Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Σταύρος Νιάρχος γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1909 στον Πειραιά. Ήταν γιος του Σπύρου Νιάρχου, με καταγωγή από τη Βαμβακού της Λακωνίας, και της Ευγενίας Κουμάνταρου, μέλους οικογένειας με έντονη παρουσία στο εμπόριο και αργότερα στη ναυτιλία.

Η πορεία του εκτυλίχθηκε παράλληλα με ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές ανατροπές του 20ού αιώνα, τη Μεγάλη Ύφεση του Μεσοπολέμου, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και τη ραγδαία ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και των θαλάσσιων μεταφορών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Νιάρχος αναδείχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους εφοπλιστές του 20ού αιώνα παγκοσμίως.

Στις 25 Απριλίου 1996, λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ο Δημήτρης Καπράνος επιχειρούσε, μέσα από τις σελίδες του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», να σκιαγραφήσει τη φυσιογνωμία του:

«Ο Σταύρος Νιάρχος ήταν ένας από τους τελευταίους των “μεγιστάνων” της κατηγορίας εκείνης των αυτοδημιούργητων ανθρώπων, που ανδρώθηκαν μέσα από αντιξοότητες και πολέμους και, με μοναδικό, όπλο το μυαλό και το “τσαγανό” τους, επέπλευσαν κι έφθασαν σ’ εκείνο που εκείνοι – και ο κόσμος γύρω τους – πίστευαν πως ήταν η κορυφή.

»Ο Σταύρος Νιάρχος, ανήκει σ’ εκείνους τους ελάχιστους Έλληνες, που με την έντονη επιχειρηματική και κοινωνική τους παρουσία, εξασφάλισαν – μέσω της εμπορικής ναυτιλίας, κυρίως, ιδιαίτερα μεγάλη προβολή στην Ελλάδα, σε μια περίοδο που τη χρειαζόταν.

»Κύριο χαρακτηριστικό του εκλιπόντος, ήταν η επιχειρηματική τόλμη. Ο Νιάρχος τολμούσε. Κι ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές “φιγούρες” εκείνων των “σκληρών διαπραγματευτών”, που έφεραν την ελληνική ναυτιλία στην παγκόσμια κορυφή. Με την πάροδο των ετών, η ναυτιλία έπαψε ν’ αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα ενδιαφέρον του. Παρέμεινε, όμως, πάντα και για όλους “μεγαλοεφοπλιστής”».

Από τον αλευρόμυλο στις θαλάσσιες μεταφορές

Τα πρώτα βήματα της οικογένειας καταγράφονται σε ρεπορτάζ των Θανάση Λυρτσογιάννη και Νατάσας Μπαστέα, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 17ης Απριλίου 1996.

Ο πατέρας του, Σπύρος Νιάρχος, είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και επέστρεψε στην Ελλάδα έχοντας συγκεντρώσει ένα σημαντικό, για τα δεδομένα της εποχής, κεφάλαιο:

«Ο πατέρας του Σπύρος, ένας αγρότης από τη Βαμβακού, έχει πάει μετανάστης στην Αμερική και επιστρέφει με 100.000 δραχμές.

»Συνεταιρίζεται με τους αδελφούς Κουμάνταρου και δημιουργούν αλευρόμυλο “Ο Ευρώτας”, ενώ παντρεύεται και την αδελφή τους Ευγενία.

»Ο Σταύρος Νιάρχος πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ ασχολείται με την ιστιοπλοΐα και παραθερίζει στην Κηφισιά».

Η οικονομική καταστροφή του πατέρα του στο Χρηματιστήριο, το 1923, άλλαξε απότομα τις συνθήκες ζωής της οικογένειας:

«Το 1923 ο πατέρας του χάνει όλη την περιουσία του στο Χρηματιστήριο και πουλάει το μερίδιό του στους αδελφούς Κουμάνταρου.

»Ο Σταύρος Νιάρχος εγκαταλείπει το ιδιωτικό σχολείο και πηγαίνει σε δημόσιο.

»Αργότερα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και τη Νομική και να εργαστεί ως υπάλληλος στον αλευρόμυλο των θείων του».

Εκεί ο νεαρός Νιάρχος ήρθε σε επαφή με τον χώρο των μεταφορών και εντόπισε την πρώτη του επιχειρηματική ευκαιρία. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα:

«Ιδρύει κρυφά και με δανεικά λεφτά μία εταιρεία μεταφορών, πείθει τους θείους του ότι είναι φθηνότερο να χρησιμοποιούν μόνο μία εταιρεία για τη μεταφορά των αλεύρων και παίρνει τη δουλειά χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν».

Η ενασχόλησή του με τη μεταφορά των προϊόντων τού έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι το μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους δεν βρισκόταν απαραίτητα στην παραγωγή και το εμπόριο, αλλά στη διακίνησή τους. Η διαπίστωση αυτή θα καθόριζε ολόκληρη την επιχειρηματική του διαδρομή.

Ο «Μαλέας» και η είσοδος στη ναυτιλία

Το 1938 ο Νιάρχος έκανε το αποφασιστικό βήμα προς τη ναυτιλία και με δανεικά χρήματα απέκτησε ένα παλιό φορτηγό πλοίο, τον «Μαλέα»:

«Το 1938 αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια του Νιάρχου στις διεθνείς αγορές και στα σαλόνια της Ευρώπης και της Αμερικής.

»Με δανεικά λεφτά αγοράζει ένα παμπάλαιο φορτηγό, τον “Μαλέα”, που όπως λένε φρόντισε να το ασφαλίσει 10 φορές πάνω από την αξία του.

»Στη συνέχεια ανοίγει γραφείο στη Νέα Υόρκη και αγοράζει σπίτι στο Λογκ Άιλαντ .

»Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο “Μαλέας” βυθίζεται από τους Γερμανούς. Ο Νιάρχος εισπράττει την αποζημίωση και αγοράζει τέσσερα φορτηγά».

Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Βασιλικό Ναυτικό. Μετά τη λήξη του, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που προσέφεραν τα πλοία τύπου Liberty, τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Απέκτησε 16 Liberty θέτοντας τις βάσεις για την ταχεία διεύρυνση του στόλου του.

Ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» περιέγραφε σε μια φράση την εξέλιξή του:

«Απ’ εκεί και πέρα δεν τον σταματά τίποτε! Το 1957 έχει 70 πλοία!».

Η εποχή των τάνκερ

Τα μεταπολεμικά χρόνια, η αυξανόμενη εξάρτηση των οικονομιών από το πετρέλαιο δημιούργησε τεράστια ζήτηση για θαλάσσιες μεταφορές καυσίμων. Ο Νιάρχος τότε, στράφηκε στα δεξαμενόπλοια, επενδύοντας σε μια αγορά που απαιτούσε μεγάλα κεφάλαια, πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και υψηλή ανοχή στο επιχειρηματικό ρίσκο.

«Εκείνα τα χρόνια αρχίζει να μπαίνει και στα τάνκερ», ανέφεραν «ΤΑ ΝΕΑ».

Η ανάπτυξη του στόλου του συνέπεσε με την περίοδο του έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στους μεγάλους Έλληνες εφοπλιστές, με πιο χαρακτηριστική τη μακρόχρονη αντιπαράθεσή του με τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Την ίδια περίοδο ο Σταύρος Νιάρχος μετέφερε την έδρα των επιχειρήσεών του από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Λονδίνο, ενισχύοντας την παρουσία του στα μεγάλα ναυτιλιακά και χρηματοοικονομικά κέντρα της Ευρώπης.

Το 1950 έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Time», ενώ την ίδια χρονιά απέκτησε τη Σπετσοπούλα, τη μικρή νησίδα του Σαρωνικού που θα συνδεόταν έκτοτε με το όνομά του. Σύμφωνα με το αφιέρωμα των «ΝΕΩΝ»:

«Συνεχίζει να αγοράζει τάνκερ και το 1962, λένε οι γνωρίζοντες πρόσωπα και πράγματα, διατηρούσε έναν από τους μεγαλύτερους στόλους στον κόσμο που ήταν ίσος με το μισό εμπορικό στόλο της Γαλλίας».

Με την πάροδο των ετών διαφοροποίησε τις επενδύσεις του. Μέρος της περιουσίας του τοποθετήθηκε σε ακίνητα, μετοχές, τράπεζες, πολύτιμα μέταλλα και επιχειρηματικές δραστηριότητες πέρα από τον ναυτιλιακό χώρο.

Οι επενδύσεις στη στεριά

Το 1956, σύμφωνα με το δημοσίευμα των «ΝΕΩΝ», συμμετείχε μαζί με το Ελληνικό Δημόσιο στη δημιουργία των Διυλιστηρίων Ασπροπύργου.

Ιδιαίτερο κεφάλαιο στην επιχειρηματική του πορεία αποτέλεσαν τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Η μονάδα προοριζόταν να εξυπηρετεί όχι μόνο τις ανάγκες του δικού του στόλου αλλά και την ευρύτερη ανάπτυξη της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Τα ναυπηγεία εξελίχθηκαν σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις της χώρας, απασχολώντας χιλιάδες εργαζομένους:

«Ο Νιάρχος εγκαθιστά εκεί μια υποδειγματική μονάδα και την οδηγεί με ασφάλεια στην επιτυχία», έγραφε ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος».

Ο Σταύρος Νιάρχος συνομιλεί με εργάτες και τεχνίτες στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.

Το 1985, εν μέσω της διεθνούς κρίσης στη ναυπηγική βιομηχανία, τα ναυπηγεία πέρασαν στον έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου. Η πώλησή τους σηματοδότησε και τη σταδιακή απομάκρυνση του Νιάρχου από τις μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις στην Ελλάδα.

Τα τρία πλοία

Η σχέση του Νιάρχου με τη θάλασσα δεν περιοριζόταν στην εμπορική ναυτιλία. Υπήρξε λάτρης της ιστιοπλοΐας και των μεγάλων σκαφών. «ΤΑ ΝΕΑ» κάνουν λόγο για «τρία όμορφα πλοία που σημάδεψαν τη ζωή του».

Το ένα ήταν η «Κρεολή», η θρυλική, μαύρη θαλαμηγός, που αργότερα πούλησε στη Σχολή Δοκίμων της Δανίας.

Το ιστιοφόρο «Κρεολή» στη Σπετσοπούλα.

Η «Κρεολή» χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο ως ένα από τα ομορφότερα ιστιοφόρα του κόσμου. Αργότερα, ο Νιάρχος απέκτησε την πολυτελή «Ατλαντίδα» την οποία στη συνέχεια, αντικατέστησε με την «Atlantis II», η οποία παρέμενε για χρόνια αγκυροβολημένη στο Μονακό.

Η θαλαμηγός «Atlantis».

«ΤΑ ΝΕΑ» ανέφεραν ότι το «Atlantis II», θεωρούνταν «το πολυτελέστερο γιοτ στον κόσμο και ατραξιόν για τους τουρίστες στο Μονακό» και ότι διέθετε «ελικοδρόμιο, αλλά και γκαράζ για τη Ρολς και το Φολκσβάγκεν του Νιάρχου».

Η θαλαμηγός «Atlantis II».

Η συλλογή έργων τέχνης

Πέρα από τη ναυτιλία και τις επενδύσεις, ο Σταύρος Νιάρχος έγινε γνωστός διεθνώς και ως συλλέκτης έργων τέχνης. Η συλλογή του περιελάμβανε έργα μερικών από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους ζωγράφους.

Τα δημοσιεύματα αναφέρουν μεταξύ άλλων ονόματα όπως ο Ελ Γκρέκο, ο Βαν Γκογκ, ο Ρενουάρ, ο Σεζάν, ο Γκογκέν, ο Γκόγια, ο Ματίς, ο Ντελακρουά, ο Πικάσο και ο Τουλούζ-Λοτρέκ.

«Ο ίδιος εξομολογείται ότι δεν αγοράζει τα έργα τέχνης για να κάνει επένδυση, αλλά γιατί του κάνουν ευχάριστη τη ζωή», έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ».

Αν και η συλλογή είχε αναμφίβολα τεράστια οικονομική αξία, για τον ίδιο η τέχνη δεν αποτελούσε μόνο έναν ακόμη τρόπο επένδυσης. Με τα χρόνια απέκτησε βαθιά γνώση της ζωγραφικής και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ιδιώτες συλλέκτες της εποχής του.

Ο επιχειρηματίας που δεν αποσυρόταν

Ο Μάιος του 1991 υπήρξε καθοριστικός για τον Σταύρο Νιάρχο. Ενώ βρισκόταν στη θαλαμηγό του «Atlantis II», η οποία ήταν αγκυροβολημένη στο Μονακό, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο.

Μεταφέρθηκε σε νευρολογική κλινική του Ίνσμπρουκ, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, και στη συνέχεια στο Χιούστον του Τέξας.

Η κατάσταση της υγείας του περιόρισε σταδιακά τις μετακινήσεις και την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Ο άνθρωπος που επί δεκαετίες ζούσε και εργαζόταν μεταξύ Σεν Μόριτς, Λονδίνου, Νέας Υόρκης, Παρισιού, Μονακό και Σπετσοπούλας άρχισε πλέον να μετακινείται με δυσκολία.

Παρά την επιδείνωση της υγείας του, εξακολουθούσε να διατηρεί τον τελευταίο λόγο στις σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Όπως σημείωναν «ΤΑ ΝΕΑ»:

«Η άσχημη κατάσταση της υγείας του Σταύρου Νιάρχου την τελευταία πενταετία είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν από τις επιχειρήσεις του ελάχιστες μεγάλες επενδύσεις, αφού ήταν ο άνθρωπος που επέμενε να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο και όλα κρέμονταν από τις δικές του αποφάσεις και πρωτοβουλίες […]

»Ήταν ένας εργασιομανής και έλεγε στους στενούς του συνεργάτες ότι άνθρωποι σαν αυτόν δεν βγαίνουν ποτέ στη σύνταξη. Πεθαίνουν πάνω στη δουλειά».

Το τέλος μιας επιχειρηματικής εποχής

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σταύρος Νιάρχος κατοικούσε κυρίως στο Σεν Μόριτς της Ελβετίας.

Πέθανε στις 15 Απριλίου 1996, σε ηλικία 86 ετών, στο καντονιακό νοσοκομείο της Ζυρίχης. Είχε υποβληθεί περίπου δύο μήνες νωρίτερα σε σοβαρή καρδιοχειρουργική επέμβαση και, παρά την αρχική επιτυχία της, παρουσίασε στη συνέχεια πολλαπλές επιπλοκές.

Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στην Ελβετία, σε στενό οικογενειακό κύκλο και μακριά από τη δημοσιότητα.

Κατά τον θάνατό του, τα δημοσιεύματα υπολόγιζαν την περιουσία του σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το μέγεθος της διαδρομής του δεν αποτυπωνόταν μόνο στην οικονομική αξία της κληρονομιάς του. Η επιχειρηματική του δράση συνέβαλε στη μεταπολεμική ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, ιδιαίτερα μέσω της επέκτασης του στόλου των δεξαμενόπλοιων και των επενδύσεών του στη ναυπηγική βιομηχανία.

Ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» έκλεινε το αφιέρωμά του με μία φράση που συμπύκνωνε το τέλος μιας ολόκληρης επιχειρηματικής εποχής:

«Ο Σταύρος Νιάρχος, κηδεύθηκε χωρίς τυμπανοκρουσίες στην Ελβετία. Πήρε μαζί του μια πολυτάραχη ζωή και άφησε πίσω του μια σταθερότατη περιουσία. Είναι βέβαιο, όμως, ότι στην αλυσίδα των επιχειρήσεών του τίποτε δεν θα είναι όπως πριν…».