Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μεσάνυχτα της 6ης Ιουλίου, στους δρόμους του Οσλο: η Βραζιλία έχει μόλις σκοράρει με πέναλτι, αλλά τους Νορβηγούς ούτε που τους νοιάζει. Εχει προηγηθεί μια απόκρουση σ’ ένα άλλο πέναλτι των Λατινοαμερικανών από τον συγκλονιστικό γκολκίπερ των Σκανδιναβών, Νίλαντ, και δύο καταπληκτικά γκολ του Χάαλαντ: αρκετά για να στείλουν τη Νορβηγία στους «8» του Μουντιάλ για πρώτη φορά στην ιστορία της. Το Οσλο παραληρεί και ζει σκηνές αθηναϊκού καλοκαιριού του 2004.

«Τι κρίμα που δεν ζει ο Νταγκ Σούλστα» σκέφτομαι: ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Νορβηγίας πριν από τον Γιον Φόσε δεν πρόλαβε να «σηκώσει» το… τιμημένο Νομπέλ – που του έπρεπε –, μα ήταν φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, οπαδός της Σάνεφιουρ.  Μαζί με τον κολλητό του, συγγραφέα Γιον Μίσλετ, ταξίδεψαν σε πέντε Παγκόσμια Κύπελλα (1982-1998) και συνέγραψαν αντίστοιχα μπεστ σέλερ, γεννώντας μια ολοκαίνουργια λογοτεχνία στη Νορβηγία: ένα συνδυασμό πολιτικής, Ιστορίας, ταξιδιωτικού ρεπορτάζ και εις βάθος ανάλυσης της «μπάλας».

Ζώα πολιτικά και οι δύο τους, με την αριστοτελική έννοια, ο Σούλστα – αμετανόητος μαοϊκός μέχρι τον θάνατό του το 2025 – και ο Μίσλετ – κάποια στιγμή υποψήφιος των «Κόκκινων» – ασκούσαν στα βιβλία αυτά οξύτατη κι ευφάνταστη κριτική στον παγκόσμιο καπιταλισμό μέσα από οξυδερκέστατες αναλύσεις της εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου και της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης των χωρών-οικοδεσποτών.

Μπορώ να φανταστώ τι ανάλυση θα έκαναν βλέποντας τη Νορβηγία στους 8: στην τελευταία συνάντηση των δύο ομάδων, με νικήτρια πάλι τη Νορβηγία με 2-1, το 1998, ο Μίσλετ έριχνε δάκρυα χαράς μαζί και λύπης από περηφάνια για τη χώρα του και πόνο για τον μεγάλο του έρωτα, τη Βραζιλία. Ο Σούλστα, μανιακός με τις στατιστικές, μάλλον θα εξηγούσε ότι η Νορβηγία δεν είναι μια «μικρούλα» ασήμαντη χώρα, αλλά ένα αθλητικό μεγαθήριο που επενδύει στον αθλητισμό περισσότερο, κατά κεφαλήν, από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη· απλώς τα αποτελέσματα φαίνονται πια και σ’ άλλα αθλήματα πέραν αυτών των Χειμερινών Ολυμπιακών, όπου η Νορβηγία των 5,5 εκατομμυρίων κατοίκων κυριαρχεί δεκαετίες τώρα. «Δεν γέννησε ξαφνικά» θα έγραφε, «η Νορβηγία μαζεμένες ταλεντάρες: τις ανέθρεψε». Οπως ίσως κι η Ελλάδα με το μπάσκετ μετά το ’87.

Υπάρχει όμως και κάτι που μάλλον θα ήταν φανερό μόνο σε όσους ζήσαμε την πορεία της Εθνικής στο Euro 2004: οι Νορβηγοί μπαίνουν στο γήπεδο μόνο με τη χαρά του παιχνιδιού στον νου, χωρίς το στρες της νίκης – γιατί κι εδώ που έφτασαν, ποιος θα το φανταζόταν! Ενα τέτοιο αεράκι δεν είχε οδηγήσει και τους δικούς μας, μαζί με πείσμα και τύχη, στο Ευρωπαϊκό του 2004; Αντιστοίχως τους Δανούς, το 1992, που τους μάζεψαν από τις παραλίες για να πάρουν τη θέση της μη υπάρχουσας πια Γιουγκοσλαβίας; Ισως θυμάστε και την Κόστα Ρίκα στους «8» του Μουντιάλ του 2014· την Τουρκία, 3η το 2002 ή τη Βουλγαρία του θρυλικού Χρίστο Στόιτσκοφ, 4η το 1994.

Η (ψευτο)ανάλυση αυτή ίσως να συμφωνεί και λίγο με την έννοια του «Μαγικού Κύκλου» του Γιόχαν Χουιζίνγκα: ενός χώρου όπου το παιχνίδι αποκόπτεται από την πραγματικότητα και απεκδύεται τις προσδοκίες τού έξω κόσμου. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν μας έλκουν και τα αουτσάιντερ; Σ’ ένα παιχνίδι που μπορεί κανείς να στήσει μ’ ένα κονσερβοκούτι στην πιο φτωχή αλάνα του κόσμου, είναι ωραίο να βλέπεις τους «μικρούς» να ανατρέπουν τους «μεγάλους».

Οι Σούλστα και Μίσλετ ήξεραν να διαβάζουν στα Μουντιάλ το απόλυτο τελετουργικό παίγνιο της σύγχρονης ανθρωπότητας – και να διψούν για ανατροπές. Οταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές θα ξέρουμε αν η Νορβηγία ξεπέρασε και το εμπόδιο της Αγγλίας προς τα ημιτελικά (κι αν εγώ κέρδισα το στοίχημα που έπαιξα, με απόδοση 8 προς 1 παρακαλώ). Ο Σούλστα, φανατικός αγγλόφιλος και λάτρης του κατενάτσιο, θα έτρωγε τις σάρκες του. Εκατοντάδες χιλιάδες Νορβηγοί στους δρόμους ζούνε απλώς το καλοκαίρι της ζωής τους.

Η κυρία Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια.