H τελευταία κινηματογραφική εκδοχή της ομηρικής «Οδύσσειας» που προβάλλεται σε περισσότερες από 140 αίθουσες μας (ανοιχτές και κλειστές) σε όλη την Ελλάδα, μας θυμίζει γιατί ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ίσως ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής των καιρών μας.
Βαθμολογία
5: εξαιρετική
4: πολύ καλή
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
1: μέτρια
0: απαράδεκτη
***
«Οδυσσεια» (The Odyssey)
Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
Ηθοποιοί: Ματ Ντέιμον, Αν Χάθαγουεϊ, Σαρλίζ Θερόν, Σαμάνθα Μόρτον

Ξεκαθαρίζω την θέση μου από την αρχή.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή η ταινία θα προκαλέσει ενστάσεις και αντιδράσεις σε αρκετό κόσμο. Ομως οι λόγοι για τους οποίους θα γίνει κάτι τέτοιο (αν γίνει) δεν θα έχουν καμία σχέση με το κινηματογραφικό «σώμα» της, που όχι απλώς είναι άρτιο, αλλά κλείνει δια παντός ότι έχει σχέση με την «Οδύσσεια» ως οπτικοακουστικό θέαμα.
Μετά από αυτήν την ταινία δεν χρειάζεται να ξαναγυριστεί ούτε καρέ για το ομηρικό έπος.
Εξαιρετικά προσεγμένη, τρομερά φιλόδοξη, πληθωρική μέχρι εκεί που δεν πάει αλλά και με την στήριξη ενός εκπληκτικού σεναρίου (του ίδιου του Νόλαν), αυτή η παραγωγή αντιμετωπίζει με τον πρέποντα σεβασμό το πρωτότυπο κείμενο του Ομήρου, παρότι κάνει τις δικές της παρεμβάσεις – αλλαγές.
Και αυτό το βρίσκω φυσικό αφού μιλάμε για κινηματογράφο. Γιατί στον κινηματογράφο οι συνθήκες δημιουργίας, όπως και οι συμβάσεις που πρέπει να γίνουν δεν έχουν σχέση με της λογοτεχνίας – και καλό θα ήταν να το γνωρίζουν αυτό όσοι παρακολουθούν κινηματογράφο και διαβάζουν λογοτεχνία.
Για να μην μπω στο θέμα της απόλυτης σπατάλης μελανιού, ψηφιακών κειμένων και φαιάς ουσίας περί σκούρου χρώματος της Ωραίας Ελένης (Λουπίτα Νιόνγκο).
Όλα αυτά αποδείχθηκαν μπούρδες – κυριολεκτικά μια …τρύπα στο νερό.
Από την αρχή ανήκα σε εκείνους που προτιμούσαν να μην πουν κουβέντα χωρίς πρώτα να δουν την ταινία – δηλαδή το αυτονόητο (γιατί εκεί έχουμε φτάσει). Πόσο μάλλον να την απορρίψω όπως με μια απίστευτη ευκολία και προχειρότητα έκαναν τόσοι και τόσοι.
Ε λοιπόν αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όλος αυτός ο θόρυβος που προηγήθηκε έγινε απλώς για να… γίνει. Γιατί όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, πρέπει ντε και καλά να γίνεται πάντα θόρυβος άπαξ και ένα κινηματογραφικό θέμα αφορά την Ελλαδίτσα μας.
Η κατάμαυρη (και μάλιστα παραμορφωμένη στο πρόσωπο) Ωραία Ελένη της Νιόνγκο ουδόλως προσβάλλει το έργο – και αφήνω στην άκρη τον Ομηρο. Όλα τα «επιχειρήματα» των προφητών του γλυκού νερού, καταλήγουν εις τον κάλαθο των αχρήστων!
Γιατί η Ωραία Ελένη εμφανίζεται τόσο στιγμιαία στην ταινία, που σχεδόν δεν θυμάσαι ότι υπάρχει! Είναι τόσο σύντομη η παρουσία της που κυριολεκτικά την ξεχνάς. Πέρα από το ότι δεν είναι η μόνη μελαμψή χαρακτήρας στην κινηματογραφική «Οδύσσεια».

Προσωπικά, αυτή την «μαύρη πινελίά» του Νόλαν, όχι μόνο δεν την βρήκα ενοχλητική αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα! Όπως καλά γνωρίζουμε η Ωραία Ελένη δεν προσδιορίζεται εμφανισιακά στο κείμενο του Ομήρου. Ο ποιητής αφήνει την «αποκρυστάλλωση» της μορφής της Ελένης στην φαντασία του αναγνώστη.
Επομένως ο Νόλαν που έκανε ο ίδιος την σεναριακή διασκευή της «Οδύσσειας» για την ταινία του, την έβαλε όπως την φαντάστηκε. Και την φαντάστηκε μαύρη. Και καλά έκανε. Ακόμα και αν άλλοι λόγοι συνέβαλλαν στο να πάρει αυτή την απόφαση, με γειά του και με χαρά του. Μια χαρά τα κατάφερε. Το μαύρο λειτουργεί άψογα.
Για να πάμε όμως τώρα και στην στην ουσία της ταινίας.
Πρώτον και κύριον: ουδόλως δεν θα την βρούμε στο ηρωικό πνεύμα του Οδυσσέα (Ματ Ντέιμον).
Θα την βρούμε όμως στην χαμένη ταυτότητά του.
Γιατί αυτός ο ικανότατος και πολυμήχανος άνθρωπος, ο λιγομίλητος Βασιλιάς της Ιθάκης του οποίου το μυαλό δουλεύει διαρκώς σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, δεν «πατά» με σταθερότητα στη γη μετά τον βάρβαρο πόλεμο της Τροίας.
Και ο λόγος, βεβαίως, είναι ο ίδιος ο πόλεμος, η έκβαση του οποίου ήταν δική του ευθύνη με την ιδέα του Δούρειου Ιππου που είχε ως αποτέλεσμα τον αφανισμό ενός ολόκληρου έθνους.
Οι πολεμικές σκηνές εντός Τροίας είναι αποκρουστικές σε σημείο σοκαριστικό και σε αυτές δεν θα βρεις απολύτως τίποτα το ηρωικό.
Οι σφαγές και οι στυγνές δολοφονίες γυναικόπαιδων δεν είναι ηρωισμός.
Οι Ελληνες δεν ήταν ήρωες, λέει η ταινία. Βάρβαροι ήταν.
Για την ακρίβεια, σε όλη την ταινία του Νόλαν, δεν θα βρεις τίποτα ηρωικό. Η εικόνα του Ντέιμον /Οδυσσέα προκαλεί κυρίως θλίψη * θλίψη για μια ζωή που πήγε στράφι και εν τέλει χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο.
Τώρα; Τώρα δεν μένει παρά μια τελευταία ευκαιρία για λίγη χαρά, πίσω στην πατρίδα Ιθάκη, πίσω στην οικογένεια, την σύζυγο Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) και το γιό Τηλέμαχο (Τομ Χόλαντ).
Σε όλη την ταινία το πρόσωπο του Οδυσσέα είναι σκεπτικό, βλοσυρό, συνοφρυωμένο και ταλαιπωρημένο. Μόνον ο νόστος θα χαράξει ένα αμυδρό χαμόγελο σε αυτό το πρόσωπο της κατάθλιψης.
Σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις του Νόλαν που επίσης προσθέτουν ενδιαφέρον στο όλο εγχείρημα, πολλές θα τις βρούμε στην ίδια την αφήγηση που κατά κάποιο τρόπο έχει την λογική προηγούμενων ταινιών του Βρετανού σκηνοθέτη όπως ο «Οπενχάιμερ» και η «Δουνκέρκη».
Ας μη ξεχνάμε ότι οι ραψωδίες της «Οδύσσειας» είναι 26, οπότε θα ήταν αδύνατον να υπήρχαν τα πάντα γύρω από αυτές – ακόμα και σε μια ταινία 2 ωρών και 45 λεπτών.
Η γραμμικότητα στην αφήγηση απουσιάζει πλήρως, η ιστορία κυλά διάσπαρτη στον άχρονο χρόνο και εν τέλει όλα καταλήγουν σε ένα συμπαγές σύνολο. Να θυμίσω ότι τα «πηδήματα» στον χρόνο είναι χαρακτηριστικό των περισσότερων ταινιών του Νόλαν (αν υπάρχει ένα πράγμα που ξέρει να χειρίζεται τέλεια αυτός ο σκηνοθέτης, είναι ο χρόνος).
Συνεπώς, την μια στιγμή βρίσκεσαι στην Ιθάκη όπου η Πηνελόπη «παλεύει» με τους υποψήφιους μνηστήρες, τα άθλια αποβράσματα που στοχεύουν στον θρόνο του βασιλιά και την πιέζουν να αποφασίσει και την άλλη στο πεδίο της μάχης στην Τροία.
Την μια στο νησί της Κίρκης (Σαμάνθα Μόρτον), μετά στην Σκύλλα και την Χάρυβδη. Η εναλλαγή των σκηνών είναι ασύλληπτης έμπνευσης. Αλλοτε νιώθεις ότι παρακολουθείς ταινία – χλαμύδα της Τσινετσιτά στη δεκαετία του 1960 (οι σκηνές με τον Κύκλωπα π.χ.) και άλλοτε ότι παρακολουθείς αρχαία τραγωδία όπου ο λόγος επικρατεί του θεάματος.
Η μίξη λειτουργεί αποτελεσματικά στο όλο εγχείρημα το οποίο με ένα περίεργο τρόπο και σε ότι αφορά τον πόλεμο, απηχεί το σήμερα.
Οσο για τις απώλειες, όπως για παράδειγμα της Ναυσικάς και της νήσου των Φαιάκων είναι φυσικό να υπάρχουν, όπως φυσικό είναι να έχουν γίνει παραλλαγές του μύθου (η κατάβαση του Οδυσσέα στον Αδη παρουσιάζεται αρκετά διαφορετικά σε σχέση με το πως την περιγράφει ο Ομηρος).
Όλα αυτά όμως «δένουν» σε αυτό που η ταινία θέλει να είναι, ένα φιλοσοφικό παραμύθι.
Και αποδεικνύουν, για μια ακόμη φορά ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν ήταν, είναι και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ένας από τους τελευταίους, γνήσους auteur του αγγλόφωνου κινηματογράφου – αν όχι του κινηματογράφου γενικότερα
Οι μελετητές της «Οδύσσειας» έχουν κάθε δικαίωμα να πεταλώνουν τον ψύλλο προσπαθώντας να βρουν ατέλειες και «λάθη», όμως η ταινία δεν παύει να υπηρετεί το έπος του Ομήρου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Γι’ αυτό και θα μείνει στην Ιστορία του κινηματογράφου.
Βαθμολογία: 3 ½
***
Οι υπόλοιπες νέες ταινίες
«Ο επιθεωρητης Μαιγκρε και η ερωμένη του πρέσβη» (Maigret et le mort amoureux)
Παραγωγή: Γαλλία, 2026
Σκηνοθεσία: Πασκάλ Μπονιτζέρ
Ηθοποιοί: Ντενί Πονταλιντές, Ιρέν Ζακόμπ κ.α.

Από τους πιο δημοφιλείς ήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας και με συχνή παρουσία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση της Γαλλίας, ο επιθεωρητής Ζιλ Μεγκρέ των μυθιστορημάτων του Ζορζ Σιμενόν, επανέρχεται ανανεωμένος μέσω μιας νέας ταινίας, της που τοποθετείται στα πρώτα χρόνια του νέου μιλένιουμ (το έργο γράφτηκε στην δεκαετία του 1950).
Με την μορφή του Ντενί Πονταλιντές, ο Μαιγκρέ αποκτά μια εντελώς αλλιώτικη εικόνα από αυτή που έχουν στο μυαλό τους όσοι γνωρίζουν τον ήρωα – σίγουρα πολύ μακρινή σε σύγκριση με παλαιότερες εκδοχές του ήρωα (τον Μαιγκρέ έχουν υποδυθεί ηθοποιοί όπως ο Ζαν Γκαμπέν, ο Ζαν Ρισάρ, ο Μπρούνο Κρεμέρ, ο Ρόουαν Άτκινσον, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ κ.α.).
Ισως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ταινίας να είναι η ίδια η εικόνα του επιθεωρητή που με το χαλαρά φορεμένο καπέλο, την καπαρντίνα, την λυμένη γραβάτα και την πίπα θυμίζει τύπο που προέρχεται από έναν τελείως άλλο κόσμο. Αυτόν τον κόσμο ο Μαιγκρέ, σχεδόν πεισματικά αρνείται να εγκαταλείψει, όσο και αν οι συνθήκες τον πιέζουν για το ακριβώς αντίθετο.
Ο Μαιγκρέ είναι ένας δεινόσαυρος παγιδευμένος σε πράγματα και καταστάσεις που καταλαβαίνει μεν αλλά που τον υπερβαίνουν. Αλλά το ακόμα πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης ταινίας, είναι ότι ο Μαιγκρέ έχει στα χέρια του μια υπόθεση φόνου σε έναν κόσμο ακόμα πιο παλιό από τον δικό του, ακόμα πιο μουχλιασμένο.
Οι εκπρόσωποι της αριστοκρατίας με τους οποίους συγκρούεται μοιάζουν βγαλμένοι από τον 19ο αιώνα, άκαμπτοι μπροστά στις συνήθειες και τα ταμπού τους, την ξεπερασμένη υπεροψία και τον αστείο σνομπισμό τους. Βέβαια, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η παρατηρητικότητα και το κοφτερό μυαλό του Μαιγκρέ μπορούν να βάλουν τα πράγματα στην θέση τους. Μήπως αυτός ο ασήμαντος επιθεωρητής που βρίσκεται στην πλευρά του νόμου είναι και ο ίδιος ένα πιόνι ενός συστήματος που δεν μπορεί να σπάσει;
Βαθμολογία: 2 ½
ΑΘΗΝΑ: ΔΕΞΑΜΕΝΗ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) – ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) – ΧΛΟΗ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) – ΑΜΥΝΤΑΣ – ΑΕΛΛΩ – ΚΟΡΑΛΙ ΣΑΡΩΝΙΔΑ (ΠΕΜ-ΤΡΙ) – ΦΛΩΡΙΔΑ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΛΕΞ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ)
***
«DJ Βοσκός» (DJ Ahmed)
Παραγωγή: Βόρεια Μακεδονία, Τσεχία, Σερβία, Κροατία, 2025
Σκηνοθεσία: Γκεόργκι Ουνκόφσκι
Ηθοποιοί: Αριφ Γιακούπ, Ντόρα Ακάν Ζλάτανоβα κ.α.

Που μπορεί να πάει το μυαλό κάποιου ακούγοντας έναν τίτλο όπως «DJ Βοσός» δεν είμαι σε θέση να υποθέσω, πάντως ο τίτλος ταιριάζει πέρα για πέρα με το περιεχόμενο της πρώτης μεγάλου μήκους ταινιας του Γκεόργκι Ουνκόφσκι που γεννήθηκε το 1988 στη Νέα Υόρκη, αλλά πέρασε τα περισσότερα χρόνια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας στη Βόρεια Μακεδονία.
Αυτό το συγκινητικό, «χειροποίητο» φιλμ κινείται κάπου ανάμεσα στην «ταινία ενηλικίωσης», το αγροτικό δράμα και την αισθηματική ταινία, ενώ παρακολουθεί την προσπάθεια του 15χρονου Αχμέντ (Αρίφ Γιακούπ) να ξεφύγει από έναν καταπιεστικό πατέρα να αφοσιωθεί με το πάθος του, την μουσική και να κατακτήσει το κορίτσι με το οποίο είναι ερωτευμένος (Ντόρα Ακάν Ζλάτανоβα) αλλά που προορίζεται για άλλον.
Εκ πρώτης όψεως η κοινοτοπία του θέματος «βγάζει» μάτι, όμως τελικά η ταινία σε κερδίζει χάρη στην προσγειωμένη σκηνοθεσία του Ουνκόφσκι, τις ερμηνείες των άπειρων αλλά αφοσιωμένων νεαρών ηθοποιών, το έντονο χρώμα της φύσης έτσι όπως αποτυπώνεται από τον φακό του Ναούμ Ντοκσέφσκι και τον ευφάνταστο συνδυασμό όλων των παραπάνω με την πρωτότυπη μουσικη των Αλεν και Νενάντ Σινκαούζ.
Βαθμολογία: 2 ½
ΑΘΗΝΑ: CINE PARIS – ΑΚΤΗ – ΦΛΕΡΥ – CINE ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ – ΛΙΛΑ κ.α.
***
Πέντε «δυνατές» επανεκδόσεις
«Ας περιμένουν οι γυναίκες»
Παραγωγή: Eλλάδα, 1998
Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης
Ηθοποιοί: Γιάννης Ζουγανέλης, Αργύρης Μπακιρτζής, Σάκης Μπουλάς κ.α.

Το χιούμορ και η συντροφικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες ταινίες του Σταύρου Τσιώλη, κάνουν κάτι παραπάνω από έντονη την παρουσία τους στην κωμωδία «Ας περιμένουν οι γυναίκες», την δεύτερη της άτυπης «γυναικείας τριλογίας» του (ανάμεσα στις «Παρακαλώ γυναίκες μη κλαίτε», 1992 και «Γυναίκες που πέρασαν από δώ», 2017).
Αυτή η ταινία που που επαναπροβάλλεται εμπορικά στα σινεμά για πρώτη φορα μετά την Α προβολή της, υπήρξε η πιο επιτυχημένη της δεύτερης περιόδου του σκηνοθέτη της, ο οποίος μετά την «θητεία» του στην Finos Film και την απομάκρυνσή του από την σκηνοθεσία στην δεκαετία του 1970, ακολούθησε μια εντελώς προσωπική διαδρομή από το 1985 ως τον θάνατό του, το 2019.
Τρία μπατζανάκια και συνάμα φιλαράκια, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Σάκης Μπουλάς, μιλούν για γκόμενες, μάχονται για τα πολιτικά και τσακώνονται για ποδόσφαιρο στη λίμνη Βόλβη, όπου έχουν σταματήσει για λίγο το ταξίδι τους, περιμένοντας την… ανάρρωση του πρώτου από το τραύμα του έρωτα. Τελικός προορισμός τους είναι η Θάσος, εκεί, όπου τους περιμένουν οι γυναίκες τους – και άστες να περιμένουν…
Ο Τσιώλης ήταν πάντα ένας γνήσιος κινηματογραφικός οδοιπόρος της Ελλάδας. Ο φακός του Νικου Καψούρου «χαϊδεύει» με στοργή το ελληνικό τοπίο, αναζητώντας τη λάμψη χρωμάτων που σιγά σιγά ξεθωριάζουν. Η αγαπημένη του Πελοπόννησος δίνει τη θέση της στη Μακεδονία και οι τρεις πρωταγωνιστές προσφέρουν γενναιόδωρα τον καλύτερό τους εαυτό, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στην μεταξύ ανδρών πλάκα και την βαθιά πίκρα.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ΝΑΝΑ – CINOBO ΜΑΣΚΩΤ
***
«To εξπρές του μεσονυχτίου» (Midnight express)
Παραγωγή: ΗΠΑ, 1978
Σκηνοθεσία: Άλαν Πάρκερ
Ηθοποιοί: Μπραντ Ντέιβις, Ράντι Κουέιντ, Τζον Χερτ κ.α

Στην προσπάθειά του να μεταφέρει έξω από τα σύνορα της Κωνσταντινούπολης μιά σημαντική ποσότητα χασίς, ένας Αμερικανός τουρίστας (Μπραντ Ντέιβις) συλλαμβάνεται από τις αρχές, περνά από μια δίκη – παρωδία και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στις χειρότερες φυλακές του πλανήτη. Κάποια στιγμή θα γεννηθεί η ιδέα της απόδρασης.
To «Εξπρές του μεσονυχτίου» μοιάζει με ταινία – σφοδρό κατηγορητήριο εναντίον της Τουρκίας, την οποία παρουσιάζει ως χώρα – κάτεργο, κάτι που οφείλεται κυρίως στο σενάριο βασισμένο στο αυτοβιογραφικό μπεστ σέλερ του Μπίλι Χέιζ, του ανθρώπου που βίωσε τα όσα περιγράφονται στο φιλμ (στο βιβλίο οι περιπέτειές του αποδίδονται με λιγότερο δραματικό, πόσο μάλλον τραγικό τρόπο).
Η διασκευή του βραβευμένου με Οσκαρ σεναρίου έγινε από τον μετέπειτα σκηνοθέτη Όλιβερ Στόουν, του οποίου οι περισσότερες ταινίες («Πλατούν», «Wall Street», «JFK», «Γεννημένοι δολοφόνοι», «W.») διακρίνονται από μια προβοκατόρικη θεματική αντιμετώπιση, γεγονός που συχνά ακυρώνει τις όποιες αρχικές προθέσεις του.
Μαζί με την στομφώδη σκηνοθεσία του Αλαν Πάρκερ (1944-2020), το «Εξπρές του μεσονυχτίου» παρασύρει τον θεατή στον κόσμο ένός πέρα για πέρα λαϊκίστικου αλλά συγχρόνως ελκυστικού κινηματογραφικού θεάματος. Είναι πάντως κλασικό παράδειγμα υπερτιμημενος ταινίας που έγραψε Ιστορία (προκαλώντας μάλιστα – και δικαιολογημένα – θύελλα διαμαρτυριών στο φεστιβάλ των Καννών όπου πρωτοπροβλήθηκε).
Το «Εξπρές του μεσονυχτίου» κέρδισε επίσης το Όσκαρ μουσικής (Τζόρτζιο Μοροντερ) ενώ ήταν υποψήφιο για τέσσερα ακόμα Οσκαρ στις κατηγορίες της καλύτερης ταινίας, της καλύτερης σκηνοθεσίας, του καλύτερου μοντάζ και του Β ανδρικού ρόλου – ο Τζον Χερτ είναι σπαραχτικός στον ρόλο ενός εύθραυστου, ηρωινομανούς κατάδικου.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ΑΤΕΝΕ
***
«Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ» (Werckmeister harmóniákr, Ουγγαρία/ Γερμανία/ Ιταλία/ Γαλλία, 2000)

Με την προϋπόθεση ότι έχεις προετοιμαστεί για τους ρυθμούς και την αισθητική των ταινιών του Μπέλα Ταρ (1955-2026), αυτή η ταινία, η πρώτη του που προβλήθηκε εμπορικά στην χώρα μας (είχε προηγηθεί ένα μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), είναι επίσης η ιδανικότερη για να προσκαλέσει ήπια το κοινό στα σπλάχνα του ιδιαίτερου σύμπαντός του.
Ασπρόμαυρο φιλμ, μακράς διάρκειας σεκάνς, σκιές, ομίχλη, μεγάλα «διαλείματα» χωρίς διαλόγους· στοιχεία που μας βυθίζουν σε έναν κόσμο αδιευκρίνιστο και ασαφή, ενώ παρακολουθούμε την περιπλάνηση ενός αλαφροΐσκιωτου ταχυδρομικού υπαλλήλου σε μια περιοχή χωρίς όνομα όπου κάποιο τσίρκο πρόκειται να δώσει παράσταση.
Την μνήμη γαργαλούν οι χρόνοι των ταινιών του Αντρέι Ταρκόφσκι, η ποίηση εκείνων του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ακόμα και οι περίφημες φάτσες του Φεντερίκο Φελίνι – τι αν όχι «φελινική» φιγούρα θυμίζει ο Λαρς Ρούντολφ που πρωταγωνιστεί;
Ομως δεν οι «Αρμονίες του Werckmeister» δεν είναι κάτι απ’ όλα’ αυτά. Είναι προτιμότερο να δεχθεί κανείς την ταινία ελεύθερος, χωρίς την απαίτηση ερμηνειών και καθαρών απαντήσεων, περισσότερο ως μια μυστηριακή βόλτα στοχασμού σε μια επίγεια κόλαση, υπό τους ήχους της υπέροχης, μελαγχολικής μουσικής του Μιχάλι Βιγκ, που έρχεται σε πλήρη αρμονία με την μοναχικότητα που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα.
Βαθμολογία: 4
ΑΘΗΝΑ: ΔΙΑΝΑ – ΡΙΒΙΕΡΑ
***
«Klute»
Παραγωγή:ΗΠΑ,1971
Σκηνοθεσία: Άλαν Τζ. Πάκουλα
Ηθοποιοί: Τζέιν Φόντα, Ντόναλντ Σάδερλαντ,Ρόι Σάιντερ κ.α.

Γνωστή στην Ελλάδα και με τον τίτλο «Η εξαφάνιση», η ταινία του Αλαν Τζ. Πάκουλα (1928-1998) είναι μια σχεδόν κλινική καταγραφή της έρευνας ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Τζον Κλουτ (Ντόναλντ Σάδερλαντ) προκειμένου να ανακαλύψει τα ίχνη μιας εξαφανισμένης γυναίκας. Μάλιστα, αυτή η καταγραφή υπήρξε στοιχείο αρκετά πρωτοποριακό για τα στάνταρντ της εποχής, αφού η λύση του μυστηρίου έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην διαδικασία της ίδιας της έρευνας.
Ακόμα πιο παράξενο όμως είναι ότι η έρευνα του Κλουτ μπαίνει επίσης στο περιθώριο όταν στην υπόθεση εισχωρεί η Μπρι Ντάνιελς, ένα επιτυχημένο κολ γκερλ της Νέας Υόρκης που γνώριζε την γυναίκα που εξαφανίστηκε. Ο Κλουτ θέλει να την χρησιμοποιήσει προσπαθώντας να φτάσει στην αλήθεια, όμως η Μπρι Ντάνιελς ξεφεύγει τελείως από το κλισέ της γυναίκας – βοηθού του κεντρικού κινηματογραφικού ήρωα (που επίσης την ερωτεύεται).
Η Μπρι είναι η ψυχή, η σάρκα και η καρδιά του «Klute» σε σημείο που αναρωτιέσαι για ποιο λόγο ο ξένος τίτλος φέρει το επώνυμο του ντετέκτιβ την ώρα που το πιο ουσιώδες πρόσωπο της ιστορίας είναι το κολ γκερλ. Υπήρξε επίσης κάτι σαν ρόλος ζωής για την πρωταγωνίστριά της, την Τζέιν Φόντα που για αυτόν τον ρόλο κέρδισε το πρώτο Οσκαρ της.
Η Μπρι Ντάνιελς είναι η εξέλιξη της Χόλι Γκολάιτλι του «Προγεύματος στου Τίφανι». Η αθωότητα έχει πλέον χαθεί δίνοντας την θέση της στον κυνισμό και τον αυστηρό επαγγελματισμό μιας απολύτως χειραφετημένης γυναίκας που δεν χαίρεται ποτέ το σεξ αλλά ικανοποιείται όταν αντιλαμβάνεται ότι προσφέρει ικανοποίηση.
Βαθμολογία: 4
ΑΘΗΝΑ: ΕΚΡΑΝ – ΖΕΦΥΡΟΣ – ΑΜΙΚΟ – ΑΝΟΙΞΙΣ – ΟΑΣΙΣ
***
«Michael»
Παραγωγή: Γερμανία, 1924
Σκηνοθεσία: Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ
Ηθοποιοί: Γουόλτερ Σλέζακ, Μπέντζαμιν Κρίστενσεν κ.α.

Κλασική περίπτωση ταινίας – ερωτικό τρίγωνο αλλά με πολύ έντονο το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας σε μια εποχή που κάτι τέτοιο θεωρούνταν άκρως προκλητικό και σκανδαλώδες (δεκαετία του 1920), η έκτη ταινία του κορυφαίου Δανού κινηματογραφικού σκηνοθέτη Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ (1889-1968) – «Ο λόγος», «Γερτρούδη» κ.α. – είναι και μια από τις πιο συναισθηματικές του.
Στον ρόλο του τίτλου, ο Γουόλτερ Σλεζακ (που αργότερα θα ακολουθούσε καριέρα στο Χόλιγουντ) υποδύεται το μοντέλο αλλά και ερωτικο «όνειρο» του Ζόρετ (Μπέντζαμιν Κρίστενσεν), ενός μεγαλύτερού του σε ηλικία ζωγράφου, ενώ το τρίτο πρόσωπο στην ιστορία είναι μια κόμισα που έλκει τον Μίκαελ έτσι όπως ο Ζόρετ ελκύεται από εκείνον.
Αν παραβλέψουμε την σκέψη ότι η έλξη του καλλιτέχνη προς τον Μίκαελ (του οποίου η υποτιθέμενη ομοφυλοφιλία έχει σαφώς καιροσκοπικό υπόβαθρο) είναι τόσο σωματική όσο και κοινωνική, θα δούμε ότι η ταινία έχει την εικόνα μιας μάλλον συμβατικής, πικροχολης ιστορίας δύο απατημένων συζύγων, σκηνοθετημένη με ασφυκτικό τρόπο από τον Ντράγιερ. Πάντως, αυτή η λεπτών αποχρώσεων, γεματη σεξουαλικά και κοινωνικά υπονοούμενα, μουσειακή πλέον ταινία, υπήρξε το αποτέλεσμα μιας εκπληκτικής συνεργασίας του Ντράγιερ με σπουδαίες μορφές του κινηματογράφου της εποχής: ο Φριτς Λανγκ και η σύντροφός του Τέα Φον Χάρμπον (δημιουργοί της «Metropolis» και του «Μ») έκαναν μαζί με τον Ντράγιερ την σεναριακή διασκευή του γερμανικού μυθιστορήματος του Χέρμαν Μπανγκ στο οποίο βασίστηκε η ταινία (εκδόθηκε το 1902).
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΣΤΟΥΝΤΙΟ







