Οταν εκπρόσωποι της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας πέρασαν πρόσφατα το κατώφλι του Λευκού Οίκου, δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη επίσκεψη θρησκευτικών παραγόντων. Πίσω από τα επιχειρήματά τους περί «θρησκευτικής ελευθερίας» και «θρησκευτικών διώξεων στην Ουκρανία», βρίσκεται σε εξέλιξη μια συντονισμένη πολιτική επιχείρηση με στόχο να επηρεαστεί η αμερικανική στάση απέναντι στο Κίεβο και να καταστεί το εκκλησιαστικό ζήτημα στην Ουκρανία κομμάτι της διαπραγμάτευσης, στο πλαίσιο μιας ειρηνευτικής διευθέτησης.
Το θέμα ανέδειξε η εφημερίδα «The Hill» που αποκάλυψε ότι κληρικοί και λομπίστες πραγματοποιούν συστηματικές επαφές με κυβερνητικούς αξιωματούχους και μέλη του Κογκρέσου, για λογαριασμό της Μόσχας. Το αφήγημά τους είναι ότι η Ουκρανία καταπιέζει τους ορθόδοξους πιστούς και ότι η αμερικανική βοήθεια οφείλει να επανεξεταστεί.
Πίσω από αυτό το ιδεολόγημα βρίσκεται ο έμπειρος καναδοαμερικανός λομπίστας Ρόμπερτ Αμστερνταμ, ο οποίος έχει αναλάβει να «πουλήσει» στο Κογκρέσο την εικόνα μιας Ουκρανίας η οποία μετατρέπεται σε «αντιχριστιανικό κράτος» που παραβιάζει τις θρησκευτικές ελευθερίες, διώκοντας τους πιστούς που συνεχίζουν να πρόσκεινται στη φιλορωσική Ουκρανική Εκκλησία (αναφέρεται στη συνδεδεμένη με τη Μόσχα Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ από το 2018 το Φανάρι έχει αναγνωρίσει την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας).
Οπως αποκάλυψε η «Washington Post», ο Αμστερνταμ χρηματοδοτείται από τον Βαντίμ Νοβίνσκι, ρωσοουκρανό ολιγάρχη και διάκονο της Ρωσικής Εκκλησίας. Ο Νοβίνσκι χρηματοδοτεί δίκτυο λόμπινγκ που περιλαμβάνει πρώην βουλευτές, νομικά γραφεία και πολιτικούς συμβούλους. Τα δύο τελευταία χρόνια, η καμπάνια του έχει καταφέρει να βρει ευήκοα ώτα σε συντηρητικούς κύκλους του κινήματος MAGA. Για παράδειγμα, ως γερουσιαστής, ο Τζέι Ντι Βανς είχε συνδέσει δημοσίως τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία με τη «διασφάλιση της θρησκευτικής ελευθερίας», ενώ ο γνωστός influencer Τάκερ Κάρλσον έδωσε βήμα στον Αμστερνταμ, μεταφέροντας το αφήγημά του σε εκατομμύρια ψηφοφόρους.
Στο Κογκρέσο, αυτή η κινητικότητα έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Ο Ρεπουμπλικάνος βουλευτής Τζο Γουίλσον, με επιστολή στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ζητεί τη διερεύνηση ξένης επιρροής μέσω εκκλησιαστικών οργανισμών, εκφράζοντας ανησυχία ότι το Κρεμλίνο εργαλειοποιεί τη θρησκεία ως πολιτικό όπλο.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Αγγίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δημιουργεί ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, όπως είχε επισημάνει ο πρώην αναλυτής της δεξαμενής σκέψης FDD, Αϊκάν Ερντεμίρ.
Οι επιθέσεις
Από το 2018, όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας, η Μόσχα έχει εξαπολύσει εκστρατεία απονομιμοποίησής του. Επιθέσεις, θεωρίες συνωμοσίας, αμφισβήτηση των κανονικών του αρμοδιοτήτων, επιδιώκουν να αποδομήσουν την εικόνα του στους συντηρητικούς αμερικανικούς κύκλους.
Το διακύβευμα είναι στρατηγικό. Αν το Φανάρι αποδυναμωθεί διεθνώς, η Ρωσική Εκκλησία ενισχύει τη διεκδίκησή της για πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη αναστάτωση στην ελληνορθόδοξη κοινότητα των ΗΠΑ. Η αιφνιδιαστική δήλωση των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που καταδίκαζε τη συνάντηση ρωσικών εκκλησιαστικών παραγόντων στον Λευκό Οίκο και εκδόθηκε χωρίς συνεννόηση με την Αρχιεπισκοπή Αμερικής, αποτέλεσε ένα πολιτικό αυτογκόλ. Ο λόγος ήταν ότι η δήλωση απείλησε να τινάξει στον αέρα τη συνοχή της Συνόδου των Ορθοδόξων Επισκόπων στις ΗΠΑ, στην οποία προεδρεύει ο Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στη Σύνοδο συμμετέχουν και φιλορωσικοί παράγοντες που δεν θα είχαν πρόβλημα να αποχωρήσουν.
Ενδεχόμενη διάσπαση του οργάνου θα ωφελούσε στρατηγικά τη Μόσχα που θα περιόριζε έμμεσα την επιρροή του Φαναρίου στην Αμερική. Ο Αρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε σε αδιέξοδο που τον ανάγκασε να κρατήσει δημόσια αποστάσεις από τη δήλωση των Αρχόντων για να διατηρήσει ζωντανή τη Σύνοδο. Στην Ουάσιγκτον, όλο και περισσότερες φωνές αναγνωρίζουν πλέον τη γεωπολιτική διάσταση της Ορθοδοξίας. Στο παρελθόν, κατά την περίοδο Μπάιντεν, η τότε προοδευτική κυβέρνηση εμφανίστηκε απρόθυμη να αναμειχθεί στα εκκλησιαστικά, αποφεύγοντας να επιβάλει κυρώσεις στο Πατριαρχείο Μόσχας και στον Πατριάρχη Κύριλλο που στήριξε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Αντίστοιχα, η Ουάσιγκτον είχε επιλέξει να παραμείνει αδρανής και στην εισπήδηση της Ρωσικής Εκκλησίας στην Αφρική, κατά παραβίαση της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Σήμερα, από το Καπιτώλιο έως το Φανάρι, αρχίζει να γίνεται σαφές ότι η σύγκρουση αυτή δεν είναι θεολογική. Είναι γεωπολιτική. Και εξελίσσεται σιωπηλά, αλλά με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της εκκλησιαστικής διπλωματίας.






