Σε μια μετωπική επίθεση κατά της Ελλάδας και της Κύπρου προχώρησε ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, κατηγορώντας τις δύο χώρες για «εξαιρετικά επικίνδυνη πολιτική» λόγω της στρατιωτικής και στρατηγικής τους σύγκλισης με το Ισραήλ.
Σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Anadolu, ο Φιντάν υποστήριξε ότι ο άξονας Αθήνας-Λευκωσίας-Ιερουσαλήμ δεν ενισχύει την ασφάλεια, αλλά αντιθέτως «φέρνει δυσπιστία, προβλήματα και πόλεμο».
Το «κατηγορητήριο» κατά της Ελλάδας
Ο Τούρκος ΥΠΕΞ αμφισβήτησε ανοιχτά τη λογική των ελληνικών επιλογών, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα ακολουθεί μια μοναχική και ριψοκίνδυνη πορεία που δεν υιοθετείται από καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
«Ούτε η Ελλάδα ούτε η “Ελληνοκυπριακή Διοίκηση” χρειάζονται στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ», ισχυρίστηκε, συμπληρώνοντας με νόημα πως οι υπάρχουσες ομπρέλες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θα έπρεπε να είναι αρκετές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αναζήτηση νέων συμμάχων αποτελεί πρόκληση προς την Άγκυρα.
Ο φόβος για το «νέο αντίπαλο» και η περιφερειακή ανάφλεξη
Ο Φιντάν δεν περιόρισε τα πυρά του στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά επεκτάθηκε σε όλο το γεωπολιτικό κάδρο της Μέσης Ανατολής. Τι είπε:
Για το Ισραήλ: Υποστήριξε ότι το Ισραήλ, αφού ολοκληρώσει την αντιπαράθεση με το Ιράν, θα επιδιώξει να στοχοποιήσει την Τουρκία ως τον επόμενο «απαραίτητο εχθρό» για την επιβίωσή του.
Για Λίβανο και Συρία: Παρομοίασε τις επιχειρήσεις στον Λίβανο με την καταστροφή της Γάζας και προειδοποίησε ότι οι ισραηλινές επιθέσεις στη Συρία συνιστούν «σοβαρό κίνδυνο» για την τουρκική ασφάλεια.
Για Στενά του Ορμούζ: Εξέφρασε την αντίθεσή του σε στρατιωτικές λύσεις για τη διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, προκρίνοντας την «ειρηνική επαναλειτουργία» τους.
Η Τουρκία ως «αρχιτέκτονας» της ευρωπαϊκής ασφάλειας
Παρά τη σκληρή ρητορική, ο Φιντάν έσπευσε να αναβαθμίσει τον ρόλο της χώρας του, χαρακτηρίζοντας την Τουρκία «βασικό παράγοντα» για τη διαμόρφωση του μελλοντικού ευρωπαϊκού πλαισίου ασφάλειας. Κατέληξε μάλιστα δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην επερχόμενη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, χαρακτηρίζοντάς την ως μια ιστορική ευκαιρία για τη συστηματοποίηση των σχέσεων της Συμμαχίας με τις ΗΠΑ, υπό την τουρκική εποπτεία.



