατυπώσει το Βελιγράδι ότι σε περίπτωση συμμαχικής επίθεσης δεν πρόκειται να δεχθεί τα πλήγματα χωρίς αντίδραση αλλά θα καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να δώσει ισοδύναμη απάντηση. Οι γιουγκοσλαβικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν αεροπορικά και πυραυλικά μέσα που έχουν τις τεχνικές δυνατότητες, αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, να πλήξουν κάποιες μεγάλες ιταλικές πόλεις. Τα συστήματα αεράμυνας του 6ου Στόλου μπορούν βέβαια να δημιουργήσουν ένα εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον για την ανάληψη οποιασδήποτε στρατιωτικής πρωτοβουλίας από το Βελιγράδι, αλλά πάντοτε θα υπάρχει το ενδεχόμενο κάτι να ξεφύγει.
Οι Αμερικανοί όμως τόσο με την επιστολή της κυρίας Ολμπραϊτ όσο και με άλλες παρεμβάσεις τους στο πλαίσιο της Συμμαχίας θέλησαν να καταστήσουν σαφές σε όλους ότι αντιλαμβάνονται την ανάγκη διαμόρφωσης μιας κοινής άποψης καθώς υπάρχουν ακόμη διαφορετικές απόψεις για το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου. Αυτό που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν όμως διατεθειμένες να αποδεχθούν είναι η απουσία σύμπτωσης απόψεων να οδηγεί στην αδρανοποίηση του ΝΑΤΟ. Αλλωστε στο μέλλον εκ των πραγμάτων θα υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες θα εκφράζονται διαφορετικά συμφέροντα και αντιλήψεις και θα σημειώνονται προβλήματα στη διαμόρφωση μιας κοινώς αποδεκτής νομικής βάσης. Η Ουάσιγκτον θέλει λοιπόν να δημιουργήσει ένα προηγούμενο το οποίο να καθιερώνει και κανόνες ενδοσυμμαχικής συμπεριφοράς.
Οι προσπάθειες της υστάτης στιγμής
Η συνεδρίαση της Ομάδας Επαφής στο Λονδίνο, την Πέμπτη, είχε αποτέλεσμα την ανάληψη μιας νέας, ύστατης, μεσολαβητικής προσπάθειας. Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών κ. Ιγκόρ Ιβανόφ ενημέρωσε τους ομολόγους του από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία για τις συζητήσεις που είχε στο Βελιγράδι και τους διαβεβαίωσε για την πρόθεση του γιουγκοσλάβου προέδρου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς να συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της διεθνούς κοινότητας. Η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών κυρία Μάντλιν Ολμπραϊτ, υπό την πίεση και των ευρωπαίων συμμάχων, συμφώνησε ότι θα πρέπει να δοθεί μία ακόμη ευκαιρία στη διπλωματία. Επειτα από αυτά ο ειδικός αμερικανός απεσταλμένος κ. Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ συναντήθηκε την Παρασκευή επί εξάωρο με τον πρόεδρο Μιλόσεβιτς, αναζητώντας τρόπους εφαρμογής της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας και χθες Σάββατο μετέβη στην Πρίστινα, όπου είχε διαβουλεύσεις με τον κ. Ιμπραήμ Ρουγκόβα, έναν από τους ηγέτες των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου. Στο Βελιγράδι βρισκόταν και ο κ. Ρόμπιν Κουκ, υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, ο οποίος είχε ανάλογες συναντήσεις εκ μέρους της τρόικας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Οι διαπραγματεύσεις τώρα εισήλθαν εκ των πραγμάτων σε ένα νέο στάδιο, το οποίο απαιτεί εξαιρετικά περίπλοκους και λεπτούς χειρισμούς, καθώς ο κ. Χόλμπρουκ θα πρέπει να πείσει ταυτόχρονα όχι μόνο τους κκ. Μιλόσεβιτς και Ρουγκόβα αλλά και τους εξτρεμιστές του Απελευθερωτικού Στρατού Κοσσυφοπεδίου να συναινέσουν σε μια φόρμουλα διεξόδου και να αποδεχθούν την Ενδιάμεση Συμφωνία για το καθεστώς της περιοχής. Το ερώτημα βέβαια που κυριαρχεί είναι: Εχουν τώρα συμφέρον οι Αλβανοί από τη διευθέτηση του προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου ή θα προσπαθήσουν να δυναμιτίσουν (άμεσα ή έμμεσα) την όποια προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας με το Βελιγράδι, ώστε να ακολουθήσουν οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ εναντίον του Μιλόσεβιτς; Παρά τη διαβεβαίωση του Απελευθερωτικού Στρατού Κοσσυφοπεδίου ότι θα επιδείξει «αυτοσυγκράτηση» και δεν θα πραγματοποιήσει επιχειρήσεις εναντίον των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων ασφαλείας, διάχυτη είναι η πεποίθηση ότι οι αλβανοί εξτρεμιστές θα αναζητήσουν κάποιον τρόπο να ανανεώσουν την ένταση.



