Στην καρδιά των Αστεριών της Γλυφάδας, η Νίκη Παπαθεοχάρη έχει δημιουργήσει τη δική της, προσωπική, βαθιά και ειλικρινή απάντηση στην πεζότητα της εποχής. Το Πολιτιστικό Κέντρο Τέχνης και Λόγου δεν είναι απλώς ένας ακόμα εκθεσιακός χώρος. Αλλά ένα αριστοτεχνικά σχεδιασμένο, υπερσύγχρονο μουσείο
– το μοναδικό παγκοσμίως στο είδος του – αφιερωμένο στην τέχνη της πετρογλυπτικής και της ποίησης.
Πετρογλύπτρια, ποιήτρια και στιχουργός, η πολυπράγµων δηµιουργός κατάφερε να µετουσιώσει την εσωτερική της ανάγκη για έκφραση σε µια εντυπωσιακή, µα πάνω από όλα ενδιαφέρουσα και
φιλόξενη κιβωτό, όπου η σύγχρονη µουσειακή αισθητική, ο φωτισµός, η θάλασσα που «αγκαλιάζει» τα έργα µέσα από την κινούµενη εικόνα και τον ήχο της και µια ύλη τραχιά και αδάµαστη συνδιαλέγονται µε αρµονία.
Περνώντας την εμβληματική υποδοχή του μουσείου – σχεδιασμένη από τον Κώστα Βαρώτσο –, η κυρίαρχη αίσθηση είναι εκείνη μιας μάλλον λυτρωτικής «παύσης». Η Νίκη Παπαθεοχάρη δεν έφτιαξε ένα αποστειρωμένο μαυσωλείο τέχνης, αλλά έναν ζωντανό οργανισμό. Οπως εξηγεί με το χαρακτηριστικό, διεισδυτικό βλέμμα της και τον ορμητικό λόγο της, δεν πρόκειται για μια ατομική κρυψώνα προκειμένου να γλιτώσει από την πολλή συνάφεια του κόσμου. Αντίθετα, είναι ένα σημείο όπου μπορεί να «συν-καταφεύγει» με ανθρώπους κάθε ηλικίας που αναζητούν συντονισμό στον εσωτερικό ρυθμό τους.

Η μνήμη της θάλασσας
Καθώς περπατάμε ανάμεσα στα εντυπωσιακά και εξαιρετικά δουλεμένα στη λεπτομέρεια γλυπτά, η ξενάγηση μετατρέπεται σε μια βιωματική, από καρδιάς αφήγηση. Η δημιουργός κοντοστέκεται μπροστά στα έργα της, τα οποία αποκαλεί τρυφερά «τα σπλάχνα της θάλασσας». Για περισσότερα από 30 χρόνια, η ανάγκη της να στεγάσει αυτές τις «πέτρες νομάδες» την καθοδηγεί. Μου εξηγεί τη διαδικασία, και ξαφνικά το εργαστήριό της ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μου: τα μικρά εργαλεία που σπάζουν και λιώνουν, οι σιδερένιοι τροχοί, το ευλαβικό πλύσιμο των υλικών για να φύγει το αλάτι αλλά να μείνει άθικτη η μνήμη του χρόνου. Η τελετουργία της δηµιουργίας αποτυπώνεται και σε ένα βίντεο που τοποθετεί τον επισκέπτη στο εργαστήρι της Παπαθεοχάρη. «Η πέτρα δεν παλεύεται» μου λέει αφοπλιστικά. Ανατρέχει στην ιστορία του πρώτου της έργου, του «Art Brutal», και την οδυνηρή αλλά απαραίτητη καταστροφή 48 έτοιμων, μεγάλης κλίμακας έργων στα πρώτα 13 χρόνια της μαθητείας της. Είναι συγκλονιστικό να ακούς έναν άνθρωπο να μιλάει για την τέχνη του όχι με όρους έπαρσης, αλλά με πνεύμα υποταγής στο πρωτογενές, πρωτόλειο υλικό. Κάθε κοχύλι, κάθε κοράλλι, κάθε φύκι που συλλέγει η ίδια περνάει από μια τελετουργική διαδικασία για να βρει τη θέση του στην αρχιτεκτονική αρμονία του γλυπτού της. Και έπειτα έρχεται το χρώμα – ένα χρώμα που, όπως λέει χαμογελώντας, «εκδικείται ανεπιστρεπτί αν δεν αρέσει στην πέτρα να το φοράει».
Ανάμεσα στον μύθο και την ποίηση
Προχωρώντας πιο βαθιά στον χώρο, η Νίκη Παπαθεοχάρη αποκαλύπτει τις αμέτρητες επιρροές της. Εδώ, η πέτρα συναντά τις λέξεις. Η ποίηση, αυτή η πρωταρχική γλώσσα των ανθρώπων, αναρριχάται πάνω στα βράχια. Βλέπω τα 52 ειρωνικά βατράχια του Αριστοφάνη να σατιρίζουν τα κακώς κείμενα της εποχής μας, στέκομαι μπροστά στο έργο-αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στο «Ασήμαντο», αφουγκράζομαι τον απόηχο του Νίτσε και του Καζαντζάκη που διαποτίζουν τη φιλοσοφία της.
Η στιγμή όμως όπου η ατμόσφαιρα βαραίνει με ένα ιερό σχεδόν δέος είναι όταν φτάνουμε στο γλυπτό που υμνεί τον Λεωνίδα της Σπάρτης – καθόλου τυχαία το εν λόγω γλυπτό δεσπόζει στην είσοδο του μουσείου. Η φωνή της Παπαθεοχάρη πάλλεται όταν μιλάει για αυτόν. Τον έχει αναδείξει σε προσκύνημα της μνήμης της, ένα προσωπικό τάμα σκαλισμένο πάνω σε έναν γιγάντιο βράχο. Είναι η απόδειξη πως η ελληνική μυθολογία και η ιστορία δεν είναι για εκείνη ένα σκονισμένο παρελθόν, αλλά μια αέναη, κοινωφελής μαχητική δύναμη. Σε καιρούς που «χορεύουν στη φθορά σαν Κορύβαντες», εκείνη αντιστέκεται σμιλεύοντας ήρωες. Είναι η αντίθεση που σε καθηλώνει και καθώς περιπλανιέσαι στον χώρο: η τραχύτητα του βράχου λειαίνεται από τον υπερσύγχρονο, σχεδόν μυσταγωγικό φωτισμό του μουσείου. Δημιουργείται ένα παιχνίδι σκιών που κάνει τις πέτρινες μορφές να μοιάζουν έτοιμες να ζωντανέψουν και να ψιθυρίσουν αρχέγονα μυστικά.
Φάρος συναισθήματος
Η περιήγηση πλησιάζει στο τέλος της. Εχοντας ακούσει για τον πρωταθλητισμό στα παιδικά της χρόνια, τις σπουδές στη Σορβόννη, τα χρόνια που εργαζόταν ως αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή του Ωνάση, προσπαθείς να συνθέσεις το παζλ αυτού του αεικίνητου ανθρώπου. Πώς επιβιώνει κανείς με τόση ευαισθησία μέσα στη σκληρότητα του κόσμου; Η απάντησή της Παπαθεοχάρη κρύβεται στην καθημερινότητά της. Στη ρουτίνα της άθλησης τα χαράματα, στο χειμερινό κολύμπι όπου γίνεται ένα με τη «μάνα θάλασσα». Και κυρίως στη σεμνότητά της. Οταν της ζητώ να συστηθεί, δεν αναφέρει τα βραβεία ή τη μοναδικότητα του μουσείου της σε παγκόσμιο επίπεδο. Λέει απλώς: «Είμαι η Νίκη. Σύντροφος του Γιάννη Παπαθεοχάρη και μάνα του Διογένη και του Απόλλωνα. Μια πυγολαμπίδα είμαι που, αν προσέξεις, φαίνομαι».
Αφήνοντας πίσω μου τη Λεωφόρο Ποσειδώνος, η φράση της αντηχούσε στο μυαλό μου. Σε μια εποχή αφόρητα πεζή, η Νίκη Παπαθεοχάρη δεν είναι απλώς μια πυγολαμπίδα. Είναι ένας φάρος που επιμένει να μας θυμίζει, με πείσμα και τρυφερότητα, πως η παλινόρθωση στο όνειρο είναι κάτι περισσότερο από διέξοδος. Ιερό, διαφορετικό για τον καθένα μας, καθήκον.



