Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το Ισραήλ, που μετρά σχεδόν οκτώ δεκαετίες ως κράτος, έχει συνδέσει όσο κανένα άλλο την ύπαρξή του με τις ΗΠΑ και θεωρείται το μακρύ χέρι της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή.

Η εβραϊκή παρουσία στην Αμερική χρονολογείται περισσότερα από εκατό χρόνια πριν από τον πόλεμο της αμερικανικής ανεξαρτησίας – οι πρώτοι εβραίοι μετανάστες (Σεφαραδίτες) έφθασαν στο Νέο Αμστερνταμ (σημερινή Νέα Υόρκη) το 1654, διωγμένοι από τη Βραζιλία.

Η εβραϊκή παρουσία ενισχύθηκε από τα κύματα της μετανάστευσης εκατομμυρίων εβραίων Ασκενάζι στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, που ήταν αποτέλεσμα των πογκρόμ στην Ανατολική Ευρώπη. Αν και δεν αντιμετώπιζαν τη συστηματική βία που αντιμετώπιζαν στην Ευρώπη, οι Εβραίοι υφίσταντο νομικές και κοινωνικές διακρίσεις αλλά με το Αμερικανικό Σύνταγμα και τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων έγιναν ίσοι πολίτες. Σήμερα συγκροτούν το λόμπι με τη μεγαλύτερη επιρροή στη χώρα.

«Το Βήμα» συνομίλησε με τον Εϊτάν Σαμίρ, διευθυντή του Κέντρου Μπέγκιν Σαντάτ (BESA) και καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Bar Ilan του Τελ Αβίβ, για την ιστορία και το μέλλον των αμερικανο-ισραηλινών σχέσεων υπό το φως των ραγδαίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.

Ποιες είναι οι ρίζες της ειδικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ; Εκτός από την ιστορική και πολιτική διάσταση, μήπως υπάρχει και θρησκευτική;

Οι ρίζες της σχέσης ΗΠΑ – Ισραήλ είναι στρατηγικές και πολιτισμικές. Στα πρώτα χρόνια από τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ (το 1948), πολλοί αξιωματούχοι στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στη CIA αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό το Ισραήλ και το θεωρούσαν ως πιθανό εμπόδιο για τις σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η περιφερειακή πολιτική περνούσε σε μεγάλο βαθμό μέσα από το πρίσμα του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων. Ωστόσο, η κοινή γνώμη συχνά αντιμετώπιζε το Ισραήλ με μεγαλύτερη συμπάθεια.

Η σχέση έγινε πιο βαθιά μετά από τον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967. Καθώς οι μεγάλες αραβικές χώρες ευθυγραμμίστηκαν περισσότερο με τη Σοβιετική Ενωση, το Ισραήλ επέδειξε τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα και τη στρατηγική αξία του ως εταίρος της Δύσης στην περιοχή. Πέραν των στρατηγικών ζητημάτων, οι Αμερικανοί ταυτίστηκαν με το Ισραήλ ως μια δημοκρατία, ως μια κοινωνία μεταναστών και πιονιέρων και ως ένα έθνος που συνδέεται στενά με τη βιβλική παράδοση. Για πολλούς Αμερικανούς, ιδιαίτερα εντός των χριστιανικών κοινοτήτων, οι θρησκευτικοί και πολιτικοί δεσμοί με τη γη του Ισραήλ ενίσχυσαν αυτή την αίσθηση εγγύτητας.

Επάνω στο φορείο το κράνος ενός στρατιώτη. Oι Αμερικανοί μετά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967 ταυτίστηκαν με το Ισραήλ ως μια δημοκρατία, ως μια κοινωνία μεταναστών και πιονιέρων και ως ένα έθνος που συνδέεται στενά με τη βιβλική παράδοση.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, στη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα η αμερικανική κοινή γνώμη μετατοπίστηκε, για πρώτη φορά, υπέρ των Παλαιστινίων. Πού το αποδίδετε αυτό; Μήπως έχει υπερεκτιμηθεί ο ρόλος του φιλοϊσραηλινού λόμπι AIPAC;

Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν σε αυτή τη μετατόπιση. Πρώτον, οι ΗΠΑ αλλάζουν γενεαλογικά και δημογραφικά. Οι νεότεροι σε ηλικία Αμερικανοί βλέπουν συχνά τα διεθνή ζητήματα μέσα από τους φακούς της κοινωνικής δικαιοσύνης, των πολιτικών ταυτότητας (identity politics) και τα μετα-αποικιακά πλαίσια. Σε αυτά τα αφηγήματα, το Ισραήλ παρουσιάζεται ολοένα περισσότερο ως ένα πανίσχυρο κράτος απέναντι σε έναν αδύναμο πληθυσμό. Δεύτερον, πανεπιστήμια και μέρος του περιβάλλοντος των ΜΜΕ έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αντιλήψεων.

Σημαντικές επενδύσεις από το εξωτερικό, από χώρες όπως το Κατάρ, υποστηρίζουν ακαδημαϊκά προγράμματα και ιδρύματα τα οποία συχνά προάγουν επικριτικές απόψεις για το Ισραήλ. Τρίτον, η εκτενής κάλυψη από τα ΜΜΕ και οι εικόνες της καταστροφής στη Γάζα είχαν προφανείς επιπτώσεις στην κοινή γνώμη, ειδικότερα στα νεανικά ακροατήρια.

Ενώ η υποστήριξη για το Ισραήλ παραμένει ισχυρή σε πολλά επίπεδα της αμερικανικής κοινωνίας, η πολιτική συναίνεση που κάποτε χαρακτήριζε αυτό το θέμα έχει εξασθενήσει. Οσο για το AIPAC, η επιρροή του συχνά υπερεκτιμάται. Παραμένει μια σημαντική οργάνωση, όμως δεν μπορεί να αντιστρέψει ευρύτερες δημογραφικές, ιδεολογικές και γενεαλογικές τάσεις. Οι στάσεις του κοινού διαμορφώνονται από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, παρά από οποιοδήποτε λόμπι.

Οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ βρίσκονται σε χαμηλό σημείο επειδή το Ιράν κατάφερε να τις διχάσει ή εξαιτίας λανθασμένων υπολογισμών από τους ηγέτες των δύο χωρών; Θα μπορούσε το Ισραήλ να συνεχίσει μόνο του εναντίον του Ιράν, εφαρμόζοντας ακόμα και τη λεγόμενη «Επιλογή Σαμψών» (χρήση πυρηνικού όπλου ως έσχατη λύση εάν η χώρα δεχθεί μαζική επίθεση και απειλείται με ολοκληρωτική καταστροφή, παρότι το Ισραήλ δεν παραδέχεται ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα) χωρίς αμερικανική συναίνεση;

Θα απαντούσα ότι πρόκειται, πιθανώς, για συνδυασμό και των δύο παραγόντων. Υπάρχουν αληθινές διαφορές στις προτεραιότητες μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ. Φαίνεται ότι ο πρόεδρος Τραμπ προτίμησε μια μικρής διάρκειας και περιορισμένης έκτασης στρατιωτική εκστρατεία, ενώ τα γεγονότα αποδείχθηκαν πιο σύνθετα και μεγαλύτερης διάρκειας από ό,τι αναμενόταν.

Οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ επίσης επηρέασαν τη θέληση της κυβέρνησης για διατήρηση της στρατιωτικής εμπλοκής. Την ίδια στιγμή, το Ιράν επιχείρησε να εκμεταλλευθεί τις διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ για να προκαλέσει προστριβές μεταξύ τους.

Οσο η Ουάσιγκτον δίνει προτεραιότητα στη διπλωματία και στις συνομιλίες με την Τεχεράνη, το Ισραήλ πιθανότατα θα προσαρμόζει αναλόγως τις ενέργειές του. Είναι πάρα πολύ πρόωρη η συζήτηση για ακραία σενάρια, όπως η λεγόμενη Επιλογή Σαμψών. Το Ισραήλ έχει στη διάθεσή του πολλά στρατιωτικά, διπλωματικά, οικονομικά και συγκαλυμμένα μέτρα (μυστικές επιχειρήσεις), πολύ πριν εξεταστούν τέτοιες σκέψεις.  

Πώς βλέπετε το μέλλον της στρατηγικής σχέσης ΗΠΑ – Ισραήλ;

Η στρατηγική σχέση παραμένει εξαιρετικά σημαντική και για τις δύο χώρες και αναμένεται ότι θα αντέξει. Ωστόσο, η αποκατάσταση της ευρείας διακομματικής υποστήριξης της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ ίσως απαιτήσει πολιτική ανανέωση και προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης σε όλο το αμερικανικό πολιτικό φάσμα. Ενας νέος πρωθυπουργός και μια νέα κυβέρνηση θα έχουν την ευκαιρία να αποκαταστήσουν τις σχέσεις.

Παράλληλα, το Ισραήλ τείνει μακροπρόθεσμα να επιδιώξει μεγαλύτερη στρατηγική αυτάρκεια, διατηρώντας τη στενή συμμαχία με τις ΗΠΑ. Οι πρόσφατοι πόλεμοι υπενθύμισαν σε πολλούς αμερικανούς υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής ότι το Ισραήλ παραμένει ο πιο ικανός και αξιόπιστος εταίρος στην περιοχή. Ωστόσο, η τρέχουσα πολιτική ζωή της Αμερικής επηρεάζεται ολοένα περισσότερο από εικόνες, αφηγήματα και ιδεολογικές συζητήσεις, μερικές φορές σε βάρος των παραδοσιακών στρατηγικών υπολογισμών.

Η σχέση δεν θα εξαφανιστεί αλλά ίσως γίνει πιο σύνθετη, λιγότερο αυτόματη και περισσότερο εξαρτώμενη από την πολιτική και τη διπλωματική διαχείριση όσο ποτέ άλλοτε τις τελευταίες δεκαετίες.