«Τίποτα δεν επηρεάζει το εκλογικό σώμα. Ούτε τα σκάνδαλα ούτε τα ολισθήματα της κυβέρνησης. Μόνο η ακρίβεια θα καθορίσει την ψήφο των πολιτών». Αυτή είναι η διαδεδομένη αντίληψη που κυκλοφορεί στα υπουργικά γραφεία και η οποία στηρίζεται, λένε, στις δημοσκοπήσεις που διενεργούνται για λογαριασμό του Μεγάρου Μαξίμου. Υπονοεί ότι η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη. Και η κοινωνία έχει έναν ταγό, και αυτός είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εξ ου και της απευθύνεται το ερώτημα αν μπορεί να φανταστεί άλλη κυβέρνηση πέραν της ΝΔ να κυβερνάει τη χώρα.
Είναι δύσκολο να ανιχνευτεί η φαντασία της κοινωνίας, που δεν είναι μία και αδιαίρετη. Αντιθέτως, ο Πρωθυπουργός με την εμφάνισή του την Παρασκευή στη Βουλή βοήθησε όσο μπορούσε τους δυσαρεστημένους από την πολιτική του να φανταστούν και άλλες κυβερνητικές εκδοχές. Η βασική γραμμή που διαπερνούσε ολόκληρη την επιχειρηματολογία του ήταν ότι η ΝΔ θα σχηματίσει ξανά αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αν είναι πράγματι τόσο σίγουρος γιατί ζήτησε στην ομιλία του μετριοπαθώς τη συναίνεση του ΠαΣοΚ και στη δευτερολογία του το εγκάλεσε σε υψηλούς τόνους επειδή δεν αποδέχεται να ψηφίσει τις κυβερνητικές προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος προσφέροντας 180 ψήφους (ΝΔ και ΠαΣοΚ έχουν αθροιστικά 188 βουλευτές) στην προτείνουσα Βουλή; Η συναίνεση που ζητούσε έμοιαζε με το καλόπιασμα του λύκου στην Κοκκινοσκουφίτσα, χωρίς τα καθησυχαστικά ρούχα της γιαγιάς. Καμία εγγύηση δεν μπορεί να δώσει ο Πρωθυπουργός ότι μετά τις εκλογές η ΝΔ θα σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, στην πραγματικότητα κανένας δεν ξέρει τι εικόνα θα έχει η Βουλή και πόσα κόμματα θα μετέχουν σε αυτήν. Θα ήταν αφροσύνη από την πλευρά του ΠαΣοΚ να επιτρέψει να αναθεωρήσει το Σύνταγμα μια ενδεχομένως ετερόκλητη πλειοψηφία 151 βουλευτών, σε μια άγνωστη κατεύθυνση.
Η στάση του Κ. Μητσοτάκη είχε μια εγγενή αντίφαση. Δεν εξήγησε επαρκώς γιατί το ΠαΣοΚ όφειλε να στηρίξει τις κυβερνητικές προτάσεις και όχι τις δικές του. Είχε επίσης και μια παραδοξότητα. Πώς θα προκύψει η «διάθεση για συνεννόηση που θα επιστρέψει τη δημόσια ζωή σε έναν δρόμο αναγέννησης», όπως είπε, όταν στη συνέχεια κατηγόρησε το κόμμα με το οποίο δηλώνει ότι θέλει να συνεργαστεί ότι παραβίασε την εντολή του ελληνικού λαού καθώς έγινε αξιωματική αντιπολίτευση «από σπόντα» και «καραμπόλα» «επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ τα έκανε όπως τα έκανε». Μόνο που το ΠαΣοΚ δεν παραβίασε καμία εντολή του λαού, απλώς η Βουλή εφάρμοσε τον Κανονισμό της, ο οποίος στο άρθρο 20 ορίζει ότι «ο Πρόεδρoς της μεγαλύτερης σε δύναμη Koινoβoυλευτικής Oμάδας πoυ δεν μετέχει στην Kυβέρνηση απoκαλείται Aρχηγός της Aξιωματικής Aντιπoλίτευσης». Ηταν άστοχο να απευθύνει ο Πρωθυπουργός μομφή στο ΠαΣοΚ για τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι η αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί έννοια του Κοινοβουλευτικού Δικαίου και προκύπτει από τον συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων. Αν δεν το ήξερε θα μπορούσε να ζητήσει τη βοήθεια του παρακαθήμενου υπουργού Εξωτερικών και καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργου Γεραπετρίτη.
Το θέμα, ασφαλώς, δεν είναι νομικό. Είναι πολιτικό και αναδεικνύει τη στρατηγική του Κ. Μητσοτάκη. Ανηλεής επίθεση στο ΠαΣοΚ, από τη μια πλευρά, προκειμένου είτε να το προσεταιριστεί είτε να το διαλύσει και να αφομοιώσει ένα κομμάτι του. Εργαλειοποίηση του Αλέξη Τσίπρα, από την άλλη πλευρά, προκειμένου να του χρησιμεύσει ως παράγοντας συσπείρωσης της συμμαχίας τού 2019 και του 2023 που του έδωσε «τρεις φορές 41%», αλλά και ως ανάχωμα απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά.
Γίνεται όμως με το ζόρι δικομματισμός και μάλιστα με βολικό αντίπαλο; Με έναν φθαρμένο Μητσοτάκη και έναν Τσίπρα που παλεύει να αποκτήσει δυναμική πέρα από τα όρια του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ; Μπορεί και να γίνεται, αλλά με προϋπόθεση την ακραία πόλωση, που οδηγεί σε άλλα αδιέξοδα αν δεν επιτευχθεί η αυτοδυναμία.
Ο Κ. Μητσοτάκης προσπαθεί να επιβάλει τον εαυτό του διεκδικώντας αυτοδυναμία ή κάτι παραπλήσιο στην αυτοδυναμία με έναν φιλικό και ελεγχόμενο εταίρο. Αυτή, προφανώς, δεν είναι η λύση που χρειάζεται η χώρα. Τι θα γίνει αν η ΝΔ μετά τις εκλογές έχει περίπου 30% και ο Τσίπρας 20%; Η μία εκδοχή, αφού το ΠαΣοΚ είναι βέβαιο ότι θα αρνηθεί τη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας, είναι να αποδεχθεί τη θέση του μικρού εταίρου ο Κυριάκος Βελόπουλος, αν έχει επαρκή αριθμό βουλευτών. Αυτό το ενδεχόμενο δεν δυσαρεστεί καθόλου ορισμένους στην κυβέρνηση, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι «ο Βελόπουλος δεν θέλει τίποτα, ούτε υπουργεία ούτε άλλα πόστα για τους δικούς του». Πράγμα που σημαίνει ότι γίνονται συζητήσεις. Αλλά αν μια κυβέρνηση συνασπισμού της αντιπολίτευσης είναι μια «κυβέρνηση ηττημένων», κατά τον χαρακτηρισμό του Πρωθυπουργού, μια κυβέρνηση Μητσοτάκη – Βελόπουλου θα είναι κυβέρνηση νικητών;
Η πιθανότερη εκδοχή, ωστόσο, είναι να προκηρυχθούν δεύτερες, μήπως προκύψει κυβέρνηση αυτοδυναμίας. Αν επιτευχθεί ο στόχος, ο Μητσοτάκης θα έχει τρίτη θητεία και ο Τσίπρας θα ανασυντάξει τις δυνάμεις του για τις εκλογές του 2031.
Οπως και να έχει, είτε κυβέρνηση αυτοδυναμίας της ΝΔ είτε συμμαχική με κορμό τη ΝΔ, θα πρόκειται για μια αδύναμη κυβέρνηση, η οποία δεν θα μπορεί να πάρει καμία πρωτοβουλία ούτε στα εθνικά ούτε στην οικονομία ούτε πουθενά αλλού. Ηδη δυσκολεύεται η σημερινή, η οποία με 156 βουλευτές θεωρητικά μπορεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις, αλλά παραμένει εγκλωβισμένη στις εσωτερικές της αδυναμίες, έχοντας απέναντι της μια κοινωνία χωρίς κατεύθυνση. Ακόμα και το κορυφαίο χαρτί της αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Κ. Μητσοτάκης το «έκαψε». Με τον τρόπο που δρομολογήθηκε η διαδικασία δεν έβαλε απέναντί του μόνο το σύνολο της αντιπολίτευσης, αλλά και τους βουλευτές της ΝΔ που τον υποχρέωσαν να υπαναχωρήσει στην προσωπική του εξαγγελία για το ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού. Επιπλέον, στο νέο Πρόγραμμα Εθνικής Ανάπτυξης, που ονομάστηκε «νέο πακέτο» 23 δισεκατομμυρίων ευρώ, ασκείται κριτική ότι δεν πρόκειται για επιπλέον χρήματα, αλλά για εθνικούς πόρους που αθροίστηκαν σε νέα συσκευασία.
Στο μεταξύ πληθαίνουν τα σκάνδαλα, και όσο και αν ο Κ. Μητσοτάκης μιλάει για «αναμασήματα» της αντιπολίτευσης, οι υπουργοί και οι βουλευτές του ανησυχούν ότι «έχουν μαζευτεί πολλά» και προβληματίζονται για το «τι άλλο θα σκάσει». «Ολα αυτά δεν έχουν μέχρι στιγμής επίδραση στο ποσοστό μας. Πολώνουν όμως το κομμάτι της κοινωνίας που δεν μας ψηφίζει και αυτό δεν μας ωφελεί» σχολιάζει κυβερνητικός παράγοντας. Μάλλον και ο Τσίπρας δεν θα είναι ο βολικός αντίπαλος των πρωθυπουργικών σχεδιασμών, αφενός γιατί δεν έχει εκδηλωθεί πλήρως το εύρος της δυναμικής του, αφετέρου επειδή με τη θέση που πήρε για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ανάλογη της στάσης που κράτησε ο Κ. Μητσοτάκης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, φανερώνει ομοιομορφία και συνέχεια πολιτικών, ανακύκλωση και αμηχανία. Σε αυτό το σκηνικό, παρότι βάλλεται από παντού και απαξιώνεται, το ΠαΣοΚ αποτελεί βασικό ορθολογικό και εγγυητικό παράγοντα για τη χώρα.



