Σε πιο ασφαλείς χρηματοδοτικές επιλογές έχουν στραφεί τα τελευταία χρόνια οι δανειολήπτες, κλειδώνοντας σταθερά επιτόκια για ένα εύλογο μέρος ή το σύνολο της διάρκειας αποπληρωμής των τραπεζικών χρεών τους.
Πρόκειται για μία τάση που ενισχύθηκε σημαντικά από το 2023 και ύστερα, λόγω της αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Η απότομη άνοδος του κόστους χρήματος σε εκείνη τη φάση κατέδειξε στους οφειλέτες πόσο ευμετάβλητο μπορεί να είναι το επιτοκιακό περιβάλλον και πως αυτό μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στον προϋπολογισμό τους.
Όσοι είχαν κλειδώσει σταθερές μηνιαίες δόσεις κατά την περίοδο των αρνητικών επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ, πέρασαν την περίοδο της πληθωριστικής κρίσης μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, χωρίς μεταβολές στις καταβολές προς τις τράπεζες.
Από την άλλη, για όσους είχαν διαλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο, τα πράγματα δυσκόλεψαν, καθώς πέραν της ακρίβειας είχαν να αντιμετωπίσουν και την άνοδο των πληρωμών για την εξόφληση του δανείου τους.
Πολλοί δε που διέθεταν την απαιτούμενη ρευστότητα προχώρησαν σε πρόωρη εξόφληση των υπολοίπων τους για να αποφύγουν την επιβάρυνση σε τόκους.
Οι μεταβολές
Κι αν στη στεγαστική πίστη οι τράπεζες κάποια στιγμή ενεργοποίησαν πλαφόν για τους δανειολήπτες της κατηγορίας, δεν συνέβη το ίδιο με τα επιχειρηματικά δάνεια, που βρέθηκαν στη δίνη των αυξήσεων των παρεμβατικών δεικτών της ΕΚΤ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στο σύνολο των υφιστάμενων δανείων στην Ελλάδα από το 3,50% το καλοκαίρι του 2022 σκαρφάλωσε έως και το 6,40%, σε σχεδόν διπλάσια δηλαδή επίπεδα, μέσα σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο.
Στα στεγαστικά δάνεια το μέσο κόστος από τη ζώνη του 2,20% βρέθηκε έως και το 4,40% την άνοιξη του 2024, όταν και σταθεροποιήθηκε λόγω του προγράμματος προστασίας για τα ενυπόθηκα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Τέλος στα επιχειρηματικά δάνεια το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο από το 3% υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε 18 μήνες.
Οι προτιμήσεις
Ως αποτέλεσμα, δεν ήταν λίγοι οι δανειολήπτες που δυσκολεύτηκαν κατά τη φάση των υψηλών επιτοκίων, ενώ και οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο δημιουργίας νέων επισφαλειών.
Εν τέλει η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με στοχευμένες ρυθμίσεις, όπου αυτές ήταν απαραίτητες.
Έκτοτε οι τράπεζες προωθούν με μεγαλύτερη ένταση προγράμματα σταθερού επιτοκίου, τα οποία έχουν καταστεί ιδιαίτερα ελκυστικά.
Συγκεκριμένα, έχουν τύχει της αποδοχής των δανειοληπτών, οι οποίοι τα προτιμούν σε αξιοσημείωτο βαθμό πλέον.
Με τον τρόπο αυτό δεν προστατεύονται μόνον οι ίδιοι, αλλά και οι τράπεζες.
Κι αυτό διότι οι τελευταίες αποκτούν μεγαλύτερη ορατότητα για τα επίπεδα των έντοκων εσόδων τους σε βάθος χρόνου και ταυτόχρονα περιορίζεται ο πιστωτικός κίνδυνος σε περιόδους αστάθειας.
Η αλλαγή τάσης
Τα στοιχεία που συγκεντρώνει η Τράπεζα της Ελλάδος από τα πιστωτικά ιδρύματα, πιστοποιούν τις παραπάνω τάσεις. Συγκεκριμένα:
- Το μερίδιο των στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο από το 47% την τριετία 2020 – 2022 διαμορφώθηκε στο 67% την περίοδο 2023 – 2025.
- Το αντίστοιχο ποσοστό για τα καταναλωτικά δάνεια διατηρήθηκε στη ζώνη του 42%, κυρίως λόγω των περιορισμένων επιλογών σε σταθερά επιτόκια που προσφέρουν οι τράπεζες.
- Στα επιχειρηματικά δάνεια, που είναι κατά βάση κυμαινόμενου επιτοκίου λόγω της πολιτικής που εφαρμόζουν οι πιστωτές, το ποσοστό των χορηγήσεων με σταθερές δόσεις σχεδόν διπλασιάστηκε, διαμορφούμενο στην περιοχή του 20% την τελευταία τριετία σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη.
Τα παραπάνω εξηγούν τη μεγαλύτερη ενσωμάτωση στα επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων στην Ελλάδα σε σχέση με τις χορηγήσεις λιανικής, των μειώσεων στους παρεμβατικούς δείκτες της ΕΚΤ, που μέσα σε 1,5 χρόνο έφτασαν τις 200 μονάδες βάσης.
Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο σε σχέση με τα υψηλά του κατά την περίοδο του ακριβού χρήματος υποχώρησε κατά 80 μονάδες βάσης περίπου.
Ο λόγος είναι ότι τα τελευταία χρόνια σχεδόν 7 στα 10 δάνεια χορηγήθηκαν με σταθερό επιτόκιο τουλάχιστον 3ετίας.
Από την άλλη, στα επιχειρηματικά δάνεια η μείωση του μέσου κόστους στα υφιστάμενα υπόλοιπα έφτασε τις 200 μονάδες βάσης, καθώς η πλειονότητά τους είναι ευθέως συνδεδεμένη με τους δείκτες euribor.
Πηγή: OT.GR



