Πόσα χρήματα θα ήσασταν διατεθειμένοι να πληρώσετε για να ζήσετε μια εμπειρία μοναδική όσο και ο εαυτός σας; Πώς θα σας φαινόταν το ποσό των 5.000 ευρώ για μια πολύ πρωινή ή πολύ βραδινή απολύτως ιδιωτική περιήγηση στον Παρθενώνα; Ένα συνωμοτικό σχεδόν ραντεβού για δύο: εσάς και ένα από τα διασημότερα και πιο σημαντικά μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς;
Προφανώς και αν είχατε να διαθέσετε πέντε (και κάτι) βασικούς μισθούς για μια prive ξενάγηση, θα είχατε και την πολυτέλεια να μη διαβάσετε αυτό το κείμενο.
Το εσχάτως πολυπροβεβλημένο Acropolis Experience, ένα τουρ που λαμβάνει χώρα στις 6 το πρωί ή μετά τις 8 το απόγευμα – πριν και μετά δηλαδή την πολιορκία του μνημείου από τα στίφη των επισκεπτών –, κοστίζει 5.000 ευρώ, απευθύνεται αποκλειστικά σε γκρουπ ενός έως πέντε ατόμων και μοιάζει με το σύμπτωμα μιας νέας, αθόρυβης αλλά σαρωτικής επιδημίας που έχει κατακυριεύσει τον πλανήτη.

Ας την ονομάσουμε – για να συνεννοούμαστε – εμπειρίτιδα. Δηλαδή την ακατανίκητη επιθυμία ή καλύτερα έξη του σύγχρονου ανθρώπου να μην καταδέχεται να βιώσει τίποτα λιγότερο από κάτι που μπορεί να χωρέσει στο καλούπι και τα μέτρα της εμπειρίας.
Τα πιο απλά και αυτονόητα πράγματα, οι λεγόμενες μικρές χαρές της ζωής δεν έχουν πλέον κανένα νόημα και καμία θέση στην ταυτότητά μας – δηλαδή στην έξωθεν μαρτυρία των κοινωνικών δικτύων –, εάν δεν αμπαλάρονται σε κάτι περισσότερο και μεγαλύτερο από αυτό που είναι.
Όλα είναι εμπειρία
Η απλή βόλτα στην πόλη βαφτίστηκε «αστική εμπειρία». Το φαγητό υποτάχθηκε στη «γαστρονομική εμπειρία». Το θέατρο, η μουσική και το σινεμά δεν νοούνται πλέον χωρίς τη ρετσέτα του «entertainment experience». Ακόμα και οι καλοκαιρινές διακοπές έχασαν και την τελευταία ρανίδα της ανεμελιάς και του αυθορμητισμού τους για να πακεταριστούν ως «εμπειρίες αναψυχής».
Φτάσαμε στο σημείο όπου ένας απλός καφές στην πλατεία της γειτονιάς απαιτεί ένα ολόκληρο τελετουργικό: σπάνιους μονοποικιλιακούς κόκκους, έναν barista που εκτελεί χρέη αλχημιστή και μια αυστηρά μελετημένη σκηνογραφία, ώστε το φλιτζάνι να δείχνει ακαταμάχητο στο feed του Instagram.
Μια λέξη που κάποτε περιέγραφε τη συσσωρευμένη γνώση, την ωριμότητα ή ένα αυθεντικό, ανεπιτήδευτο βίωμα, υπέστη μια βίαιη μετάλλαξη. Η ζωή έπαψε να βιώνεται. Πλέον σκηνοθετείται.
Η γέννηση της βιομηχανίας της εμπειρίας
Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια συλλογική νεύρωση της εποχής μας, αλλά το αποτέλεσμα μιας μελετημένης στρατηγικής μετατόπισης του καπιταλισμού. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι B. Joseph Pine II και James H. Gilmore, με το κλασικό πλέον έργο τους, χαρτογράφησαν τη μετάβαση στην «Οικονομία της Εμπειρίας».

Σύμφωνα με τη θεωρία τους, η οικονομική αξία εξελίχθηκε γραμμικά: από τα πρωτογενή εμπορεύματα, στα τυποποιημένα αγαθά, από εκεί στις υπηρεσίες και, τελικά, στις εμπειρίες. Οι επιχειρήσεις αντιλήφθηκαν πως η απλή παροχή μιας υπηρεσίας δεν είναι πια αρκετή για να διατηρήσει υψηλά περιθώρια κέρδους.
Το προϊόν έγινε απλώς το άλλοθι και η ίδια η εμπειρία μετατράπηκε στο κυρίως εμπόρευμα. Όταν ο καταναλωτής ανοίγει το πορτοφόλι του, στην πραγματικότητα δεν αγοράζει το αντικείμενο ή την υπηρεσία, αλλά τον χρόνο του και τα συναισθήματα που του έχουν προκατασκευάσει.
Ο βραχνάς της (ψηφιακής) απόδειξης
Όταν η επιχειρηματική λογική δραπετεύει από τα εγχειρίδια του marketing και εξαπλώνεται σε κοινωνικό κανόνα, γεννιέται η δικτατορία της «σκηνοθετημένης» στιγμής. Η πίεση για τη συλλογή «μοναδικών» βιωμάτων εντείνεται στον υπερθετικό βαθμό μέσα από τη λούπα των social media.
Η σύγχρονη «εμπειρίτιδα» φέρει μαζί της έναν αμείλικτο όρο: την ψηφιακή τεκμηρίωση. Το βάρος της απόδειξης πέφτει αποκλειστικά σε εμάς. Αν μια στιγμή δεν καταγραφεί, δεν πάρει το απαραίτητο φίλτρο και δεν διαμοιραστεί στους διαδικτυακούς μας φίλους, αυτομάτως υποβαθμίζεται σε «μη γενόμενη».
Αποχαιρετισμός στο απρόοπτο
Ίσως η πιο στενόχωρη παρενέργεια αυτής της σαρωτικής επιδημίας να είναι η εξάλειψη του τυχαίου.
Κάποτε μια αυθεντικά αυθεντική (sic) εμπειρία προέκυπτε συνήθως από το απρόοπτο, το λάθος, το χάσιμο του δρόμου, από τη στιγμή που ξέφευγε από το πρόγραμμα. Αντίθετα, η «εμπειρία» που αγοράζουμε σήμερα – είτε κοστίζει 5 ευρώ είτε 5.000 – είναι επιμελώς σχεδιασμένη, βελτιστοποιημένη και προδιαγεγραμμένη για να μας εκμαιεύσει την επιθυμητή αντίδραση.

Το περιθώριο για γνήσια ανακάλυψη έχει συρρικνωθεί δραματικά. Η διαρκής αναζήτηση της επόμενης «μεγάλης στιγμής» μας οδηγεί νομοτελειακά σε μια βαθιά συναισθηματική κόπωση. Σε έναν κόσμο που ουρλιάζει ότι όλα πρέπει να βιωθούν έντονα, να καταναλωθούν άπληστα και να «ανεβούν» άμεσα, ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη αντίστασης να είναι η επιλογή του «τίποτα».
Το δικαίωμα να επιστρέψουμε στη γαλήνη της μη-εμπειρίας, στο βαρετό, στο φαγητό που είναι φαγητό, στο καλοκαιρινό μπάνιο που είναι καλοκαιρινό μπάνιο, στη συναυλία που δεν είναι κάτι περισσότερο από συναυλία. Εκεί όπου η ζωή συμβαίνει χωρίς να έχει την αγωνία να πλασαριστεί ως «προϊόν» για να αποκτήσει επιτέλους νόημα.
Εμπειρίες για billionaires
Ενώ, πάντως, οι «κοινοί θνητοί» συνωστίζονται για να βρουν, να αγοράσουν, να καταναλώσουν και να ψηφιοποιήσουν τη στιγμή τους απνευστί, η βιομηχανία της εμπειρίας έχει προνοήσει και για εκείνους που διαθέτουν ακραίο πλούτο. Ή μάλλον κυρίως για εκείνους.
Σε αυτή την οικονομική λίγκα βέβαια το πραγματικό προϊόν προς πώληση δεν είναι η ίδια η επαφή με την τέχνη ή την ιστορία, αλλά η αφαίρεση. Των ενοχλητικών άλλων.

Η ιδιωτικότητα, η απόλυτη σιωπή και η εξαφάνιση του πλήθους από το οπτικό πεδίο, κοστολογούνται αστρονομικά, διαμορφώνοντας έναν άτυπο τιμοκατάλογο πολυτελούς μοναξιάς ακόμα και στα κορυφαία μνημεία του πλανήτη. Όπως δηλαδή συμβαίνει πια πριν την ανατολή και μετά τη δύση του ηλίου και στην Ακρόπολη.
Με 5.000 ευρώ μπορεί κανείς να έχει ιδιωτική περιήγηση με αρχαιολόγο, ένα πιστοποιημένο αντίγραφο αρχαίου τεχνουργήματος και τη σπάνια πολυτέλεια να μη συγχρωτιστεί με κανέναν στο πλακόστρωτο.
Παρά την ιστορικότητα του Παρθενώνα, το τίμημα της εμπειρίας ανεβαίνει ακόμα περισσότερο εάν για κάποιον το ζητούμενο είναι η απόλυτη VIP απομόνωση μπροστά λόγου χάρη στην Μόνα Λίζα.

Το Μουσείο του Λούβρου προσφέρει τη δυνατότητα σε κάποιον να σταθεί ολομόναχος απέναντί στην Τζοκόντα και να την κοιτάξει στα μάτια απερίσπαστος από τη συνήθη θάλασσα από υψωμένα κινητά που μπλοκάρουν την οπτική επαφή με το αριστούργημα του Ντα Βίντσι. Οι τιμές ξεκινούν από τα 10.000 ευρώ και αυξάνουν γεωμετρικά.
Για μια πιο μυσταγωγική προσέγγιση, το Βατικανό εμπορεύεται την περίφημη εμπειρία του Clavigero. Σε αυτήν, ο επισκέπτης φτάνει πριν ξημερώσει, ακολουθεί τον επικεφαλής κλειδούχο και ξεκλειδώνει ο ίδιος τις βαριές πόρτες των σκοτεινών διαδρόμων μέχρι την Καπέλα Σιστίνα, καταβάλλοντας από 500 έως 800 ευρώ το άτομο — ποσό που εκτοξεύεται σε χιλιάδες ευρώ στην περίπτωση πλήρους ιδιωτικοποίησης του χώρου.
Μόνοι με την Μαρία Αντουανέτα
Η εμπορευματοποίηση της αποκλειστικότητας επεκτείνεται φυσικά και σε άλλα ιστορικά τοπόσημα.

Στον Πύργο του Λονδίνου, έναντι περίπου 2.900 ευρώ για ένα κλειστό ολιγομελές γκρουπ, ένας ιστορικός φρουρός αναλαμβάνει χρέη προσωπικού οικοδεσπότη, συνοδεύοντας τους επισκέπτες στο θησαυροφυλάκιο για ένα πριβέ τετ-α-τετ με τα Κοσμήματα του Στέμματος, πριν ολοκληρώσουν τη βραδιά παρακολουθώντας αποκλειστικά την 700 ετών «Τελετή των Κλειδιών».
Αντίστοιχα, στη Γαλλία, τα λεγόμενα Prestige Tours εκτός ωραρίου στα Ανάκτορα των Βερσαλλιών ξεκινούν από 1.500 ευρώ.

Εξασφαλίζουν πρόσβαση στα κλειδωμένα δωμάτια των βασιλικών διαμερισμάτων και χαρίζουν τη σπάνια ψευδαίσθηση ότι η περίφημη Αίθουσα των Κατόπτρων, έστω και για λίγο, ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που μπορεί να πληρώσει το τίμημα της απόλυτης αποφυγής της πολλής συνάφειας του κόσμου.
Χαρές που θα έκαναν οι Λουδοβίκοι.











