Τι είναι η μετακίνηση από το σημείο Α στο σημείο Β; Τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους ανθρώπους; Τι τους κάνει να αφήνουν τους τόπους κύριας κατοικίας τους και να πηγαίνουν κάπου αλλού; Η ανάγκη για ξεκούραση, η ανάγκη για φυγή, η ανάγκη για εργασία· μήπως τα κίνητρα είναι συμβολικά; «Η Σεζόν» της Κωνσταντίνας Τσουκαλά-Σταθάκη εισάγει τον αναγνώστη στην αφήγηση θέτοντας μια σειρά από ξεκάθαρα ερωτήματα. Μετά το συγκεκριμένο ερωτηματικό, μπορεί να ακολουθήσει πρόταση καταφατική;
-δεν θα βρείτε εδώ την απάντηση-
«Το μόνο που ξέρω με σιγουριά είναι πως η μετακίνηση και η φιλοξενία, το ταξίδι και ο προορισμός του είναι μια πραγματική ανάγκη που υποβιβάζεται σε ένα χρηματικά αποτιμημένο προϊόν, που για να εξασφαλίσει την κερδοφορία του καταβροχθίζει πόλεις και ανθρώπους και τελικά απειλεί να καταβροχθίσει τον ίδιο του τον εαυτό: ο τουρισμός τρέφεται από τη σάρκα του ταξιδιού», γράφει η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη.
Μιλά στο ΒΗΜΑ, με αφορμή την κυκλοφορία της «Σεζόν» της από τις εκδόσεις Αντίποδες, για την τεράστια εσωτερική μετανάστευση που συμβαίνει στη χώρα μας πριν τα πλήθη των τουριστών κάνουν απόβαση στα ελληνικά νησιά, για τους αθέατους -και πολύτιμους- πρωταγωνιστές της εποχικής εργασίας.
Η σεζόν είναι μια ειδική και αχαρτογράφητη πραγματικότητα και το μοναδικό αποτύπωμα που έχουμε για εκείνη είναι αυτό που μετριέται στα στοιχεία του ΑΕΠ.
Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη μάς βοηθά να καταλάβουμε πως η σεζόν είναι μια πολύπλοκη εργασιακή εμπειρία, ένα κοινό βίωμα για όλους όσοι ψάχνουν δουλειά από μικροί, το οποίο όμως είναι ικανό να αποκαλύψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και, τελικά, να μας μάθει να αναγνωρίζουμε πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που στριμώχνονται στα πλοία.
Ποια είναι η δική σου ιστορία; Πώς εμπλέκεσαι με τον χώρο του τουρισμού και με την εποχική εργασία;
Το υπόβαθρό μου ήταν τελείως διαφορετικό, καθώς οι αρχικές μου σπουδές ήταν στη Νομική. Το 2016, ούσα φοιτήτρια, είχα μια πρόταση να εργαστώ για την καλοκαιρινή σεζόν σε ένα μπαρ στη Ζάκυνθο, τόπο καταγωγής και των δύο γονιών μου.
Έτσι, άρχισα να σκέφτομαι τη σεζόν ως μια μικρή ευκαιρία να βγάλω κάποια χρήματα για να μπορεί να βγει ο χειμώνας. Σκέφτηκα δηλαδή όπως πάνω κάτω σκέφτονται όλοι τη σεζόν, δηλαδή ως κάτι πρόσκαιρο και εφήμερο.
Πήγα στο νησί και ξεκίνησα να δουλεύω στο μπαρ. Είναι αλήθεια ότι δεν ταίριαξα πάρα πολύ ως ψυχοσύνθεση. Δεν μου φαινόταν αρκετά ικανοποιητική δουλειά, για τον τρόπο που εγώ ήθελα να εργάζομαι και να προσφέρω.

Εκείνη η πρώτη σεζόν δεν ολοκληρώθηκε, όμως επέστρεψε στη ζωή σου ως συνθήκη;
Αντί για τρεις μήνες, έμεινα έναν εκείνη την πρώτη χρονιά στο νησί. Το επόμενο καλοκαίρι είχα μια πρόταση πάλι από τη Ζάκυνθο, αλλά αυτή τη φορά για να δουλέψω στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου. Αποφάσισα να το δοκιμάσω.
Το ξενοδοχείο ως επαγγελματική συνθήκη μού άρεσε αρκετά. Mπήκα στον τουρισμό για λόγους οικονομικούς, αλλά έμεινα εν τέλει επειδή μου άρεσε αυτό που μου προσέφερε εργασιακά.
Αναπολώντας, είναι αλήθεια ότι πάντα μου άρεσε να συμμετέχω στο να δημιουργούνται ευχάριστες εμπειρίες για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφομαι: από τους φίλους μου μέχρι τους τουρίστες που απλά συναντούσα στην υποδοχή του ξενοδοχείου.
Τον πρώτο χρόνο δούλεψα στο ξενοδοχείο για έξι μήνες, μιας και η σεζόν στο συγκεκριμένο νησί διαρκεί παραπάνω από τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες. Οι επόμενες δύο σεζόν με βρήκαν στο ίδιο πόστο, στο ίδιο νησί, στο ίδιο ξενοδοχείο.

Η σεζόν της Κωνσταντίνας Τσουκαλά-Σταθάκη από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Μετά από την εμπειρία σου στο ξενοδοχείο, αποφάσισες ότι ήθελες να αποκτήσεις και συναφείς ακαδημαϊκές γνώσεις;
Ακριβώς. Συνέχισα τις σπουδές μου κάνοντας μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, στο τμήμα Τουριστικών Σπουδών και Οικονομικών. Η «σεζόν» ξεκίνησε ως κάτι εφήμερο όμως τελικά μπήκε στα ενδιαφέροντά μου μόνιμα.
Συνεχίζω να δουλεύω στον τουρισμό, όμως πια ασχολούμαι με το σύστημα κρατήσεων, τμήμα το οποίο λειτουργεί όλο τον χρόνο. Μετά τις πρώτες τρεις σεζόν αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπάω σεζόν σε νησί και ότι θα μείνω και θα έχω τη βάση μου στην Αθήνα.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες;
Η έλλειψη προσωπικού χρόνου, χώρου, προσωπικής ζωής συνολικότερα. Η διττή διάσταση που δημιουργείται μεταξύ της ζωής στο νησί -ουσιαστικά μεταναστεύεις- και της ζωής στην Αθήνα.
Η συνθήκη έξι μήνες στο ένα σημείο, έξι μήνες στο άλλο συνεχόμενα κάπως δεν σε αφήνει να ζήσεις ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Η συνθήκη είχε αρχίσει να με απωθεί για αυτό και στα χρόνια που ακολούθησαν, αν και είχα προτάσεις για σεζόν και μάλιστα με καλύτερες απολαβές, τις απέρριψα και έμεινα στην Αθήνα επιλέγοντας ξεκάθαρα μια πιο ισορροπημένη ζωή.
Πρακτικά ζητήματα;
Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν σίγουρα αυτό της προσωπικής ζωής και των ωραρίων. Οι εποχικές εργασιακές σχέσεις μπορεί να έχουν αλλάξει λίγο τα τελευταία χρόνια, αλλά για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα στην Ελλάδα αφορούσαν σε εργασία 7ήμερη, χωρίς ρεπό.
Δούλευες συνεχόμενα για έξι μήνες, καταλαβαίνεις πόσο επιβαρυντικό μπορεί να είναι για έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα άλλο μέσα στην καθημερινότητά του.
Και ταυτόχρονα ένα ακόμα μεγάλο ζήτημα είναι ότι πληρώνεσαι για 6 μήνες και τους υπόλοιπους δεν έχεις έσοδο εκτός από κάποια πολύ μικρά εποχικά επιδόματα που δίνονται 2 μήνες τον χρόνο.
Και είναι επίσης πολύ δύσκολο κάποιος εργοδότης να σε προσλάβει ξέροντας ότι σε 6 μήνες θα ξαναφύγεις. Είναι μεγάλη η ανασφάλεια.
«Να σκύβεις θηλυκά και να φαίνονται ωραία τα δάχτυλα όταν αφήνεις τα ποτά», είχε πει εργοδότρια σε εποχική εργαζόμενη η οποία είχε μιλήσει στο ΒΗΜΑ της Κυριακής. Εσύ, αντιμετώπισες παρόμοιες συμπεριφορές;
Είναι αλήθεια ότι εκτός από την πρώτη μου χρονιά στο σέρβις στο μπαρ που ήρθα αντιμέτωπη με συμπεριφορές από κάποιους πελάτες, τα υπόλοιπα χρόνια αυτό που αντιμετώπισα ήταν πάρα πολύ καλό σε σχέση με τα πράγματα που έχω ακούσει και εγώ από άλλες συναδέλφισσες ή συναδέλφους που ήταν σε θέσεις στη Ζάκυνθο, στη Μύκονο ή στη Σαντορίνη.
Έχω ακούσει για περιβάλλοντα απαράδεκτα και στο πώς συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι συνεργάτες και πώς συμπεριφέρονται αντίστοιχα οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων. Θεωρώ ότι ήμουν απλά τυχερή γιατί η πλειοψηφία των εργαζομένων έχει πάρα πολλά τέτοια περιστατικά να καταγγείλει.
View this post on Instagram
Η διαμονή των εποχικών εργαζομένων είναι άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα;
Και πάλι θεωρώ πως ήμουν τυχερή σε σχέση με όσα έχω κατά καιρούς ακούσει για συναδέλφους -για παράδειγμα στη Μύκονο- που έχουν αναγκαστεί να μείνουν σε κοντέινερ.
Το ζήτημα της ιδιωτικότητας υπάρχει. Εγώ έμενα εντός των χώρων του ξενοδοχείου σε δωμάτιο που μοιραζόμουν με ένα ή δύο ακόμα άτομα. Ένας χώρος ενιαίος, πολύ μικρός, με δύο μονά κρεβάτια και ίσως ένα μπάνιο αν ήταν στα καλά δωμάτια προσωπικού.
Ίσως ένα μπάνιο;
Μπορεί να ήταν κοινόχρηστο μπάνιο μεταξύ δύο δωματίων. Όσα καταγγέλλονται μέσα στα χρόνια είναι αληθινά και αυτό είναι τόσο στενάχωρο για μια χώρα που πραγματικά ζει από τον τουρισμό.
Πέρσι είχαμε κατά τη διάρκεια της σεζόν περίπου 20-25 θανάτους από θερμοπληξία. Όλος ο κόσμος θέλει να πάει ένα ταξίδι για να κάνει τις διακοπές του και είναι κρίμα αυτός άνθρωπος που θα τον υποδεχτεί, ο άνθρωπος που θα τον εξυπηρετήσει να βιώνει στην καθημερινότητά του μια κατάσταση που είναι το λιγότερο τραγική.
«Η σεζόν» από τις Εκδόσεις Αντίποδες, πώς προέκυψε; Είχες τόσο υλικό που δεν γινόταν να πάει χαμένο;
Η πρόταση ήρθε από τους Αντίποδες γιατί ήξεραν ότι εργάζομαι πολλά χρόνια στον κλάδο. Είχαν μια εκπληκτική ιδέα γιατί θεωρώ ότι ασχολούνται πάρα πολύ λίγοι άνθρωποι στην Ελλάδα με το πώς εν τέλει βγαίνει η σεζόν.
Ακούμε για αύξηση αφίξεων, ακούμε για εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας και δεν ακούμε ποιος είναι αυτός που βρίσκεται πίσω από τις υπηρεσίες που προσφέρονται.
Το βιβλίο αυτό είναι κομμάτι μιας συλλογής των εκδόσεων που στόχο έχει να ρίξει φως σε αθέατες πλευρές της κοινωνίας μας. Τη συλλογή συμπληρώνουν «Το ρεπορτάζ» της Ελίζας Τριανταφύλλου, «Η φυλακή» του Τάσου Θεοφίλου, «Το άσυλο» της Ειρήνης Βλάχου.
Στην περίπτωση της σεζόν μπορεί να έχουμε στη διάθεσή μας κάποια στατιστικά στοιχεία όμως πίσω από αυτά υπάρχουν άνθρωποι, ο καθένας με την ιστορία του.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι για να βγει η σεζόν υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος κόπος, πίεση και άγχος. Θέλω και ελπίζω ότι το βιβλίο ρίχνει φως αρκετό σε διάφορες πτυχές αυτής της καθημερινότητας αλλά και φως στο τι μπορεί να προκαλέσει ο υπερτουρισμός στους προορισμούς.
Άρα θα διαβάσουμε πραγματικές ιστορίες.
Κατά κύριο λόγο κομμάτια της δικής μου ιστορίας και δικές μου σκέψεις για το πώς έχουν λειτουργήσει τα πράγματα συνολικά. Για την εξέλιξη του τουρισμού, για το πώς έχει διαμορφωθεί ο τουρίστας από πιο παλιά μέχρι τώρα, για το πώς έχουν αλλάξει κάποιοι προορισμοί για να δέχονται τον νέου τύπου τουρίστα.
Σκοπός μας είναι να δούμε και να συζητήσουμε επί της ουσίας το φαινόμενο Το δικό μου βίωμα αντανακλά με έναν τρόπο και το σε ποια κατεύθυνση αυτή τη στιγμή είναι ο τουρισμός στη χώρα.
Αγγίζεις και το πώς ο υπερτουρισμός αλλοιώνει τις τοπικές κοινωνίες και τις γειτονιές της Αθήνας;
Βλέπουμε ότι σε κάποια νησιά όπως η Μύκονος, Σαντορίνη, η Μήλος, πλέον οι ίδιοι οι κάτοικοι αγανακτούν και δεν έχουν πού να μείνουν, ενώ ο τουρίστας θεωρητικά έρχεται να ζήσει την αυθεντική ελληνική εμπειρία.
Εγώ δεν καταλαβαίνω πού υπάρχει πια αυτή η αυθεντική ελληνική εμπειρία. Αν δεν υπάρχει ένας κοινωνικός ιστός να τον υποδεχτεί, ο τουρίστας ουσιαστικά ζει την εμπορική ελληνική εμπειρία και όχι την αυθεντική. Αυτή που μπορεί να γίνει δηλαδή εμπόρευμα και όχι αυτή που μπορεί να βιωθεί ως καθημερινή σχέση.
Γιατί για να υπάρχει μια καθημερινή σχέση σημαίνει ότι υπάρχει και κάποιος κοινωνικός ιστός να την προσφέρει και δυστυχώς αυτός ο ιστός έχει διαρραγεί πλήρως.
Αντίστοιχα, υπάρχουν γειτονιές στην Αθήνα στις οποίες πια μένουν μόνο τουρίστες. Υπάρχει με έναν τρόπο μία διαμόρφωση του προορισμού με βάση τις ανάγκες του τουρίστα και όχι μία διαμόρφωση της γειτονιάς με βάση τις ανάγκες των κατοίκων της, έτσι ώστε ο τουρίστας να βιώσει αυτό που η γειτονιά έχει να του προσφέρει.
Σε ποια σελίδα του βιβλίου θα βρει ο αναγνώστης τη μεγαλύτερη αλήθεια για τους εποχικούς εργαζόμενους;
Η μεγαλύτερη αλήθεια βρίσκεται κάπου στις σελίδες 69-70. Σε αυτές ο αναγνώστης θα διαβάσει ποια είναι η πιο καθαρή εικόνα της καθημερινότητας ενός εργαζόμενου στο ξενοδοχείο.
Ποιες είναι οι βάρδιες, πού θα φάει μεσημεριανό, ποια είναι η σχέση του με τους συναδέλφους του, πώς αυτή ουσιαστικά παγιώνεται και δημιουργείται εν τέλει μια σχέση αλληλεγγύης.
Αν τώρα ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και έφευγα για σεζόν, τι θα μου έλεγες;
Υπομονή, μεγάλα αποθέματα κουράγιου και σίγουρα να διασφαλίσεις ότι θα γυρίσεις ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που έφυγες. Υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες. Η σεζόν μπορεί να γίνει πολύ πιεστική, πολύ μοναχική.






