Το ωραίο με τις Βρυξέλλες είναι ότι δεν προσπαθούν να σε εντυπωσιάσουν. Δεν έχουν τη θεατρικότητα του Παρισιού ή την απαράμιλλη ομορφιά της Ρώμης, ούτε τη βαριά σκιά που ρίχνει η Ιστορία στο Βερολίνο. Κι όμως, ακριβώς αυτή η ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα και ο διακριτικός κοσμοπολιτισμός που τις διακρίνει χάρη στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα οποία εδρεύουν εκεί είναι που τις έχει μετατρέψει σε μία από τις πιο ζωντανές και «ουσιαστικές» πρωτεύουσες της ηπείρου μας αλλά και σε ένα ενδιαφέρον hub σύγχρονης τέχνης. Σε αυτή την πόλη όπου η δημιουργία δεν περιορίζεται στους τοίχους των μουσείων και των γκαλερί, αλλά διαχέεται στην καθημερινότητα, στις γειτονιές, στα καφέ, στα παλιά βιομηχανικά κτίρια που βρήκαν νέα ζωή.
Σε μια εποχή που η αγορά της τέχνης μοιάζει συχνά αποκομμένη από την κοινωνία, οι Βρυξέλλες λειτουργούν ως αντιπαράδειγμα: ένα οικοσύστημα όπου συλλέκτες, καλλιτέχνες, επιμελητές και απλοί θεατές συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχίες. Χαμηλότερα ενοίκια, φορολογικά κίνητρα, κεντρική γεωγραφική θέση ανάμεσα σε Παρίσι, Λονδίνο και Βερολίνο, αλλά και μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα χαλαρής φιλοξενίας, έχουν καταστήσει την πόλη καταφύγιο τόσο για ανερχόμενους δημιουργούς όσο και για έμπειρους συλλέκτες που αναζητούν κάτι πιο ανθρώπινο σε σύγκριση με τους ανηλεείς ρυθμούς και τον θόρυβο των μεγάλων μητροπόλεων.
Η επιθυμία μένει ζωντανή
Η καρδιά της αγοράς χτυπά κάθε χρόνο στην BRAFA, μία από τις παλαιότερες και πιο εκλεκτικές φουάρ τέχνης της Ευρώπης. Η πρόσφατη 71η διοργάνωσή της ρίχνει αυλαία σήμερα και επιβεβαίωσε ότι, παρά τις διεθνείς αναταράξεις και τη γενικότερη γεωπολιτική και οικονομικοκοινωνική ανασφάλεια, η επιθυμία για συλλογή έργων τέχνης παραμένει ζωντανή. Στις απαλά φωτισμένες αίθουσες της Brussels Expo, έργα μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης συνυπήρξαν με design, αρχαιότητες και αντικείμενα φυσικής ιστορίας, δημιουργώντας ένα απρόσμενα δημοκρατικό τοπίο. Μόνο τις τρεις πρώτες μέρες της λειτουργίας της την επισκέφθηκαν 25.000 άνθρωποι και δεν ήταν μόνο οι σημαντικές πωλήσεις που έδωσαν τον τόνο (όπως αυτή μιας «Superficie bianca» του Ενρίκο Καστελάνι που αγοράστηκε για μισό εκατομμύριο ευρώ), αλλά και το ενδιαφέρον νεότερων συλλεκτών για πιο προσιτά έργα – ένα σημάδι ότι η σκηνή δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν της, αλλά κοιτάζει μπροστά και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.
Σε λίγες ημέρες, τα προσιτά έργα θα πρωταγωνιστήσουν και στο Affordable Art Fair Brussels, στο Tour & Taxis. Εκεί, η σύγχρονη τέχνη αποβάλλει τον ελιτισμό της και συστήνεται σε ένα ευρύτερο κοινό: νέοι αγοραστές, οικογένειες, άνθρωποι που ίσως αγοράζουν το πρώτο τους έργο. Η εμπειρία μοιάζει λιγότερο με ιεροτελεστία και περισσότερα με μια ζωντανή γιορτή που αντικατοπτρίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της πόλης. Η ατμόσφαιρα θυμίζει σχεδόν αυτή του Vieux Marchè, της ανοιχτής αγοράς που διοργανώνεται καθημερινά (ξεκινώντας από το 1919) στην Place du Jeu de Balle στην καρδιά της γοητευτικής γειτονιάς Marolles.
Τα μηνύματα των γκαλερί
Πέρα όμως από τις φουάρ, οι Βρυξέλλες ορίζονται από τις γκαλερί τους. Η Galerie Greta Meert, με ιστορία από το 1988, υπήρξε από τις πρώτες που πίστεψαν στη μινιμαλιστική και εννοιολογική τέχνη, φιλοξενώντας καλλιτέχνες που αργότερα καθόρισαν τη διεθνή σκηνή. Στον αντίποδα της κλασικής white cube αισθητικής, η Ampersand House λειτουργεί ταυτόχρονα ως κατοικία και εκθεσιακός χώρος, προσκαλώντας τους επισκέπτες να αγγίξουν, να καθίσουν, να φανταστούν τα έργα ως μέρος της ζωής τους. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορετική επιμελητική πρόταση, αλλά για μια δήλωση: η τέχνη δεν είναι μουσειακό αντικείμενο, αλλά καθημερινή εμπειρία.
Αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης είναι και τα μεγάλα ιδρύματα. Το WIELS Contemporary Art Centre, στεγασμένο σε ένα παλιό ζυθοποιείο, διατηρεί τη βιομηχανική του αρχιτεκτονική και τη συνδυάζει με φιλόδοξες εκθέσεις και προγράμματα φιλοξενίας καλλιτεχνών. Εκεί, η σύγχρονη τέχνη δεν παρουσιάζεται ως τελικό προϊόν, αλλά ως διαδικασία εν εξελίξει. Αντίστοιχα, χώροι όπως το Komplot και το La Loge λειτουργούν ως εργαστήρια ιδεών, δίνοντας βήμα σε πειραματικές πρακτικές που κινούνται ανάμεσα στην performance, τον κινηματογράφο και τη θεωρία.
Η εναλλακτική πλευρά των Βρυξελλών δεν περιορίζεται στην τέχνη. Είναι τρόπος ζωής. Στις υπέροχες γειτονιές του Saint-Gilles και του Molenbeek παλιά εργοστάσια μετατράπηκαν σε ατελιέ, και τα καφέ ή τα εστιατόρια λειτουργούν ως άτυποι τόποι συνάντησης καλλιτεχνών και επιμελητών. Πανέμορφα γκράφιτι κοσμούν τους τοίχους και επικρατεί η αίσθηση ότι όλα βρίσκονται σε ανθρώπινη κλίμακα: μπορείς να πας με τα πόδια από μια έκθεση σε ένα μπαρ, να συναντήσεις τυχαία τον καλλιτέχνη του οποίου τα έργα σού άρεσαν και να ξεκινήσεις μια συζήτηση χωρίς επίσημες συστάσεις και πλαίσιο που ορίζεται από το networking. Αυτή η αίσθηση οικειότητας είναι που κάνει την πόλη να μοιάζει με κοινότητα.
Η έκθεση στη Γάνδη
Και κάπως έτσι, σχεδόν φυσικά, το ταξίδι επεκτείνεται λίγο πιο έξω από τις Βρυξέλλες. Στη Γάνδη, ένα από τα πιο ανήσυχα αστικά κέντρα (και μία από τις πιο όμορφες πόλεις) του Βελγίου, το MSK Ghent φιλοξενεί από τον Μάρτιο την έκθεση Inoubliables. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση αφιερωμένη αποκλειστικά στις γυναίκες καλλιτέχνιδες των παλιών Κάτω Χωρών, από το 1600 έως το 1750. Περισσότερες από σαράντα δημιουργοί, γνωστές και άγνωστες, επανασυστήνονται μέσα από πίνακες, χαρακτικά, γλυπτά, υφάσματα και περίτεχνα χαρτοκοπτικά έργα, αποκαθιστώντας μια ιστορική αδικία αιώνων. Η συγκεκριμένη διοργάνωση δεν λειτουργεί απλώς ως ιστορική αναδρομή, αλλά ως σύγχρονο σχόλιο: μια υπενθύμιση ότι η γυναικεία δημιουργικότητα υπήρξε πάντα παρούσα, ακόμη κι όταν η ιστορία της τέχνης επέλεξε να την αγνοήσει.



