Στο βιβλίο του «Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου» (εκδόσεις ΜΙΕΤ), ο Μαρκ Μαζάουερ αναφέρει ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στους πολιτικούς αντιπάλους ήταν πάντα πολύ πιο βίαιες από ό,τι ήταν οι αντιπαραθέσεις μέσα στην κοινωνία. Συνδέει αυτή την παρατήρηση με το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ήταν πάντα διογκωμένο και επομένως από αυτό περνούσαν πολλοί πρόσοδοι, που σημαίνει ότι η πολιτική διαμάχη δεν είχε μόνο ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Εξέφραζε και ένα συμφέρον, διότι οι κερδισμένοι είχαν πρόσβαση στο κράτος και στα εισοδήματα που αυτό διένεμε. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και σήμερα. Το κράτος εξακολουθεί να είναι διογκωμένο, να συντηρεί δίκτυα συμφερόντων και να έχει ισχυρή επιρροή, ιδίως σε μια εποχή χαμηλών μισθών όπως η σημερινή που καθιστά την πολιτική διαμάχη πολύ πιο σκληρή και τοξική. Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι σε αυτή τη λογική προσχώρησε και η Αριστερά έπειτα από την εμπειρία της διακυβέρνησης που της έδωσε πρόσβαση σε όλα τα προνόμια της εξουσίας. Εξ ου και η επίμονη προσπάθεια για επάνοδο σε ένα σύστημα εύκολου βιοπορισμού, η εγκατάλειψη του σκάφους που μπάζει νερά, η εύκολη αλλαγή στέγης. Οι θέσεις και τα προγράμματα είναι ένας απλός σοβάς για τον καλλωπισμό της πρόχειρης κατασκευής.
Το πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί ούτε να υπερβεί την κρίση του ούτε να αυτομεταρρυθμιστεί και συνεχώς διαιρείται σε όλο και μικρότερα κομμάτια, περιμένοντας την κοινωνία και τις κάλπες να δώσουν λύσεις στα αδιέξοδά του, είναι το ίδιο που θα χρειαστεί να στηρίξει τη χώρα στις κρίσεις και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει.
Η δημοσκοπική εικόνα των τελευταίων μηνών δεν παράγει εικόνα αισιοδοξίας για κανέναν πολιτικό αρχηγό. Η χώρα, αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, έχει μόνο κακά σενάρια μπροστά της. Η ΝΔ στο τέλος αυτής της σεζόν δεν φαίνεται να διαθέτει τις δυνάμεις για να κατακτήσει για τρίτη φορά την αυτοδυναμία. Αν επαληθευτεί αυτό στις κάλπες, είτε θα προκηρυχθούν δεύτερες εκλογές είτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αναζητήσει κυβερνητικό εταίρο. Το σενάριο σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας παλαιότερα το απέρριπτε κατηγορηματικά με το επιχείρημα ότι η συνεννόηση με ένα άλλο κόμμα θα προκαλούσε καθυστερήσεις και θα έθετε εμπόδια στη γρήγορη λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Πρόσφατα, το άφησε ανοιχτό, όμως οι πολιτικές του κινήσεις δείχνουν ότι το πιθανότερο είναι να διεκδικήσει ακόμα και εκβιαστικά την αυτοδυναμία, και αυτή είναι μια παράμετρος που θα μετρήσει στον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών.
Αν, παρ’ όλα αυτά, υποχρεωθεί να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας με ποιον θα τη φτιάξει; Ο ίδιος και διάφορα κυβερνητικά στελέχη έχουν δηλώσει δημόσια ότι προτιμούν το ΠαΣοΚ, ωστόσο ιδιωτικά ορισμένοι παραδέχονται ότι θα ήθελαν να το διαμελίσουν και να κυβερνήσουν ξανά αυτοδύναμοι. Το ΠαΣοΚ, όμως, έχει πάρει ομόφωνη απόφαση στο συνέδριό του να μην κυβερνήσει ξανά με τη ΝΔ και πάντως όχι με «τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη» των σκανδάλων, των παρακολουθήσεων και της διαφθοράς, λένε τα στελέχη του, επιστρέφοντας τις επικρίσεις για «το ΠαΣοΚ του Νίκου Ανδρουλάκη». Συνήθως αυτά γυρίζουν μπούμερανγκ, και αυτό θα έπρεπε να το είχαν λάβει υπόψη τους στο Μέγαρο Μαξίμου.
Υπάρχει και η λύση συνεργασίας με τον Κυριάκο Βελόπουλο, την οποία ο Πρωθυπουργός έχει απορρίψει, αλλά κανένας δεν μπορεί να του εγγυηθεί ότι αν τυχόν την αναζητήσει θα του φτάνουν οι βουλευτές της Ελληνικής Λύσης, η οποία πιέζεται από τη Μαρία Καρυστιανού και ενδεχομένως από το κόμμα Σαμαρά, αν και όταν φτιαχτεί. Ομως τι κυβέρνηση θα είναι αυτή, με τον Κ. Μητσοτάκη να έχει εγκαταλείψει το κεντρώο φιλελεύθερο προφίλ του και να συνεργάζεται με την ψεκασμένη Δεξιά; Πόση σταθερότητα θα εξασφαλίσει στη χώρα;
Ενα άλλο σενάριο είναι να σχηματιστεί μια κυβέρνηση πολλών κομμάτων, ώστε η ευθύνη της διακυβέρνησης να διαχυθεί σε περισσότερους παίκτες ή μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με πιθανότερο αποτέλεσμα την παραλυσία της χώρας.
Μια τέταρτη εκδοχή είναι μια κυβέρνηση τρικολόρ, όπως αυτή που σχηματίστηκε το 2012, με πρωθυπουργό πολιτικό πρόσωπο αλλά πολύ πιθανόν και τεχνοκράτη. Με βάση την εμπειρία της τρικομματικής, το αποτέλεσμα θα είναι η ακινησία προκειμένου να διατηρηθεί η ζώνη αγνότητας των συμμετεχόντων κομμάτων ώσπου κάποιο από αυτά να αποσυρθεί στα του οίκου του. Σε όλες αυτές τις «κυβερνήσεις» οι λέξεις μεταρρυθμίσεις, συναινετική εθνική εξωτερική πολιτική, τομές στην οικονομία και την παραγωγή, ακούγονται σαν σύντομο ανέκδοτο.
Σε όλα τα σενάρια, πλην της αυτοδυναμίας, ο Κ. Μητσοτάκης δύσκολα θα είναι ο πρωθυπουργός που θα αποδεχθούν οι ενδιαφερόμενοι να δώσουν κυβερνητική λύση αρχηγοί. Ο Πρωθυπουργός όχι μόνο δεν μοιάζει διατεθειμένος να αποχωρήσει από το πολιτικό προσκήνιο, αλλά έχει πει στους υπουργούς ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει πραγματικά είναι η τρίτη θητεία. Γι’ αυτό και ασχολείται εντατικά με το αγαπημένο του σπορ, που είναι οι περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Αυτή η υπερδραστηριότητα προκαλεί άλλα ερωτήματα. Μέχρι πότε θα περιοδεύει; Αντέχει ο ίδιος και κυρίως ο κόσμος μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο 8-9 μηνών; Αν δεν φτάσει κοντά στη λήξη της θητείας του εντός του 2027 και προκηρύξει πρόωρες εκλογές στο τέλος Σεπτεμβρίου δεν θα δείξει ότι αδυνατεί πλέον να ελέγξει την πολιτική κατάσταση, ότι κυνηγάει τη φθορά του και όχι κάποιο μέλλον για τη χώρα; Με ποιο αφήγημα και με ποιο δίλημμα θα διανύσει την προεκλογική περίοδο όταν ο ίδιος δεν θα μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα, γιατί πλέον όχι μόνο σκάνδαλα αλλά και η παραμικρή αναποδιά μπορεί να τον εκτροχιάσει, και οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι θα ακονίζουν τα μαχαίρια τους. Γιατί πλέον δεν είμαστε στο 2019, η ΝΔ έχει αποκτήσει «πρωθυπουργίσιμους», οι οποίοι καθόλου δεν αποκλείεται να θέσουν τον εαυτό τους στη διάθεση των γεγονότων. Ειδικά αν η παρουσία τους συμβάλλει σε κυβερνητική λύση. Η δυναμική των πραγμάτων, παρά το κάλυμμα που του προσφέρουν οι δημοσκοπήσεις, δεν είναι με το μέρος του. Βέβαια, δεν είναι ούτε με το μέρος των αντιπάλων του. Ο Αλέξης Τσίπρας που θα μπορούσε, σύμφωνα με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, να είναι ο βασικός αντίπαλός του βρίσκεται πολύ πίσω και ακόμα δεν έχει αποκαθαρεί από τα τοξικά διλήμματα του χθες. Με άλλα λόγια, όποιος βλέπει φως στην άκρη του τούνελ, μάλλον κοιτάζει στη λάθος κατεύθυνση.



