ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ως μάχιμος. Είναι διοικητής αστυνομικού τμήματος, με πολυετή πείρα. Οι πρώτες κουβέντες σταράτες. Για την εικόνα του αστυνομικού, όπως έχει εδραιωθεί την τελευταία 20ετία. Για τον ρόλο που έπαιξε η Αστυνομία σε άλλες περιόδους, για το πώς χρησιμοποιήθηκε από διάφορες κυβερνήσεις ποικιλοτρόπως και συχνά, αρνητικώς, για τους μηχανισμούς καταστολής… «Οι πολίτες δυσπιστούσαν απέναντι στο Σώμα και μιλούσαν για δημοκρατικό έλλειμμα. Σήμερα ο κόσμος νιώθει την ανάγκη να υπάρξει Αστυνομία καλά οργανωμένη για να μπορεί να τους προστατεύει». Αφορμή για τη συζήτησή μας είναι η εγκληματικότητα και η Αστυνομία ως αντίπαλον δέος. Δεν είναι συνδικαλιστής. Δεν είναι επικεφαλής σε κεντρική υπηρεσία. Δεν είναι στέλεχος σε επιτελείο. Διοικεί ένα από τα αστυνομικά τμήματα της Αττικής και θέλει να μιλήσει ανωνύμως για να πει «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Θέλει να καταθέσει την εμπειρία του, όπως τη ζει καθημερινά δίπλα σε συναδέλφους του, που «προσπαθούν υπό αντίξοες συνθήκες να κάνουν καλά τη δουλειά τους».


Μοιάζει να σκέφτεται τις λέξεις που εκτοξεύει σαν βέλη. Προς ποιον; «Να φθάσουν όσο ψηλά γίνεται. Στα αφτιά των αρμοδίων και των υψηλά ισταμένων». Οικογενειάρχης και ο ίδιος, γίνεται κοινωνός της αγωνίας που βγαίνει από το περιβάλλον του για τα πρόσφατα κρούσματα εγκληματικότητας. Συχνά βρίσκεται στη δύσκολη θέση ­ ανάμεσα σε φίλους του ­ να απολογηθεί για την αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας. Προσπαθεί να συγκροτήσει τη σκέψη του και να την ξετυλίξει σιγά σιγά για να φθάσει στα κακώς κείμενα.


Ο τρόπος δράσης των κακοποιών είναι το πρώτο θέμα που αναλύει. Υπάρχει ειδοποιός διαφορά στη φιλοσοφία των κλεφτών. Θεωρεί ότι αυτή η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία και ζητεί να σημειώσω αναλυτικά πού βρίσκεται η διαφορά. Παλιότερα, λέει, ο κλέφτης πήγαινε στο σπίτι όταν βεβαιωνόταν ότι λείπουν οι ένοικοί του. Δεν οπλοφορούσε. Δεν προέβαλλε αντίσταση ή δεν χρησιμοποιούσε βία, όταν γινόταν αντιληπτός. Προτιμούσε να μην επιβαρυνθεί με άλλο αδίκημα «για να τη βγάλει πιο καθαρή». Σήμερα η φιλοσοφία του κακοποιού έχει αλλάξει. «Γύρισε τούμπα όσα σου είπα και θα αναδειχθεί αμέσως η νέα εικόνα του. Κατά κανόνα οι κακοποιοί οπλοφορούν. Δρουν χωρίς να υπολογίσουν αν βρουν κάποιον μπροστά τους. Μπορεί να ξυπνήσεις και να δεις πάνω από το κεφάλι σου τον κλέφτη. Χρησιμοποιούν απροκάλυπτα βία όταν τους ανακαλύψουν και δεν διστάζουν να βγάλουν όπλο».


Η συζήτησή μας διακόπτεται. Μπαίνει στο γραφείο ένας συνάδελφός του. Μας συστήνει. «Από εδώ ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος του…». Του αναφέρουμε όσα είπαμε ως τώρα και παίρνει και εκείνος αμέσως… φωτιά. «Πες στην κοπέλα για τη δυσκολία στην εξιχνίαση εγκληματικών ενεργειών που οφείλεται στις νέες συνθήκες ανάπτυξής του. Οι κακοποιοί είναι άγνωστοι σήμερα». Και εξηγεί ότι ως τώρα ξέραμε ότι στον Χολαργό, στην Ηλιούπολη, στη Νέα Σμύρνη, στο Μπουρνάζι και σε άλλες περιοχές υπάρχουν συγκεκριμένοι και σεσημασμένοι κακοποιοί που δρούσαν. Σήμερα έχουν μπερδευτεί πολύ τα πράγματα και δεν ξέρουμε ποιος δρα στο συγκεκριμένο σημείο. Αν λοιπόν δεν γίνει σύλληψη επ’ αυτοφώρω ή δεν υπάρχουν ίχνη (που συνήθως οι κακοποιοί δεν αφήνουν), δεν είναι εύκολος ο εντοπισμός τους αργότερα. «Ετσι, αν είναι αλλοδαποί, δύσκολα εξιχνιάζεις την ταυτότητα του δράστη. Το ίδιο ισχύει όμως και αν είναι Ελληνες, αφού δρουν μετακινούμενοι από τόπο σε τόπο. Ετσι μπορεί να έρχονται από τον Βόλο, να χτυπούν στην Αθήνα και να φεύγουν».


Συμφωνούν και οι δυο σε αυτή την προσέγγιση. Το δείχνει η εμπειρία τους και η καθημερινή τριβή με αυτά τα ζητήματα. Σχεδόν μαζί, ξεκινούν να μιλήσουν για τη στάση αυτών των κακοποιών, όταν συλληφθούν. «Είναι σκληροί στην ανάκριση. Δεν τους παίρνεις με τίποτε κουβέντα για τους κλεπταποδόχους ή για αυτούς που κρύβονται πίσω τους». Είναι γνωστό ότι ένα μέρος από τη λεία των αλλοδαπών δραστών διοχετεύεται στη χώρα τους και το μεγαλύτερο στην ελληνική αγορά. Οι αρχηγοί, συχνά, είναι Ελληνες. Οπως και να έχει όμως πρόκειται για «εγκεφάλους» που δεν αστειεύονται. Απειλούν τους «υφισταμένους» τους ότι αν μιλήσουν στην Αστυνομία, θα υποστούν πολύ χειρότερα από μια δικαστική καταδίκη… Ο νοών νοείτω.


Σκοπός βέβαια της Αστυνομίας είναι να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Το σημαντικό λοιπόν είναι το πώς η Αστυνομία θα ενεργήσει προληπτικά. Ηδη τις τελευταίες ημέρες γίνονται πολλές περιπολίες πεζές και εποχούμενες ενώ έχουν ενταθεί οι τακτικοί έλεγχοι σε άτομα που κινούνται σε διάφορες περιοχές. «Ηδη παρατηρείται ύφεση εγκληματικότητας, τώρα που οι αστυνομικοί είναι στον δρόμο. Είναι μαθηματικώς αποδεδειγμένο ότι σε περιοχή όπου κινείται περιπολία από έμπειρους αστυνομικούς δεν διαπράττονται αδικήματα».


Μπορεί να κρατήσουν όμως αυτές οι περιπολίες; Εχει τη δυνατότητα η Αστυνομία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά φαινόμενα εγκληματικότητας με τα μέσα που διαθέτει και με τον τρόπο που δομείται η δράση των αστυνομικών; Η απάντηση έρχεται με ένα στόμα και από τους δυο διοικητές: «Οχι!» λένε και οι δυο. Τώρα οι αστυνομικοί στα κατά τόπους τμήματα έχουν αφήσει άλλες δραστηριότητες πίσω, δεν παίρνουν ρεπό, δουλεύουν επιπλέον ώρες από ό,τι προβλέπεται και δεν υπάρχει καμία οικονομική αποζημίωση για όλη αυτή την προσπάθεια. «Η έλλειψη προσωπικού και υλικοτεχνικών μέσων είναι το πάγιο πρόβλημα. Δεν έχουμε τα στοιχειώδη: μπότες, αδιάβροχα και φακούς για τη νύχτα, αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα όπλα που πρέπει. Για κομπιούτερ να μην πούμε, εννοείται πως δεν έχουμε για να κάνουμε διασταυρώσεις στοιχείων. Να μην έχουμε όμως αυτοκίνητα για περιπολίες είναι τραγικό». Στο Χαλάνδρι, για παράδειγμα, δεν υπήρχε περιπολικό εδώ και τρία χρόνια!


Πολλές δυνάμεις των αστυνομικών τμημάτων ασχολούνται με καθήκοντα που σχετίζονται με τα γήπεδα, την επίδοση δικογράφων, τη φρούρηση στόχων, τη φύλαξη των σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Ο διοικητής του τοπικού τμήματος δεν ορίζει τη δύναμή του. Δεν μπορεί να προγραμματίσει για την επόμενη μέρα, γιατί ανά πάσα στιγμή έρχονται σήματα που καλούν το περιπολικό και τους ανθρώπους του σε πορεία, στις φυλακές, στο γήπεδο και πάει λέγοντας. «Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι είμαστε επί ξύλου κρεμάμενοι; Υπάρχει και ακόμη ένα μεγάλο κακό. Ολα τα επιτελεία (υπουργείο, ΓΑΔΑ κ.ά.) είναι επανδρωμένα με το καλύτερο προσωπικό. Ο,τι περισσεύει πάει στα τμήματα. Επίσης αποδυναμώθηκαν τα τοπικά τμήματα και το βάρος έπεσε σε κεντρική υπηρεσία (Αμεση Δράση) που δεν μπορεί να υποκαταστήσει το τοπικό τμήμα ούτε να λύσει τα προβλήματα στην κάθε περιοχή. Το τοπικό τμήμα γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, τις ευαίσθητες περιοχές, τις ιδιαιτερότητες του τόπου».


Ακόμη και το σχέδιο περιπολιών που γίνεται κατά το τελευταίο διάστημα εκπονήθηκε από την κεντρική υπηρεσία, επισημαίνει ο συνομιλητής μας. «Πάλι καλά που γίνονται και αυτές. Για να αποδώσει όμως πρέπει γίνεται με προσωπικό του τοπικού τμήματος μέσα στα όρια περιοχής της αρμοδιότητάς του. Πού ξέρει ο άλλος τα σημεία με το έντονο πρόβλημα;».


Εύλογα φθάνουμε και στο πιο καίριο ζήτημα που αφορά το ηθικό των αστυνομικών. «Δεν είναι σε καλό επίπεδο» μας λέει. «Το προσωπικό δουλεύει υπό ωράριο πλήρους ακαταστασίας, δεν ξέρει πού θα βρεθεί την επόμενη μέρα (ενίσχυση σε τμήμα της Αθήνας ή στις φυλακές ή όπου αλλού), δεν έχει εξασφαλισμένο το ρεπό του, δεν γνωρίζει πόσα νυχτερινά θα κάνει, δεν μπορεί να προγραμματίσει τίποτε για τη ζωή του. Παράλληλα, επειδή γνωρίζουν πώς είναι εκπαιδευμένοι, η ανασφάλεια τους ακολουθεί».


Η όποια αναφορά στα πολυδύναμα προκαλεί άμεση αντίδραση. Δεν πήγε καλά το σύστημα και γι’ αυτό χρειάζεται αναμόρφωση, λένε και οι δυο διοικητές τοπικών τμημάτων. «Πρέπει να ξεκαθαρίσει το θέμα μια και υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες. Η Ανατολική Αττική δεν έχει ενταχθεί ακόμη. Και όπου λειτουργούν τα πολυδύναμα, υπάρχει αβεβαιότητα για την τύχη του θεσμού». Θεωρούν ως ακόμη χειρότερο το γεγονός ότι καταργήθηκαν τα τμήματα ασφαλείας που ήταν υπηρεσίες επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση του κοινού εγκλήματος.


Ποιες περιοχές προτιμούν οι ληστές


Σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου διμήνου που συγκέντρωσε το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, οι ληστές στην Αττική τουλάχιστον έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες περιοχές. Στην κορυφή του καταλόγου της εγκληματικότητας βρίσκονται οι Αχαρνές, περιοχή στην οποία καταγράφηκαν ως σήμερα 29 ληστείες. Ακολουθεί το κέντρο της Αθήνας, ιδίως οι γειτονιές γύρω από το Σύνταγμα (24 ληστείες), η Ομόνοια (κατέχει το ρεκόρ με 36 βεβαιωμένα περιστατικά ληστειών), ο Κολωνός (32 ληστείες), τα Εξάρχεια (18 ληστείες), η Κυψέλη (11 ληστείες) και τα Ανω Πατήσια (16 ληστείες). Στα βόρεια προάστια οι ληστές έδειξαν σαφή προτίμηση στην Αγ. Παρασκευή (10 περιστατικά ληστειών) και στο Χαλάνδρι (επίσης 10 περιστατικά) ενώ στα νότια επλήγησαν περισσότερο η Ηλιούπολη (13 ληστείες), το Παλαιό Φάληρο (11 κρούσματα) και η Γλυφάδα. Αξιοσημείωτη όμως δράση είχαν οι ληστές και στον Πειραιά, στο Μοσχάτο και στην Καλλιθέα. Ληστείες έχουν σημειωθεί και σε άλλες περιοχές της Αττικής, σε πολύ μικρότερη όμως κλίμακα.