Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Σκαρφαλωμένη στα 1.180 μέτρα, πάνω από τη λίμνη Πλαστήρα, η οικογενειακή ταβέρνα Δόλοπες ταυτίζεται απόλυτα με τη γη, την κτηνοτροφία και την αυτάρκεια. Μια συνθήκη ζωής που στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας έχει σχεδόν εξαφανιστεί, εδώ όμως συνεχίζει να κυλά με τον ίδιο ρυθμό εδώ και δεκαετίες. Βρεθήκαμε πριν λίγο καιρό στο χωριό, ξεφεύγοντας για λίγο από τη λίμνη και με σκοπό να συναντήσουμε ανθρώπους που επιμένουν να μένουν σε χωριά που ερημώνουν, με κάθε κόστος και θυσία.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Αυτές τις μέρες, που η περιοχή ετοιμάζεται να υποδεχθεί για ακόμη μία χρονιά το Lake Plastiras Festival, μια διοργάνωση που τα τελευταία χρόνια έχει δώσει νέα πνοή στον τόπο μέσα από μουσικές, υπαίθριες δράσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις, είναι η ιδανική αφορμή να επισκεφτείτε και εσείς αυτό το όμορφο μέρος. Να δραπετεύσετε από την Αθήνα, να περάσετε από την όμορφη Καρδίτσα και να ανηφορίσετε λίγο ψηλότερα, μέχρι την Καρίτσα, το χωριό που αντιστέκεται στον χρόνο. Τον χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι μετά βίας ξεπερνούν τους δώδεκα. Τον Δεκαπενταύγουστο, όμως, οι αυλές γεμίζουν ξανά, οι κουζίνες ανάβουν, οι οικογένειες επιστρέφουν και το χωριό θυμίζει τις παλιές εποχές. Αυτή η εποχική αναγέννηση κρατά ζωντανό έναν τόπο που αρνείται να εγκαταλειφθεί. Στην καρδιά του βρίσκεται η ταβέρνα Δόλοπες. Το όνομά της δεν επιλέχθηκε τυχαία. Ο Γιώργος Κερασιώτης το δανείστηκε από τους αρχαίους Δόλοπες, τη φυλή που κατοικούσε στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, θέλοντας να συνδέσει το μαγαζί με την ιστορία και την ταυτότητα του τόπου.

Μια ιστορία από εκείνες που αγαπάμε να αφηγούμαστε

Η ιστορία της οικογένειας, όμως, ξεκινά πολύ νωρίτερα. Πριν από το 1960 ο Περικλής και η Ζωή Κερασιώτη είχαν δημιουργήσει το πρώτο τους μαγαζί σε διαφορετικό σημείο του χωριού. Δεν ήταν ταβέρνα με τη σημερινή έννοια. Ήταν ένα από εκείνα τα παλιά ορεινά παντοπωλεία που λειτουργούσαν ως το κέντρο της κοινότητας. Εκεί έβρισκε κανείς από ζωοτροφές μέχρι είδη πρώτης ανάγκης, αλλά και ένα τηγάνι που έμενε πάντα ζεστό για να μαγειρευτεί κάτι πρόχειρο στους περαστικούς. Τότε, άλλωστε, τα σύνορα ανάμεσα στο καφενείο, το παντοπωλείο και την ταβέρνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Όλα συνυπήρχαν κάτω από την ίδια στέγη. Το 2000 η οικογένεια μεταφέρθηκε στο σημερινό κτίριο. Το παντοπωλείο έδωσε οριστικά τη θέση του στην ταβέρνα και οι «Δόλοπες» απέκτησαν τη μορφή που γνωρίζουν σήμερα οι επισκέπτες.

Το εσωτερικό της ταβέρνας σε ταξιδεύει σε άλλη εποχή. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Τα τελευταία χρόνια η φράση «farm to table» χρησιμοποιείται σχεδόν ως σήμα ποιότητας, ένας όρος που προσδίδει κύρος και αίγλη σε μια κουζίνα. Τόσο συχνά, μάλιστα, ώστε πολλές φορές αναρωτιόμαστε αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν πρόκειται απλώς για μια ακόμη στρατηγική του μάρκετινγκ. Πολλά εστιατόρια επικαλούνται τους τοπικούς παραγωγούς, την εποχικότητα και τις πρώτες ύλες μικρής παραγωγής, όχι επειδή αυτά αποτελούν τη φιλοσοφία τους, αλλά επειδή γνωρίζουν ότι όλο αυτό «πουλάει» εύκολα. Στους Δόλοπες, όμως, τίποτα από αυτά δεν είναι τάση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ζει και δουλεύει η οικογένεια εδώ και δεκαετίες.

Ο Γιώργος Κερασιώτης φροντίζει με αγάπη τα ζωντανά του. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ο Περικλής και η Ζωή μεγάλωσαν τα παιδιά τους δουλεύοντας ασταμάτητα. Εκείνος στα δάση και στα ζώα. Εκείνη στους κήπους, στα χωράφια και στο μαγαζί. Κάθε χρόνο κατέβαινε στον θεσσαλικό κάμπο για να προμηθευτεί το λάδι, το αλεύρι, το σιτάρι και ό,τι δεν μπορούσε να παράγει το βουνό. Τα παιδιά βοηθούσαν από μικρά. Άλλοτε στα κοπάδια, άλλοτε πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού. Αυτό ακριβώς συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Γιώργος Κερασιώτης και η αδελφή του Ελένη δεν κληρονόμησαν απλώς μια οικογενειακή επιχείρηση αλλά έναν τρόπο ζωής. Δίπλα τους βρίσκονται καθημερινά οι σύζυγοί τους, η Βάσω Σιαπέρα και ο Βαγγέλης Στεργίου. Οι τέσσερίς τους δουλεύουν σαν μια τέλεια ομάδα. Πριν ανοίξει η ταβέρνα, προηγούνται τα ζώα, μετά έρχονται οι κήποι, ακολουθούν οι πίτες, τα μαγειρευτά, τα τυριά, οι προετοιμασίες της ημέρας. Και μόνο όταν ολοκληρωθούν όλα αυτά, ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού.

Μια δύσκολη ζωή που αξίζει τον κόπο

Ο Γιώργος και η Ελένη ξεκινούν τη μέρα τους μαζί με τα ζώα. Μοσχάρια, πρόβατα, κατσίκια, αρνιά, κοτόπουλα. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρκετά από τα κοπάδια έβοσκαν ελεύθερα στις πλαγιές των Αγράφων. Σήμερα, όμως, οι λύκοι έχουν επιστρέψει δυναμικά στην περιοχή και οι απώλειες ήταν τόσο μεγάλες ώστε αναγκάστηκαν να περιορίσουν τα ζώα σε πιο προστατευμένους χώρους. «Μας έχουν φάει πολλά μοσχαράκια», λένε με μια απλότητα που δείχνει πως αυτή είναι μια πραγματικότητα με την οποία έχουν μάθει να ζουν. Όταν τελειώσει η φροντίδα των ζώων, ξεκινά η ενασχόληση με τους κήπους.

Η Ελένη με τον Πελοπίδα, το μοσχαράκι που εγκατέλειψε η μαμά του, και πλέον ταΐζεται με το μπιμπερό. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Η Ελένη καλλιεργεί σχεδόν ό,τι χρειάζεται η κουζίνα. Πατάτες, φασόλια, κολοκύθια, ντομάτες, κολοκυθιές, χόρτα, όσπρια. Την εποχή των ανθών μαζεύει κολοκυθανθούς και τους γεμίζει. Όταν έρθει η ώρα των βοτάνων, ανεβαίνουν στο βουνό για ρίγανη και τσάι. Ο τραχανάς φτιάχνεται από το δικό τους γάλα, το ίδιο και οι χυλοπίτες. Ακόμη και τα τυριά παράγονται μέσα στο σπίτι, ανάλογα με την εποχή και το γάλα που δίνουν τα ζώα. Η φέτα της Ελένης είναι γνωστή σε όλα τα Άγραφα. Δεν υπάρχει αυτό το τυρί. Μαλακό, βουτυράτο, αρωματικό, υπέροχο.

Η Ελένη Κερασιώτη Στεργίου μάς έφτιαξε μια φανταστική τηγανιά. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

«Ό,τι μπορούμε, το κάνουμε μόνοι μας», λέει η Βάσω και τα λόγια της δεν κρύβουν καμιά υπερβολή αφού το μενού της ταβέρνας στηρίζεται απόλυτα στην εποχικότητα. Αν υπάρχουν κολοκυθάκια, θα γίνουν γεμιστοί ανθοί. Αν βγουν οι μπάμιες, θα μαγειρευτούν μπάμιες. Αν ωριμάσουν οι μελιτζάνες, θα μπουν στη γάστρα με φέτα. Αν τα πρόβατα έχουν γάλα, θα φτιαχτούν τυριά. Το πιάτο ακολουθεί τους νόμους του χωραφιού και μόνο.

Μια κουζίνα βαθιά αυθεντική

Η κουζίνα πατά πάνω στη θεσσαλική και αγραφιώτικη παράδοση. Οι πίτες αποτελούν ολόκληρο κεφάλαιο. Πλαστός, χορτόπιτες, ριζόπιτα, γλυκιά κολοκυθόπιτα, όλες ψημένες στη γάστρα, όπως γινόταν παλιά στα σπίτια του χωριού. Ξυλόφουρνος δεν υπάρχει, υπάρχει όμως η γάστρα που εξακολουθεί να δίνει εκείνη τη χαρακτηριστική αργή, βαθιά νοστιμιά στα φαγητά. Στη γάστρα μπαίνει και το αρνάκι με πατάτες. Στο μάτι της κουζίνας σιγοβράζει το μοσχάρι, άλλοτε με χυλοπίτες, άλλοτε με μακαρόνια ή κριθαράκι.

Φανταστική χορτόπιτα με τραγανό, σπιτικό φύλλο και την ξακουστή φέτα της Ελένης. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Τα λαδερά αλλάζουν σχεδόν καθημερινά. Γίγαντες, ρεβίθια, γεμιστά, φασολάκια, μπάμιες, μελιτζάνες, όλα ακολουθούν τον κύκλο της παραγωγής. Ακόμη και τα πιο γνωστά πιάτα αποκτούν εδώ μια τοπική ταυτότητα. Η χοιρινή τηγανιά, για παράδειγμα, δε γίνεται με πράσο, όπως συνηθίζεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, αλλά με φέτα. «Εδώ πάνω δεν υπήρχαν πράσα, οπότε βάζουμε φέτα στο τηγάνι», εξηγεί η Βάσω που βοηθά σημαντικά την Ελένη στην κουζίνα.

Η χοιρινή τηγανία που εδώ φτιάχνεται με φέτα. Μελωμένη και υπέροχη, από τα χέρια της Ελένης. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Τα πάντα περνάνε από τα χέρια τους. Όταν χρειάζεται ψήσιμο, αναλαμβάνει και ο Γιώργος. Ο καθένας κάνει το καλύτερο που μπορεί. Η Βάσω χαμογελά όταν μιλά για την Ελένη. «Δεν μπορείς να την πιάσεις», λέει. «Δε σταματάει ποτέ». Και είναι ακριβώς έτσι. Εμείς κουραστήκαμε να ακολουθήσουμε τους ρυθμούς της. Μια γυναίκα που τη μια στιγμή βρίσκεται στην κουζίνα και την άλλη, φορτώνεται με μπάλες από σανό και κατηφορίζει στα ζώα.

Η φροντίδα των ζώων δε σταματά ποτέ. Με τα κοπάδια έμαθαν να ζουν η Ελένη και ο Γιώργος. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Όταν ήταν παιδιά, η Ελένη και ο Γιώργος, ανέβαιναν στο βουνό και έμεναν εκεί για μέρες, φυλάγοντας τα κοπάδια. Σήμερα μπορεί οι συνθήκες να έχουν αλλάξει, όμως ο ρυθμός της ζωής τους παραμένει ο ίδιος. Οι διακοπές είναι σχεδόν άγνωστη λέξη. Τα ζώα χρειάζονται φροντίδα κάθε μέρα, χωρίς αργίες και χωρίς καλοκαίρια. Όταν ο μικρός γιος της Βάσως ζητά να πάνε διακοπές, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Δε γίνεται εύκολα. Τα ζώα δεν μπορούν να περιμένουν». Και αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα της αληθινής ζωής. Γιατί στους Δόλοπες δεν προσπαθούν να αναπαραστήσουν μια αγροτική ζωή για τους επισκέπτες, τη ζουν καθημερινά και όσοι κάθονται στα τραπέζια της ταβέρνας το αισθάνονται αυτό από τα πρώτα λεπτά.

Μια παράκαμψη που αξίζει περισσότερο από τον προορισμό

Οι περισσότεροι που επισκέπτονται τη λίμνη Πλαστήρα ακολουθούν σχεδόν την ίδια διαδρομή. Κάνουν τον γύρο της λίμνης, σταματούν στα γνωστά χωριά, απολαμβάνουν τη θέα, πίνουν έναν καφέ και συνεχίζουν. Αν, όμως, μπείτε στη διαδικασία να κάνετε αυτή τη μικρή ανάβαση, είναι βέβαιο ότι η εμπειρία σας θα γίνει ακόμη καλύτερη. Από το Νεοχώρι, μέσα σε περίπου δέκα λεπτά, ο δρόμος ανηφορίζει προς την Καρίτσα. Από την Πεζούλα χρειάζονται λιγότερο από είκοσι λεπτά. Οι στροφές πυκνώνουν, το δάσος γίνεται όλο και πιο επιβλητικό και η λίμνη αρχίζει να φαίνεται χαμηλότερα, σαν ένα υπέροχο σκηνικό.

Η ταβέρνα παραμένει ανοιχτή ακόμη και τον χειμώνα και, φυσικά, όχι για οικονομικούς λόγους. Μένει ανοιχτή γιατί, σαν το καφενείο του χωριού, είναι ο τόπος όπου συναντιούνται όσοι μένουν πίσω. Τα απογεύματα ο Βαγγέλης ανοίγει την πόρτα, ετοιμάζει τους καφέδες και περιμένει τους συγχωριανούς για λίγη κουβέντα, τα νέα της ημέρας και μια παρτίδα τάβλι. Αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια της Καρίτσας. Εξάλλου στο χωριό, ο χρόνος κυλά με τον δικό του τρόπο και αυτό άλλες φορές είναι δώρο και άλλες κατάρα.

Η Ελένη, ο Βαγγέλης και ο Γιώργος, οι οποίοι κρατούν το μαγαζί ανοικτό όλο το χειμώνα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Το φεστιβάλ που γίνεται η τέλεια αφορμή

Από τις 9 έως τις 12 Ιουλίου, ο Βοτανικός Κήπος Νεοχωρίου φιλοξενεί το 3ο Plastiras Lake Festival, το οποίο επιστρέφει ανανεωμένο και για πρώτη φορά με τετραήμερη διάρκεια. Το φεστιβάλ συνδυάζει μεγάλες μουσικές σκηνές με υπαίθριες δραστηριότητες, οργανωμένο camping, πεζοπορίες, yoga, εργαστήρια, πτήσεις με αερόστατο, δράσεις για παιδιά και εμπειρίες στη φύση, μετατρέποντας τη λίμνη Πλαστήρα σε έναν από τους πιο ζωντανούς καλοκαιρινούς προορισμούς της χώρας. Φέτος, ξεχωρίζουν οι Thievery Corporation, οι Πυξ Λαξ, ο Γιάννης Χαρούλης, ο Παύλος Παυλίδης, ο Δημήτρης Μυστακίδης, ο Dani Gambino, ο Δωδέκατος Πίθηκος, το Παιδί Τραύμα και πολλοί ακόμη καλλιτέχνες, ενώ η αυλαία ανοίγει με την προβολή του μουσικού ντοκιμαντέρ του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Περί-ληψη: Τραγούδια στην αγκαλιά της φύσης».

Για όσους θα βρεθούν εκείνο το τετραήμερο στη λίμνη, είναι η ιδανική ευκαιρία να αφήσουν για λίγο τη μουσική και να γνωρίσουν την αληθινή ψυχή της περιοχής, εκείνη που δε στήνεται για μια φιέστα, αλλά υπάρχει ολόκληρο τον χρόνο. Εκεί όπου μια οικογένεια εξακολουθεί να παράγει σχεδόν ό,τι φτάνει στο τραπέζι, αποδεικνύοντας ότι η αυθεντική γαστρονομία δεν είναι αποτέλεσμα μιας μόδας, αλλά μιας ζωής αφιερωμένης στον τόπο της. Σε μια Ελλάδα που αλλάζει γρήγορα, οι Δόλοπες θυμίζουν ότι υπάρχουν ακόμη μέρη που κρατούν σφιχτά την ουσία.