«Μπορώ να καπνίσω;». Η συζήτηση για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, με αφορμή τη συνεργασία του σε συλλογική έκδοση, δεν φαινόταν να καταλήγει σύντομα και παίδευε από ώρα στα χέρια του τον καπνό και την πίπα του. Οπως θα συνειδητοποιούσα αργότερα, τα σύνεργα του καπνίσματος, ο μαύρος στυλογράφος, το καλοπροαίρετα παρατηρητικό βλέμμα πίσω από τα διακριτικά γυαλιά και ένα λοξό μειδίαμα ήταν τα αξεσουάρ της φυσιογνωμίας του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ο οποίος το 1996 ήταν ήδη μια εμβληματική μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων.
Φιλολογία και ποίηση
Οι βιβλιογραφικές εργασίες του για τον Σεφέρη και τον Καβάφη, τους ποιητές στους οποίους κατ’ εξοχήν αφιέρωσε τον χρόνο του, αλλά και για τον Ελύτη, τον Σικελιανό, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, ήταν η σταθερή αφετηρία φιλολογικών μελετών και ο άνθρωπος Δασκαλόπουλος συχνά η κατάληξη όταν κάποια πληροφορία έπρεπε να επιβεβαιωθεί. «Ρώτα τον Δασκαλόπουλο, θα ξέρει» ήταν μια συχνή παρότρυνση στους φιλολογικούς κύκλους. Και ο Δασκαλόπουλος ήξερε. Γιατί η βιβλιογραφία, όπως θα έλεγε αργότερα σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα» (11.12.2016) «διαβάζεται σαν περιπετειώδες μυθιστόρημα, πίσω από τις παραπομπές “διαβάζεις” περιστατικά και αντιδράσεις».
Τις πληροφορίες που «διάβαζε», υλικό που στη συνέχεια έδινε αφορμή για να γραφτούν κριτικά μελετήματα και βιογραφικά σχεδιάσματα, τις μοιραζόταν γενναιόδωρα με όποιον τις ζητούσε. Το δικό του πρότυπο ήταν ο Γιώργος Κατσίμπαλης, «ο άνθρωπος που χρόνια τώρα προσπαθούσα να πλησιάσω, χωρίς αποτέλεσμα», όπως εξομολογείται στο αυτοβιογραφικό Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου (εκδ. Πατάκη, 2016). Τον πλησίασε, συγκρότησε τη δική του βιβλιογραφία, πήγε πέρα από εκείνον. Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, εφαλτήριο είναι η γνωριμία του με τον Μάνο Χαριτάτο και τον Δημήτρη Πόρτολο, τους δημιουργούς του μελλοντικού Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), σε μια εποχή, όπως μας έλεγε ο ίδιος, «που ανδρώνεται η νεοελληνική φιλολογία, που δημιουργεί εκείνα τα έργα υποδομής (ευρετήρια, πίνακες λέξεων, βιβλιογραφίες) που θα κάνουν ευχερέστερη την ενασχόληση με τη φιλολογία».
Ο Χαριτάτος τού διαθέτει τη βιβλιοθήκη του και διευκολύνει την πρόσβαση σε βιβλιακό υλικό, και ο Δασκαλόπουλος στρώνεται στη δουλειά, αποτελώντας ζωντανό παράδειγμα μεθοδικής έρευνας, αυτοψίας και επαλήθευσης για γενιές γερών φιλολόγων. Το επιστημονικό προσωπικό του ΕΛΙΑ του ΜΙΕΤ, που συγκινημένο παρευρέθηκε στην κηδεία του το μεσημέρι της περασμένης Τετάρτης στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, τον αποχαιρετούσε ως μέλος της οικογένειας.
Οι φιλολογικές εργασίες βαίνουν παράλληλα με την εργασία του στην Εθνική Τράπεζα και τη συγγραφή ποίησης, στην οποία επιδίδεται από τα νεανικά του χρόνια. Το δεύτερο βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό της «Πανσπουδαστικής» το 1959, όταν ήταν ακόμη φοιτητής της Νομικής, του έδωσε ορατότητα και τον έφερε σε επαφή με συνομήλικούς του ποιητές. Το 1963 κυκλοφορεί την πρώτη του συλλογή Απόπλους. Η τέταρτη ποιητική συλλογή του, η Νέκυια (1978), θα είναι και η πρώτη έκδοση του ΕΛΙΑ. Ποιήματα στοχαστικά, μιας χαμηλής, μελαγχολικής φωνής που συνδιαλέγεται με την παράδοση και συνομιλεί με τη γενιά του 1930 περισσότερο από τους συγκαιρινούς της, εκφράσεις μιας ποίησης υπαρξιακής που τη χαρακτηρίζει η λιτότητα και η ακρίβεια, τα ποιήματα των ετών 1958-2018 τα συγκέντρωσε στην έκδοση Τα χρόνια που θα ‘ρθουν (εκδ. Πατάκη, 2022).
Μια στιβαρή παρουσία
Ανθρωπος μειλίχιος, χαμηλόφωνος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ήταν μια στιβαρή παρουσία της φιλολογικής μας ζωής που προκαλούσε βαθύ σεβασμό αλλά ταυτόχρονα προσέλκυε και εξέπεμπε αγάπη. Το σπίτι του στο Θησείο, όπου ζούσε με τη σύζυγό του, φιλόλογο, συγγραφέα και συνοδοιπόρο στη ζωή και στα γράμματα Μαρία Στασινοπούλου, φιλοξένησε τη γέννηση περιοδικών, διατριβών και βιβλίων, ενώ η στήλη κριτικής που διατηρούσε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», όπου εξέφραζε τη γνώμη του με έντιμο και κομψό τρόπο, ενθάρρυνε συγγραφείς στα πρώτα τους ξεκινήματα, όπως μαρτυρούν δημόσια με ευγνωμοσύνη οι συγγραφείς Χρήστος Χωμενίδης και Μάκης Τσίτας.
Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, δεν θέλησε να αναλάβει τη διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), που του προτάθηκε μετά την αποχώρηση της Μυρσίνης Ζορμπά, διετέλεσε όμως αντιπρόεδρος του ΕΚΕΒΙ (2000-2004), συμμετείχε σε επιτροπές των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και των βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» και από το 1984 εργάστηκε με αφοσίωση για την καθιέρωση των «Καβαφείων» στην Αλεξάνδρεια, συμβολή για την οποία τιμήθηκε φέτος από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Επιμελήθηκε πληθώρα εκδόσεων, ανθολογιών, συλλογικών τόμων.
Η προσφορά του στα νεοελληνικά γράμματα αναγνωρίστηκε ποικιλοτρόπως. Επίτιμος διδάκτωρ των Τμημάτων Φιλολογίας των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης (2006), Πατρών (2010) και Κύπρου (2023), τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του από το Ιδρυμα Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (2015) και από το περιοδικό «Ο Αναγνώστης» με το Μεγάλο Βραβείο (2021). Γεννημένος στην Πάτρα το 1939, είχε την καλή τύχη μιας μακράς ζωής, δημιουργικής μέχρι το τέλος. Στα τελευταία του έργα συγκαταλέγεται η Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (εκδ. Ομιλος Φίλων του Ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη/Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024) και μια ανθολογία ποιημάτων του Αναγνωστάκη (εκδ. Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης, 2025) και τα Σχόλια στον Σεφέρη (εκδ. Σμίλη, 2025).
Ενα χειρόγραφο με σύντομα πεζά ποιήματα και τίτλο «Ενας απλός παλμός» είχε παραδώσει προς έκδοση στις εκδόσεις Πατάκη. Ποιητής, κριτικός, βιβλιογράφος, μελετητής… Ποια ιδιότητα προτάσσετε των άλλων; τον ρωτούσα στη συνέντευξή μας προ δεκαετίας. «Θα προτιμούσα τον χαρακτηρισμό “λόγιος”, όπως τον εννοούσαν τον 19ο αιώνα» ήταν η απάντηση. Τον λόγιο Δημήτρη Δασκαλόπουλο, λοιπόν, αποχαιρετούμε σήμερα.





