Ο κ. Δημήτρης Δαμκαλίδης είναι αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου Ελλάδος. Το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στη Μεγαλόνησο, ενώ με την εννιάχρονη παρουσία του στην Ελλάδα έχει σημειώσει μια αξιοσημείωτη ανοδική πορεία ανάπτυξης. Στόχος της τράπεζας, που αναμένει το πράσινο φως των αρχών για την είσοδό της στη Σοφοκλέους, είναι ως το 2004 το μερίδιο αγοράς της στην Ελλάδα να ξεπεράσει το 5%. Οσον αφορά την πορεία του Χρηματιστηρίου, ο κ. Δαμκαλίδης θεωρεί ότι η ταχεία αποκλιμάκωση των επιτοκίων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2000 θα έχει θετικές επιπτώσεις στον γενικό δείκτη, ενώ για το χρηματιστήριο Κύπρου αναφέρει ότι ως αναπτυσσόμενη αγορά οι τάσεις που καθορίζουν την πορεία του δείκτη δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες.
Με δεδομένη την τάση συγκέντρωσης που επικρατεί στην ελληνική τραπεζική αγορά αλλά και διεθνώς, ποιο θεωρείτε ότι είναι το μέλλον των μικρότερων τραπεζών στην ελληνική αγορά;
«Πιστεύω ότι μέσα από τη διαμόρφωση του νέου τραπεζικού σκηνικού σε Ελλάδα και Ευρώπη δημιουργούνται τέτοιες δυναμικές που επιτρέπουν τη συνύπαρξη των μεγάλων και των μικρότερων τραπεζών, εκμεταλλευόμενη η καθεμιά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Εξάλλου δεν είναι δεδομένο ότι η συγχώνευση δύο τραπεζών θα έχει φυσικό επακόλουθο το άθροισμα των μεριδίων αγοράς τους. Αντίθετα υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο ένα μεγάλο ποσοστό πελατών να αναζητήσει συνεργασία με άλλες τράπεζες. Αυτό ακριβώς το ποσοστό μπορούν να διεκδικήσουν μικρότερες τράπεζες, οι οποίες διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητα προσφοράς καλύτερων υπηρεσιών με ανταγωνιστικό κόστος. Στο πλαίσιο αυτό η Τράπεζα Κύπρου επιδιώκει τη συνέχιση της αυτόνομης ανάπτυξής της με παράλληλη αύξηση του μεριδίου αγοράς που κατέχει».
Αναμένοντας τη δημόσια εγγραφή και την είσοδο της Τράπεζας Κύπρου στη Σοφοκλέους, ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η πορεία του ΧΑΑ το προσεχές διάστημα και ως το τέλος του χρόνου;
«Μετά την υπερβολική αύξηση του δείκτη που είχαμε την περυσινή χρονιά, η διόρθωση που χαρακτήριζε τους τελευταίους μήνες ήταν φυσικό επακόλουθο. Σε αυτό το στάδιο παρατηρούνται σταθεροποιητικές τάσεις στην αγορά. Η δεδομένη ταχεία αποκλιμάκωση των επιτοκίων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2000 αναμένεται να έχει θετικές επιπτώσεις στον δείκτη του ΧΑΑ».
Ποια θεωρείτε ότι θα είναι η πορεία των τραπεζικών μετοχών στο νέο περιβάλλον που δημιουργούν οι εξελίξεις σε μακροοικονομικό επίπεδο (πτώση επιτοκίων, εξάλειψη συναλλαγματικού κινδύνου κτλ.);
«Τα νέα δεδομένα που θα δημιουργηθούν με την ΟΝΕ, τα οποία θα εντείνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών και θα επιφέρουν την πτώση των επιτοκίων, αναμένεται να επιβραδύνουν την αυξητική πορεία της κερδοφορίας των τραπεζών που παρατηρήθηκε τον τελευταίο καιρό. Παρ’ όλ’ αυτά οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζουν υγιή οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία θα έχουν αντίκτυπο στην τιμή των μετοχών τους. Οι σταθεροποιητικές τάσεις στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω, και οι οποίες κατά την εκτίμησή μου θα κρατήσουν για το υπόλοιπο του 2000, εκτιμώ ότι θα έχουν τον ίδιο αντίκτυπο και επί των τραπεζικών μετοχών, οι οποίες επίσης θα παρουσιάσουν ανοδικές τάσεις. Αρα στο πλαίσιο των ανοδικών τάσεων που αναμένεται να επικρατήσει στο ΧΑΑ οι τραπεζικές μετοχές θα διατηρήσουν ικανοποιητικές αποδόσεις και θα παραμείνουν blue chips».
Ηδη η Τράπεζα Κύπρου προσφέρει νέα προϊόντα (εγγυημένου κεφαλαίου) και ακολουθεί μια επιθετική πολιτική στις αποδόσεις των καταθέσεων. Ποια είναι τα νέα επενδυτικά προϊόντα που σχεδιάζετε να εισάγετε στην ελληνική αγορά ως αποτέλεσμα της πτώσης των επιτοκίων;
«Η αναμενόμενη περαιτέρω πτώση των επιτοκίων είναι αναπόφευκτο ότι θα ωθήσει τους επενδυτές σε πιο έντονη αναζήτηση άλλων μορφών επενδύσεων αποδοτικότερων από τα παραδοσιακά καταθετικά προϊόντα. Στο πλαίσιο αυτών των αναζητήσεων των αποταμιευτών η Τράπεζα Κύπρου επεξεργάζεται εναλλακτικές μορφές επένδυσης, όπως τον λογαριασμό Top Euro 50, και θα προσφέρει στο πελατειακό κοινό μια γκάμα καταθετικών και επενδυτικών προϊόντων τα οποία μεγιστοποιούν την απόδοση των αποταμιευτών μας. Επιδίωξη της Τράπεζας Κύπρου είναι η παροχή προς τους πελάτες μας ενός συνδυασμένου πλέγματος προϊόντων, τα οποία αφενός μεν θα έχουν υψηλή αποδοτικότητα και θα καλύπτουν όλο το φάσμα του επενδυτικού κοινού (όλα τα risk profiles) αφετέρου θα εδραιώνουν τη διαπροσωπική σχέση του πελάτη με την Τράπεζα Κύπρου, που είναι ο βασικός μας στόχος. Εν ολίγοις στην Τράπεζα Κύπρου επιδιώκουμε το χτίσιμο μακροπρόθεσμων σχέσεων με πελάτες, οι οποίοι μας επιλέγουν συνειδητά επιδιώκοντας τη μακρόχρονη μεταξύ μας συνεργασία».
Το χρηματιστήριο της Κύπρου έχει περάσει, όπως και το ελληνικό, από μια περίοδο ταχείας ανόδου σε περίοδο πτώσης. Υπάρχει σύνδεση των δύο αγορών;
«Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας τα χρηματιστήρια αλληλοεπηρεάζονται. Ιδιαίτερα αλληλένδετες είναι οι σχέσεις του ελληνικού με το κυπριακό χρηματιστήριο με δεδομένη τόσο τη γειτνίαση όσο και την καταγωγή, ενώ αναμένεται τα δύο χρηματιστήρια να έρθουν ακόμη πιο κοντά λόγω της προοπτικής εισαγωγής της μετοχής του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου καθώς και άλλων κυπριακών εταιρειών. Αλλος παράγοντας που καθορίζει τις σχέσεις των δύο χρηματιστηρίων είναι και οι αυξανόμενες συνεργασίες ελληνικών εταιρειών με κυπριακές.
Το ΧΑΚ είναι αναπτυσσόμενο χρηματιστήριο, άρα οι τάσεις που καθορίζουν την πορεία του δείκτη δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες. Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου το ΧΑΚ θα επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το ΧΑΑ».
Πόσο θα επηρεάσει η πορεία της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στη Σοφοκλέους την πορεία του κυπριακού χρηματιστηρίου;
«Νοουμένου ότι δεν υπάρχει προηγούμενο εισαγωγής στο ΧΑΑ ξένης εταιρείας που είναι εισηγμένη σε άλλο χρηματιστήριο, υπάρχει ένας βαθμός αβεβαιότητας για την αντίδραση της αγοράς. Ακόμη και αν χρειαστεί ένα μικρό διάστημα προσαρμογής, είναι λογικό η αξία της μετοχής του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου να διαγράφει παράλληλη πορεία και στα δύο χρηματιστήρια. Με δεδομένη τη μεγάλη συμμετοχή της μετοχής του Συγκροτήματος στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου είναι αναπόφευκτο η πορεία της να επηρεάσει και τη γενικότερη πορεία του ΧΑΚ».



