Εχοντας συγκεντρώσει δεκαέξι (16) υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Οσκαρ (η πρώτη στην ιστορία αυτών των βραβείων που πέτυχε αυτό το νούμερο), η ταινία «Αμαρτωλοί» (Sinners) του Ράιαν Κούγκλερ έφυγε από την 98η απονομή της περασμένης Κυριακής με τέσσερα βραβεία. Καθόλου άσχημο νούμερο – δύο μόλις λιγότερα βραβεία από τη μεγάλη ανταγωνίστριά της αλλά και μεγάλη φετινή θριαμβεύτρια ταινία, τη «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Αντερσον.
Η «Μάχη» ως γνωστόν κέρδισε έξι, συμπεριλαμβανομένων των βραβείων καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας και καλύτερου σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό (όλα στον Π. Τ. Αντερσον).
Η ταινία του Κούγκλερ κέρδισε στις κατηγορίες καλύτερης μουσικής (Λούντβιγκ Γκόρανσον), καλύτερης φωτογραφίας (μάλιστα η Οτομν Ντουράντ Αρκαπο είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύεται σε αυτή την κατηγορία), καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου (Κούγκλερ) και όπως «Το Βήμα» είχε προβλέψει, καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου για τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν που στους «Αμαρτωλούς» υποδύεται τα δύο βασικά πρόσωπα της ιστορίας, δύο δίδυμους αδελφούς.
Ομως στο τέλος της ημέρας, αυτό που τελικά η ταινία «Αμαρτωλοί» κατόρθωσε (ανεξαρτήτως από το αν κάποιοι συμφωνούν ή – όπως ο υπογράφων – διαφωνούν για την τόσο μεγάλη αξία της) είναι ότι έδωσε βήμα σε ένα κινηματογραφικό είδος που εκτός από κάποιες εξαιρέσεις δεν βρίσκει ανταπόκριση στα Οσκαρ: στην ταινία τρόμου και μάλιστα μεταφυσικού τρόμου, καθότι οι «Αμαρτωλοί» από κάποια στιγμή και μετά μετατρέπονται σε ξεκάθαρο zombie/vampire movie καταλήγοντας σε… σπλάτερ!
Αν βέβαια η ταινία περιοριζόταν σε αυτό το είδος, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον που προκάλεσε. Ομως με πολύ έξυπνο τρόπο, ο Ράιαν Κούγκλερ ενσωμάτωσε στην ταινία πρώτον τη μουσική των μπλουζ και δεύτερον ένα ξεκάθαρο πολιτικό «χρώμα», μιλώντας ταυτόχρονα για τον φυλετικό ρατσισμό, την Κου Κλουξ Κλαν και την καταπίεση των μαύρων στον αμερικανικό Νότο της δεκαετίας του 1930 (που πολύ πιθανόν, σε κάποια σημεία, σήμερα, να παραμένει ο ίδιος).
Τα 17 εξαφανισμένα παιδιά
Οι «Αμαρτωλοί» δεν ήταν όμως η μόνη ταινία τρόμου που διέπρεψε στα Οσκαρ γιατί υπάρχει και το «Weapons» που σχετίζεται με την εξαφάνιση 17 ανήλικων παιδιών – όλα στην τάξη μιας νεαρής δασκάλας (Τζούλια Γκάρνερ) που εξαιτίας του γεγονότος βρίσκεται στο στόχαστρο της τοπικής κοινότητας.
Η ταινία χάρισε στη βετεράνο ηθοποιό Εϊμι Μάντιγκαν, που στο «Weapons» υποδύεται μια μάγισσα, το Οσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου. Στην ταινία ο σκηνοθέτης Ζακ Κρέγκερ μοιράζει την ιστορία σε κεφάλαια και στο καθένα δίνει τον πρώτο λόγο σε κάποιον από τους βασικούς ήρωες. Ολοι κάτι κρύβουν αλλά τα όσα κρύβουν δεν έχουν απαραιτήτως σχέση με την υπόθεση, οπότε δημιουργείται ένα πολύ ενδιαφέρον παζλ που εντείνει τον τρόμο καθώς εκτός από τη δασκάλα υπάρχει ένας πολιτικός μηχανικός (Τζος Μπρόλιν) πατέρας ενός από τα εξαφανισμένα παιδιά, ένας αστυνομικός (Αλντεν Ερενραϊχ), ένας νεαρός άστεγος (Οστιν Αμπραμς), όπως και το μοναδικό παιδί της τάξης το οποίο δεν εξαφανίστηκε (Κάρι Κρίστοφερ).
Ολα αυτά τα πρόσωπα είναι τα κομμάτια ενός πολύ κομψά κινηματογραφημένου παζλ, από το οποίο δεν απουσιάζει η μαύρη μαγεία και η «λογική» ενός zombie movie. Το απροσδιόριστο ίσως αλλά σαφές μήνυμα που το «Weapons» περνά είναι ότι τα παιδιά όντως εξαφανίζονται – άλλα ως φυσική παρουσία, άλλα ως πνευματική. Αν λοιπόν κάτι απέδειξαν τα Οσκαρ φέτος, αυτό είναι ότι οι ταινίες «είδους» δεν αποκλείονται απαραιτήτως, αρκεί όμως, ξεφεύγοντας από το είδος τους, ή χρησιμοποιώντας το, να έχουν κάτι παραπάνω, ουσιαστικό να πουν.



