Με την ευκαιρία της νέας αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου του Ρόντρικ Μπίτον «Γιώργος Σεφέρης – Περιμένοντας τον άγγελο», σκεφτόμουν πόσο τα αίτια του πολέμου είναι υπόθεση αργυραμοιβών.
Παλιανθρώπων δηλαδή, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού-
είτε πρόκειται για μουλάδες είτε για γκόλντεν-μπόις.
Ο πόλεμος, τα νέα του οποίου “εξελίσσονται ραγδαίως”, όπως γράφει ο Σεφέρης στην “Κίχλη” είναι υπόθεση γεωπολιτικής διαφοράς με δύο παραμέτρους, την ιδεολογία του μίσους και την κερδοφορία της βιομηχανίας όπλων.

Για την αβυσσαλέα ψυχή αυτών των “ιερωμένων” του Μαμωνά ο Σεφέρης στο ποίημα «Αργοναύτες» από τη συλλογή “Μυθιστόρημα”, θέτει ως μότο δυό όλες κι όλες αράδες από τον πλατωνικό «Αλκιβιάδη». «Καὶ ψυχὴ εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὑτὴν εἰς ψυχὴν αὐτῇ βλεπτέον». Η ολιγόλογη αυτή προτροπή πρεσβεύει ότι εάν κανείς θέλει να γνωρίσει την ψυχή του, πάλι μέσα στην ψυχή πρέπει να δει. Ως εάν η όραση να είναι προϋπόθεση της γνώσης και ως εάν η αντανάκλαση μέσα στον καθρέφτη της ψυχής με τον εαυτό της να οδηγεί στη γνώση της ψυχής – αρκεί να μπορεί να “βλέπει”(βλεπτέον) στον καθρέφτη όπου ξαφνικά η γυναίκα του Μπαλτύς τείνει στη γάτα (βλ.φωτογραφία).

Αυτός είναι ο τρόπος μιας αντανακλαστικής αυτογνωσίας με την προϋπόθεση οτι ο καθρέφτης που κοιτάς μέσα είναι σπασμένος.Αυτος νομίζω είναι
ο καλύτερος “τρόπος” να δεις «τον ξένο και τον εχθρό στον καθρέφτη».

Ο πόλεμος, αυτές τις δραματικές για τη Μέση Ανατολή στιγμές, εάν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να δούμε πάλι στον καθρέφτη ποιοί είμαστε και με ποιόν είμαστε.

Πιστεύω ότι ο Σεφέρης στα ποιήματά του μας δίνει την τέλεια αυτοβιογραφία του. Τα πεζά του κείμενα έρχονται να συνδράμουν στο ποιητικό του έργο ως προς τα καθέκαστα.

Ο Ρόντρικ Μπίτον αναγνωρίζοντας ότι ο Σεφέρης δεν διευκόλυνε το έργο του βιογράφου του, γιατί όπως σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα «έκανε ότι το δυνατόν για να διαχωρίσει την ταυτότητα του ποιητή και του ανθρώπου των γραμμάτων από εκείνη του ανώτατου δημόσιου υπαλλήλου». Αν έσπασε τον καθρέφτη του το οφείλει στο λευκό χαρτί.

Σ’ όλη του τη ζωή, από τα 20 έως τα 60 του χρόνια, παραπονιόταν ότι υπήρξε “υπηρέτης δύο αφεντάδων”. Η αλλαγή του Σεφεριάδης σε Σεφέρη, το ψευδώνυμο «Στρατής» εισβάλλουν στο ποιητικό του έργο με αποκρυπτογραφήσιμο τρόπο. Γράφει στο Ημερολόγιό του: «Στην Ελλάδα (…) πρόσεξε τον επιδερμισμό των ανθρώπων, την αμάθειά τους, την κακεντρέχειά τους, την ασυνειδησία τους. Οι διανοούμενοί μας καταβροχθίζουν την τέχνη όπως οι κατσίκες την πρασινάδα».

Η αναθεωρημένη έκδοσή του από τον Μπίτον και τις εκδόσεις Πατάκη, δεν είναι απλώς μια πηγή για τους αναγνώστες της ποίησης του Σεφέρη αλλά πηγή για τους ποιητές για τους οποίους ο Σεφέρης υπήρξε πρόδρομος. Όσοι από εμάς διαβάσουμε το πολυσέλιδο αυτό έργο με την σχολαστική τεκμηρίωση κατεχόμαστε από το πάθος της έκφρασης: το «εκφράζεσθαι» του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Ο Σεφέρης σε μια ημερολογιακή εγγραφή τον Αύγουστο του 1926, γράφει: «Το πιο δυνατό πάθος που έχω, το πάθος της έκφρασης, στάθηκε μια ανεξάντλητη πηγή δυστυχίας για εμένα».

ΥΓ.
Αντιγράφω από την “Κχλη”:
“Αθήναι. Ανελίσσονται ραγδαίως
τα γεγονότα που ήκουσε με δέος
η κοινή γνώμη. Ο κύριος υπουργός
εδήλωσεν, Δεν μένει πλέον καιρός…»
«…πάρε κυκλάμινα… πευκοβελόνες…
κρίνα απ’ την άμμο… πευκοβελόνες…
γυναίκα…»
«…υπερτερεί συντριπτικώς.
Ο πόλεμος…»
ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ”