O Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν ήθελε να χαλάσει το κλίμα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, για τη διοργάνωση της οποίας έλαβε τα εύσημα από όλους τους συμμετέχοντες. Απευθυνόμενος στον Κυριάκο Μητσοτάκη και σχολιάζοντας τις ελληνικές αντιρρήσεις για την προμήθεια από την Τουρκία αεροσκαφών F-35, είπε σε ήπιους τόνους αυτό που θα έπρεπε να είχε απασχολήσει σοβαρά εδώ και χρόνια τους πολιτικούς ηγέτες της χώρας μας. Υπερασπιζόμενος το δικαίωμα της πατρίδας του να αγοράζει τα όπλα που χρειάζεται, παρατήρησε ότι η Τουρκία παράγει όπλα. Και εφόσον πουλάει μπορεί και να αγοράζει.
Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, δεν παράγει. Η αμυντική βιομηχανία της χώρας μας μοιάζει με αντιγραφή του πολιτικού συστήματος. Κατακερματισμένη, χωρίς δυνατότητα συνεργασιών και πλην ελάχιστων εταιρειών οι υπόλοιπες αγοράζουν πατέντες από το εξωτερικό και με ψιλομετατροπές παριστάνουν τους παραγωγούς. Μεταφορά τεχνογνωσίας ανύπαρκτη. Η συμβολή του συγκεκριμένου κλάδου στο ΑΕΠ είναι 0,5%.
Συνολικά, η παραγωγικότητα της Ελλάδας βρίσκεται στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, δηλαδή όταν οι άλλοι σε μία ώρα παράγουν ένα, εμείς παράγουμε μισό. Επί Αλέξη Τσίπρα ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 1% με όλες τις δυσκολίες της εποχής του τέλους των μνημονίων. Επί Κυριάκου Μητσοτάκη είναι περίπου 2% παρά τα σχεδόν 70 δισεκατομμύρια ευρώ που ήρθαν από την Ευρώπη. Δηλαδή, αν δεν ήταν τα ευρωπαϊκά χρήματα, πάλι στο 1% θα ήμασταν, όταν χρειαζόμαστε ρυθμό ανάπτυξης 4% ετησίως για να προσεγγίσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε καμιά 30αριά χρόνια. Στην Τουρκία μόνο οι εξαγωγές όπλων αγγίζουν τα 10 δισεκατομμύρια και τα επόμενα 10 χρόνια η πρόσθετη δαπάνη στην ΕΕ για την άμυνα θα φτάσει τα 7 τρισεκατομμύρια ευρώ. Ας μαντέψουμε ποια χώρα θα βγει κερδισμένη σε αυτή την κούρσα, όσα βέτο και αν θέσει η ελληνική πλευρά.
Γιατί δεν έχει αναπτυχθεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία; Επειδή «δεν της το επιτρέπουν οι πολλές ομάδες συμφερόντων που την περιβάλλουν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με όλη τη χώρα» παρατηρεί πολιτικός με γνώση του συγκεκριμένου χώρου. Αυτή η εσωτερική πελατειακή αντιπαλότητα υπονομεύει την ανάπτυξη, την εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, στο τέλος ακόμα και την υπόσταση της χώρας. Καθιστά την Ελλάδα δομικά ανίσχυρη. Για παράδειγμα, οι Γάλλοι συνάπτουν μαζί μας στρατηγική συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει εκτός από την πώληση φρεγατών και Rafale πέραν των άλλων τον όρο της αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής και παράλληλα διαπραγματεύεται με την Τουρκία την πώληση του αντιπυραυλικού συστήματος SAMP/T.Α, το οποίο αχρηστεύει τα Rafale. Αν αυτή είναι η συμπεριφορά του πιο κοντινού συμμάχου της ελληνικής κυβέρνησης, τι έχει να περιμένει από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;
Με τον Τραμπ η κατάσταση είναι ξεκάθαρη. Δεν έχει καλή χημεία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, παρότι ο έλληνας πρωθυπουργός επέτρεψε στις αμερικανικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα, σε αντίθεση με ό,τι έκαναν άλλες χώρες όπως η Ιταλία. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν θέλει αστάθεια στην Ελλάδα, αλλά δεν θα πάει κόντρα και στις προσωπικές σχέσεις του προέδρου των ΗΠΑ, που θεωρεί τον Ερντογάν στενό φίλο και σύμμαχο, ιδίως τώρα που ο πόλεμος με το Ιράν δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιάσει.
Ο Μητσοτάκης ήξερε την ατμόσφαιρα που θα συναντούσε στην Αγκυρα και γι’ αυτό έμεινε κάτι λιγότερο από 24 ώρες, δεν έκανε ούτε μία διμερή συνάντηση, ούτε καν χειραψία με τον Τραμπ, και επέστρεψε στην Αθήνα έπειτα από την «αβλαβή διέλευση», όπως σχολιάστηκε, από την τουρκική πρωτεύουσα. Ούτως ή άλλως, στο μεγάλο παζάρι της Συνόδου του ΝΑΤΟ δεν είχε κάτι ουσιώδες να προσφέρει και η αιφνιδιαστική φιλοδυτική στροφή του τούρκου προέδρου βρήκε απροετοίμαστη και αμήχανη την ηγεσία της κυβέρνησης.
Στο μεταξύ, αν ευσταθούν οι πληροφορίες που έρχονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκπρόσωποι του ελληνοαμερικανικού λόμπι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από την επιμονή του υπουργείου Εξωτερικών στην πολιτική των «ήρεμων νερών», διότι τους στερεί το επιχείρημα της τουρκικής απειλής.
Αλλά και η επιστροφή στην Αθήνα δεν είχε τίποτα καθησυχαστικό για τον Πρωθυπουργό. Μόλις πάτησε το πόδι του στο Μέγαρο Μαξίμου χρειάστηκε να πάρει αποφάσεις για διάφορα θέματα που σχετίζονται με τις εκλογές. Ζήτησε από τους συνεργάτες του και τους υπουργούς να κλείσουν όλες οι εκκρεμότητες μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου, που θα επισκεφθεί τη ΔΕΘ. Η άνοδός του στη Θεσσαλονίκη επισπεύστηκε κατά μία εβδομάδα, ο αρχικός σχεδιασμός ήταν για τις 11 και 12 Σεπτεμβρίου, όμως εκτίμησε, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι θα ήταν προτιμότερο να έχει ανοιχτές όλες τις δυνατότητες για προκήρυξη εκλογών ακόμα και στις 27 Σεπτεμβρίου ή στις 4 Οκτωβρίου. Δεν είναι κάτι που το επιθυμεί, εξάλλου συνεχώς δηλώνει ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027, αλλά ενδεχομένως να είναι κάτι που δεν θα μπορέσει να αποφύγει σε ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό, με τις τιμές των αγαθών και της ενέργειας να αυξάνονται, τον Ταλ Ντίλιαν που έφερε στην Ελλάδα το Predator να απειλεί με αποκαλύψεις στη δίκη του στο εφετείο στις 11 Δεκεμβρίου, τα διαρκή σκάνδαλα που εμπεδώνουν μια ατμόσφαιρα γενικευμένης διαφθοράς, το κόμμα Σαμαρά που δεν θα αφήσει αλώβητη τη ΝΔ, απενοχοποιώντας τη «γαλάζια» ψήφο διαμαρτυρίας.
Την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται να συζητηθεί στη Βουλή το αίτημα για την άρση ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου, καθώς το υπόμνημα που έστειλε στον Αρειο Πάγο πιθανότατα θα απορριφθεί ή τουλάχιστον αυτό πιστεύουν στη «γαλάζια» Κοινοβουλευτική Ομάδα. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών θα αποφασίσει αν θα εκδοθεί στις βελγικές αρχές, κάτι που θα σκιάσει περαιτέρω το σκηνικό. Πάντως, όχι τόσο όσο αν η κυβέρνηση φέρει τροπολογία που θα μετατρέπει σε εξαγοράσιμη την ποινή φυλάκισης του Ντίλιαν, η οποία θα προκαλέσει και εσωτερικό κλυδωνισμό. Η αντιπολίτευση πιστεύει ότι αν συμβεί αυτό, θα γίνει τέλος Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου, ώστε οι αντιδράσεις να χαθούν στη θερινή ραστώνη, και περιμένει με το όπλο παρά πόδα. Το τελευταίο διάστημα η διαχείριση του Μεγάρου Μαξίμου μοιάζει να βρίσκεται σε απόσταση από την πραγματικότητα. Πριμοδότησε ως αντίπαλο τον Αλέξη Τσίπρα και τώρα που η ΕΛΑΣ απειλεί τη ΝΔ, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ο Αδωνις Γεωργιάδης με τον Παύλο Μαρινάκη να τον σιγοντάρει κατηγορούν τον πρόεδρό της ότι «τα ‘πιασε» για την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα το 2019. Κλασική περίπτωση που ο αυτοτραυματισμός είναι πιο επιβλαβής από το πλήγμα στον άλλον.



