Λειτουργικό και αποτελεσματικό κράτος; «Μα καλά, δεν έχουν λυθεί αυτά;», αναρωτήθηκε σκωπτικά ένας από τους παρευρισκόμενους απευθυνόμενος στον διπλανό του, λίγο πριν η εκδήλωση ξεκινήσει. Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα, ο πρώην Υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος έδωσε μια απάντηση πέρα από τα καθιερωμένα.

Στη σημερινή εκδήλωση του Ινστιτούτου για τη Σοσιαλδημοκρατία – InSocial, που έλαβε χώρα στο ξενοδοχείο Divani Palace Acropolis, στη σκιά της Ακρόπολης, άσκησε μια κριτική που χτύπησε στην καρδιά του προβλήματος: το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο εξουσίας. Μια παρέμβαση που, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε από το ακροατήριο με το κλείσιμο της συζήτησης, υπήρξε βαθιά «ριζοσπαστική», αποδομώντας τις εσφαλμένες «εργοστασιακές ρυθμίσεις» του πολιτικού μας συστήματος.

​Ο πρώην Υπουργός ανέπτυξε έναν προβληματισμό που υπερέβη τις θεωρητικές προσεγγίσεις, ζητώντας μια θαρραλέα αντιπαράθεση με τις παθογένειες που κρατούν τη χώρα σε θεσμικό τέλμα επί δεκαετίες. Στην ανάλυσή του διέγνωσε πως η Ελλάδα λειτουργεί με ένα πρόβλημα που παραμένει «διαχρονικό και αμετάθετο» από τον 19ο αιώνα, καθώς η πολιτική νοοτροπία εξακολουθεί να παρακάμπτει τη λειτουργικότητα των μηχανισμών. «Η χρεοκοπία της χώρας δεν επηρέασε την αυτοσυνειδησία μας», δήλωσε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους κρατικούς μηχανισμούς ως εν δυνάμει λάφυρο, εξοβελίζοντας κάθε έννοια αξιοπιστίας.

Από την αποδόμηση του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου στη θεσμική αποκέντρωση

​Ο κ. Παπαδόπουλος άσκησε δριμεία κριτική στην αποθέωση του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου, το οποίο λειτουργεί χωρίς θεσμικά αντίβαρα, οδηγώντας στην υποβάθμιση της Βουλής και στην ύπαρξη ενός αποδυναμωμένου Προέδρου της Δημοκρατίας. Η πρόταση διεξόδου που κατέθεσε εδράζεται στην ανάγκη για μια ριζική αποκέντρωση, όπου τα Υπουργεία οφείλουν να αποκτήσουν «στρατηγικό χαρακτήρα» και να περιοριστούν αποκλειστικά στον σχεδιασμό και την παρακολούθηση πολιτικών. Η πραγματική εκτελεστική εξουσία πρέπει να μεταφερθεί εξ ολοκλήρου εκεί που χτυπά η καρδιά της καθημερινότητας, δηλαδή στους Δήμους και τις Περιφέρειες, ώστε η διοίκηση να μην «διοικεί» πλέον τον εαυτό της, αλλά την ανάπτυξη της χώρας.

​Αυτή η διοικητική μεταρρύθμιση πλαισιώθηκε από προτάσεις για βαθιές τομές στη συνταγματική αρχιτεκτονική, με την επικείμενη αναθεώρηση να αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για πολιτική αντιμετώπιση χωρίς «άγονους συνταγματισμούς». Η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και η άμεση εκλογή του από τον λαό προκρίνονται ως η αναγκαία θεσμική απάντηση για τη δημιουργία ενός «διακριτού πόλου της εκτελεστικής εξουσίας», που θα λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο και όχι πατερναλιστικά. Παράλληλα, η καθιέρωση Γερουσίας ως δευτεροβάθμιου νομοθετικού σώματος με 50 αιρετά μέλη —και αντίστοιχη μείωση των βουλευτών της τωρινής Βουλής— θα μπορούσε να προσδώσει βάθος στη νομοθέτηση και να αποτρέπει «χαριστικές και φωτογραφικές διατάξεις» που κλονίζουν την αξιοπιστία του κοινοβουλευτισμού.

​Στην ίδια κατεύθυνση, η ρήξη με την πελατειακή κουλτούρα απαιτεί την κατάργηση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος αποτελεί «τη βαθύτερη ρίζα της συνδιαλλαγής», ενώ η δικαστική λογοδοσία του πολιτικού προσωπικού οφείλει να αποσυνδεθεί από τη Βουλή. Η αρμοδιότητα παραπομπής των υπουργών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 86) πρέπει να αναληφθεί εξ ολοκλήρου από την Ολομέλεια Εφετών Αθηνών, ώστε η συνταγματική νομιμότητα να λειτουργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, πρότεινε την άρση του αποκλεισμού των συνασπισμών κομμάτων από το «μπόνους» των εδρών, ώστε να διευκολύνονται οι κυβερνητικές συνεργασίες.

​Παράλληλα, υποστήριξε τον μετασχηματισμό του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε μια ισχυρή και εξοπλισμένη ανεξάρτητη αρχή, που θα διενεργεί ουσιαστικούς δημοσιονομικούς ελέγχους πέρα από τυπολατρικές διαδικασίες νομιμότητας, καθώς αυτό αποτελεί το απαραίτητο επιστέγασμα για ένα κράτος πραγματικά λειτουργικό.

​Κλείνοντας, ο κ. Παπαδόπουλος υπογράμμισε πως το καθήκον μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα τη θεσμική ανανέωση της χώρας, καθώς μόνο έτσι θα ενεργοποιηθεί η ελληνική κοινωνία και η ελπίδα απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Συνταγματικό ανάχωμα στη διαφάνεια και τέλος στην ψηφιακή γραφειοκρατία

​Τη σκυτάλη των παρεμβάσεων πήρε ο Γιώργος Καραμανώλης, ο οποίος, έχοντας την εμπειρία του τεχνικού υπευθύνου κατά τον σχεδιασμό των προγραμμάτων «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» και «Open Gov» το 2010, εστίασε στη διαφάνεια ως πυλώνα εμπιστοσύνης. Υποστήριξε με έμφαση τη θεσμική θωράκιση της «ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ» μέσω της συνταγματικής της κατοχύρωσης, ενώ πρότεινε την επέκταση του θεσμού σε κάθε δραστηριότητα που αφορά δημόσιο χρήμα, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων.

​Στη συνέχεια, ο Παναγιώτης Καρκατσούλης εξήγησε ότι ένα λειτουργικό κράτος προϋποθέτει, πάνω από όλα, την πλήρη κατανόηση των στοιχείων που το συγκροτούν στη σύγχρονη εποχή. Σημείωσε με νόημα την αδυναμία αντίληψης της πραγματικής έκτασης του διοικητικού προβλήματος στην Ελλάδα, ακόμη και κατά την κρίσιμη περίοδο των μνημονίων, γεγονός που δυσχέρανε την εφαρμογή ουσιαστικών λύσεων.

​Τέλος, ο Νίκος Χριστοδουλάκης υπογράμμισε ότι ο Αλέκος Παπαδόπουλος έθεσε ορθά στον πυρήνα του προβληματισμού το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο εξουσίας, το οποίο υποτάσσει τη βούλησή του στο νομοθετικό σώμα. Παρατήρησε ότι οι θεσμοί στην Ελλάδα συχνά μετασχηματίζονται χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση, δημιουργώντας ένα αρνητικό προηγούμενο για τη δημόσια διοίκηση. Για την υπέρβαση αυτής της κατάστασης, πρότεινε αλλαγές σε τρία επίπεδα: τη συνταγματική αναθεώρηση, την αντιμετώπιση της δημόσιας διοίκησης ως ενιαίο λειτουργικό σύνολο και τον εξορθολογισμό του gov.gr. Τόνισε ότι η τεχνολογία δεν πρέπει απλώς να ψηφιοποιεί τη γραφειοκρατία, αλλά να βοηθά ουσιαστικά τους πολίτες στην ψηφιακή τους διάδραση με το δημόσιο, ιδίως σε κρίσιμα ζητήματα όπως τα συνταξιοδοτικά.

Όλη η ομιλία

Κυρίες και κύριοι
Είναι παράδοξο αλλά όποιος προσφεύγει σε παλαιά αρχεία, συγγράμματα, πονήματα, άρθρα, μονογραφίες ή σε πολιτικές ρητορείες κλπ. για τη διαχρονική εξέλιξη των λειτουργιών του κράτους μας, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, θα εκπλαγεί με τις ολόιδιες κριτικές, τότε και σήμερα, με τα ίδια φιλιππικά κατηγορητήρια, με τις ίδιες ορολογίες, και με τις ίδιες διαπρύσιες “αγωνίες”.

Η νοοτροπία, η ποιότητα, οι πρακτικές, οι συμπεριφορές και οι εξαρτήσεις στο χώρο των κρατικών λειτουργιών παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες, αμετακίνητες και αμετάθετες μέσα στο ασάλευτο χρόνο της ελληνικής Διοίκησης. Μια πρώτη ερμηνεία ίσως να ήταν το δύσκαμπτο πνεύμα που κυριάρχησε και καθοδήγησε και καθοδηγεί το ελληνικό κράτος από γεννησιμιού του. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.

Ο ρόλος του πολιτικού συστήματος

Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μου εμπιστεύτηκε το Υπουργείο Οικονομικών, πριν 32 χρόνια, κατέληξα ότι οποιαδήποτε βελτίωση των δημοσιονομικών δεν μπορεί να προκύψει μέσα από σύνθετους συλλογισμούς ή ως απόσταγμα χρήσιμων εμπειριών. Διέγνωσα ότι το ελληνικό κράτος λειτουργούσε με λάθος «εργοστασιακές ρυθμίσεις», ότι το πρόβλημα ήταν κατ’ εξοχήν πολιτικής φύσεως.

Το δημοσιονομικό πρόβλημα που είχαμε κληθεί ως κυβέρνηση να αντιμετωπίσουμε δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος. Αυτά ήταν απόρροια της λειτουργίας ενός πολιτικού συστήματος καταδικασμένου να παράγει τέτοιου είδους προβλήματα. Ήταν, ας μου επιτρέψετε να το χαρακτηρίσω έτσι, μια φοβερή αποκάλυψη.

Το δημοσιονομικό μας πρόβλημα είναι το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα!!

Αυτό το σύστημα που καλλιεργεί τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού.
Αυτό το σύστημα είναι που παράγει διαρκώς δαπάνες χωρίς συγκεκριμένη στόχευση, απλά και μόνο για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του.
Αυτό το σύστημα είναι που σε κάθε του βήμα ασχολείται μόνο με το περιβόητο πολιτικό κόστος και τις δημοσκοπήσεις, που είναι έργο του λαϊκισμού και του κυνηγητού των εντυπώσεων, που όχι μόνο δημιουργεί τα ελλείμματα και το χρέος αλλά θεωρεί την αντιμετώπισή τους ως απειλή της ύπαρξής του.
Αυτή η πατερναλιστική αντίληψη του πολιτικού συστήματος είναι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.
Αλλά, εν συνεχεία, ως Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης ασχολήθηκα με τη λειτουργία του κράτους και προσπάθησα να αντιληφθώ την παθογένεια της Κρατικής Διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης και των Δημοσίων Οργανισμών.
Και εδώ προσπάθησα να αντιμετωπίσω το πρόβλημα με εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, όπως έπραξαν και άλλοι Υπουργοί πριν και μετά από μένα.
Στην πορεία του χρόνου τις περισσότερες αφυδάτωνε η πολιτική ιδιοτέλεια, η αδράνεια, η ασυνέχεια και η αδιαφορία. Τα ίδια ακριβώς και στο Υπουργείο Υγείας.

Το συμπέρασμά μου από όλα αυτά είναι το εξής:
Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που από την εθνική ανεξαρτησία μέχρι σήμερα θεωρεί τους μηχανισμούς διοίκησης του κράτους ως δεξαμενή ψηφοφορικής πελατείας για την αναπαραγωγή του.
Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που καταρράκωσε την αξιοπρέπεια και πολτοποιεί τις συνειδήσεις πολλών γενεών ελληνοπαίδων.
Είναι αυτό το οποίο εξοβέλισε και συνεχίζει να εξοβελίζει κάθε έννοια αξιοκρατίας, που ενθαρρύνει τη μη ουσιαστική αξιολόγηση του παραγόμενου έργου σε όλες τις κρατικές λειτουργίες, την οποία έχει υποκαταστήσει με την κομματική αξιολόγηση και υποταγή, συνθλίβοντας ακόμη και άξιους υπαλλήλους.
Είναι αυτό το πολιτικό σύστημα που δόλια δεν θέλει να αντιληφθεί ότι η συνταγματική μονιμότητα θεσπίστηκε υπέρ της Δημόσιας Διοίκησης και όχι υπέρ του δημοσίου υπαλλήλου, για να μένει ανεξέλεγκτος και ατιμώρητος.
Είναι τέλος αυτό που έχει υιοθετήσει παρωχημένες ιδέες, που αναγόρευσε τον εκσυγχρονισμό της χώρας βασικό του ιδεολογικό εχθρό και έγινε έρμαιο των δυνάμεων της καθήλωσης και του αναχρονισμού.

Κυρίες και κύριοι,
Όλο αυτό το κατηγορητήριο κατά του πολιτικού μας συστήματος απαιτεί όμως εκ μέρους μου τρεις σοβαρές διευκρινίσεις:
Πρώτον ήμουν και εγώ μέρος αυτού του συστήματος και άρα συνυπεύθυνος.
Δεύτερον δεν επιδιώκω την πλήρη απαξίωση του, ούτε ακυρώνω τα επιτεύγματα του από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Απαξίωση άλλωστε δεν είναι η κριτική του, όσο σκληρή κι αν είναι.
Απαξίωση είναι η ανοχή και η σύμπραξη στα συνεχιζόμενα ανομήματα του.

Και τρίτον, μίλησα σκληρά γιατί νιώθω ότι στην ουσία μίλησα για τον αμφιλεγόμενο πολιτισμό μας.
Για τους θεσμούς μας, ορατούς ή αφανείς, δηλαδή για τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι πολίτες και οι εκπρόσωποί τους.
Για τούς κανόνες αυτοπεριορεσμού στην λειτουργία του που ενώ το ίδιο θέσπισε είναι το ίδιο που κυνικά τους περιφρονεί και τους παραβιάζει.

Προτεραιότητα η αναθέσμιση της χώρας

Επισημαίνω λοιπόν με έμφαση και με πάθος τις αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος γιατί στην όποια ιεράρχηση των πολλών προβλημάτων της χώρας θεωρώ πρώτη προτεραιότητα και αναγκαίο πρόκριμα την αναμόρφωσή του.

Θα μπορούσε κανείς να προτείνει μία διαφορετική ιεράρχηση. Για παράδειγμα να θέσει ως πρώτη προτεραιότητα όχι την μεταρρύθμιση των πολιτικών θεσμών αλλά τη δημογραφική κατάρρευση της χώρας ή την πάσχουσα Οικονομία ή τις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες ή την υπό αμφισβήτηση Δικαιοσύνη ή την Παιδεία, την Διοίκηση ακόμα και τη Διεθνή θέση της χώρας.

Θα διαφωνούσα, γιατί θα ήταν ματαιοπονία.
Και τούτο όχι διότι αμφισβητώ την οξύτητα αυτών και πολλών άλλων υπαρκτών προβλημάτων και αδιεξόδων, αλλά επειδή προέχει το μείζον και θεμελιακό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, το οποίο μολύνει και εκφυλίζει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
Η εμπειρία μας έδειξε ότι οι “νησίδες αρετής” μέσα σε ένα διαβρωμένο σύστημα δεν επιβιώνουν όταν ο μολυντής παροικεί και καραδοκεί γύρω γύρω από αυτές.

Η προσεχής συνταγματική αναθεώρηση είναι η μεγάλη ευκαιρία να συναντηθούμε με τις συνταγματικές προκλήσεις του σήμερα.
Να συναντηθούμε με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν και διαπλάθουν οι άτεγκτες νέες συνθήκες και οι παγκόσμιοι άνεμοι των φλογισμένων και συντάραχων καιρών.
Όλα τα προβλήματα μας απαιτούν σε πρώτη άλλα και σε τελευταία ανάλυση πολιτική αντιμετώπιση.

Δεν χωρούν μπροστά στην άφευκτη εθνική ανάγκη πολιτικές πονηρίες, άγονοι “συνταγματισμοί”, συνταγματικοί πατερναλισμοί και λεκτικές ακραβασίες με σκοπό να αποτραπεί μια ουσιαστικη συνταγματική αναθεώρηση και αντ’ αυτού να περιοριστεί σε μικρές και παραπλανητικές συνταγματικές μικροδιευθετήσεις.

Άκαρπη χρεοκοπία

Κυρίες και κύριοι,

Η χώρα μας στο προβλεπτό μέλλον θα περάσει ξανά δύσκολα χρόνια.
Για να αντέξει θα πρέπει να υιοθετηθούν από την ελληνική κοινωνία μεγάλες πειθαρχίες και ισχυρή αυτογνωσία για να αναστήσει μία ανταγωνιστική και παραγωγική οικονομία.
Η σημερινή χαμηλή πολιτική διαχείριση, και οι ανεύθυνες πρακτικές και συμπεριφορές διαφόρων ελίτ της χώρας, είναι αποθαρρυντική.
Η ελληνική κοινωνία αποκαμωμένη έχει εξαντλήσει από την εποχή της χρεοκοπίας και τις τελευταίες ψυχικές αντοχές της για την υποστήριξη ρεαλιστικών πολιτικών ζώντας μέσα σε ένα κλίμα συνεχιζόμενου νοσηρού, τυφλού και χαμηλού επιπέδου πολιτικού ανταγωνισμού.
Η χρεοκοπία της χώρας δυστυχώς δεν δίδαξε τη αναμενόμενη αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία, ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στο λαό μας και απέβη άκαρπη.
Οι υπάρχοντες ατροφικοί και δηλητηριασμένοι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να μετασχηματίσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις που καθηλώνουν την κοινωνία.
Για αυτό η χώρα έχει ανάγκη από μια συνετή μεν αλλά αποφασιστική αναθέσμιση των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών τώρα, πριν κακοφορμίσει περισσότερο και εκμετρήσει το ζην το πολιτικό μας σύστημα και πριν προλάβει να διαπεράσει την κοινωνία μας ο τυφλός μηδενισμός, η γενικευμένη παραίτηση και η καθολική απόρριψη συστημάτων και θεσμών.
Γι’ αυτό τον λόγο η όποια μεγάλη μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει από τον Βασικό θεσμό, δηλαδή το Κράτος.
Αυτό εξάλλου είχαμε τονίσει με τον έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Σωτηρέλη- του οποίου τις απόψεις εκτιμώ ιδιαίτερα – με αναλυτικές κοινές προτάσεις στον Τύπο από το 2013, που ένα μεγάλο μέρος επαναφέρω.

Συγκεκριμένες προτάσεις
Κυρίες και κύριοι,
Η πρώτη πρόταση που θεωρώ ότι θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις ώστε να ξεκολλήσουμε από το τέλμα στο οποίο οδηγήθηκε ο μεταπολιτευτικός κοινοβουλευτισμός είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας που διαταράχθηκε με την αναθεώρηση του 1986, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε πλήρη αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και σε υπέρμετρη σώρευση εξουσίας στον Πρωθυπουργό.

Έκτοτε κυριάρχησε ένα ετεροβαρές και άκρως προβληματικό και επικίνδυνα κυριαρχικό πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο, χωρίς αντισώματα, θεσμικά αντίβαρα, ελέγχους και ισορροπίες, με κύρια χαρακτηριστικά την πολιτική υποβάθμιση της Βουλής, τις αυθαιρεσίες και τον ακραίο συγκεντρωτισμό, με την μεταφορά επιλεκτικά σημαντικών πολιτικών αποφάσεων από τα Υπουργεία στο γραφείο του Πρωθυπουργού.

Απαιτείται λοιπόν μία θαρραλέα και ριζοσπαστική αντιπαράθεση με όλες τις παθογένειες του ισχύοντος κοινοβουλευτικού κακέκτυπου, με όλες τις κακοήθεις στρεβλώσεις των θεσμών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το σημερινό, κλυδωνιζόμενο οικοδόμημα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Πρόεδρος Δημοκρατίας

-Θεωρώ ότι η ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας ως την πρωτεύουσα πρωτοβουλία.
Δεν υποστηρίζω προς την κατεύθυνση αυτή την καθιέρωση ενός προεδρικού συστήματος όπως αυτό ισχύει στις ΗΠΑ ή στην Κύπρο.
Ούτως ή άλλως είναι ανυπέρβλητο κώλυμα η συνταγματική απαγόρευση της αλλαγής της μορφής του σημερινού πολιτεύματος από Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία σε Προεδρική Δημοκρατία.
Πέρα απ’ αυτό, όμως, το Προεδρικό σύστημα είναι εντελώς έξω από την δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση.

Αυτό πρακτικά σημαίνει το εξής:

– επαναφορά σχεδόν του συνόλου των αρμοδιοτήτων που διέθετε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με το Σύνταγμα του 1975, χωρίς τις ελάχιστες πραγματικές υπερεξουσίες και με κάποιες ακόμη εξαιρέσεις ή αλλαγές που θα μπορούσε να συζητηθούν αν και όταν φτάσει η ώρα αλλά και κάποιες προσθήκες, όπως ενδεικτικά η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και των Ανεξάρτητων Αρχών, έπειτα από πρόταση πολλαπλάσιου αριθμού υποψηφίων από την παρακάτω προτεινόμενη Γερουσία.

– εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία των ψηφισάντων.
Η εκλογή αυτή θα γίνεται κάθε 5 χρόνια, ένα μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα γίνονται επίσης κάθε 5 χρόνια.
Η άμεση εκλογή ισχύει σε πολλές χώρες με το ίδιο μ’εμάς
πολίτευμα, όπως ενδεικτικά, στην Πορτογαλία την Αυστρία, την Ιρλανδία και τη Φινλανδία, όπου και ευδοκιμεί ακωλύτως.

Δευτεροβάθμιο νομοθετικό σώμα

Η θεσμική ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας θα μπορούσε να συνδυαστεί με την καθιέρωση Γερουσίας ως Δευτεροβάθμιο Νομοθετικό Σώμα, με 50 αιρετά από τον λαό μέλη και αντίστοιχη μείωση της Βουλής στα 250 και με αρμοδιότητες αφενός μεν νομοθετικές και ελεγκτικές, αφετέρου δε εγγυητικές και μετριαστικές, καθώς και αρμοδιότητες όπως η δεύτερη ανάγνωση και δυνατότητα αναπομπής νομοσχεδίων στη Βουλή.

Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι η Γερουσία, σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, έχει ως μέλη της και εκπροσώπους από τις Περιφέρειες και από κορυφαίους Κοινωνικούς και Επιστημονικούς θεσμούς, κάτι το οποίο θα μπορούσε να συζητηθεί και εδώ.

Η καθιέρωση Γερουσίας θα προσθέσει πολιτική ωριμότητα και θεσμικό βάθος στη νομοθετική λειτουργία ενώ παράλληλα θα αποτελέσει ένα επιπλέον στοιχείο ισορροπίας και σταθερότητας στην λειτουργία των θεσμών και ένα σοβαρό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην Κυβέρνηση, η οποία έχει τη νομοθετική πρωτοβουλία.

Θα μπορεί έτσι να αποτραπούν ανήθικες, χαριστικές, φωτογραφικές και προδήλως αντισυνταγματικές νομοθετήσεις από την Βουλή, οι οποίες κλόνισαν και κλονίζουν βαριά την αξιοπιστία του κοινοβουλευτισμού. Χαρακτηριστικά, όπως οι σκανδαλώδεις μετατροπή, συνήθως νύκτωρ, βαρύτατων κακουργημάτων σε απλά πλημμελήματα καθώς και η διαγραφή υψηλών προστίμων μεγαλόσχημων ατόμων και επιχειρήσεων που καταλογίστηκαν για βαρύτατες παραβάσεις του ποινικού κώδικά και εν γένει της νομοθεσίας. Εις το αμάρτημα αυτό υπέπεσαν διαχρονικά, δυστυχώς, και τα τρία μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα .

Δεν είναι άγνωστος ο θεσμός της Γερουσίας στην Ελλάδα. Η τελευταία φορά καθιερώθηκε το 1927 και λειτούργησε επιτυχώς μέχρι το 1935, όπου καταργήθηκε, όπως ήταν “φυσικό”, με την παλινόρθωση της Βασιλείας από το Γεώργιο Β’.

Στο σημείο αυτό θέλω, επανερχόμενος, να διευκρινίσω ότι όλες οι παραπάνω προτάσεις προσβλέπουν όχι σε έναν πατερναλιστή Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά σε ένα ισχυρό και διακριτό πόλο της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος θα έχει την συνταγματική αλλά και την δημοκρατική νομιμοποίηση να αναλαμβάνει, σε συνεργασία και με την προτεινόμενη Γερουσία, κομβικές για την ισορροπία του πολιτικού συστήματος θεσμικές πρωτοβουλίες.

Με μία τέτοια νέα συνταγματική διαρρύθμιση είναι προφανές ότι το πολιτικό τοπίο αναδιατάσσεται, η πολιτική ζωή αναπροσανατολίζεται, οι πολιτικοί συσχετισμοί αναδιαμορφώνονται.

Ως εκ τούτου το πολιτικό σύστημα θα μπορούσε επιπλέον να κινηθεί ευχερέστερα προς την καθιέρωση αναλογικότερου εκλογικού συστήματος, με την πρόβλεψη και κάποιων επί πλέον ασφαλιστικών δικλείδων κυβερνησιμότητας, όπως η άρση του πολιτικά και συνταγματικά απαράδεκτου αποκλεισμού του συνασπισμού κομμάτων από το μπόνους του πρώτου κόμματος, ώστε να διευκολύνονται έτσι οι κυβερνητικές συνεργασίες.

Κυρίως και πάνω από όλα το οποίο εκλογικό σύστημα επιλεγεί, επιβάλλεται να συνδυαστεί με την λυτρωτική κατάργηση του σταυρού προτίμησης που αποτελεί, για ενάμιση και πλέον αιώνα, την πιο βαθιά ρίζα της πελατειακής συναλλαγής, της υποταγής και εξάρτησης κομμάτων και πολιτικών από διάφορα ποικιλώνυμα συμφέροντα, και τον εκφυλισμό εν γένει των θεσμών και των λειτουργιών του κράτους.

Τα όρια, κυρίες και κύριοι, της πολιτικής είναι η ηθική. Πέραν τούτου είναι ύβρις, κατά την αρχαιοελληνική έννοια.

Επίσης, πρέπει να διευρυνθεί ο χρόνος της τελικής διαβούλευσης του Προέδρου της Δημοκρατίας με τα κόμματα μετά τις διερευνητικές εντολές για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας.

Με την επιφύλαξη μίας ενδεχόμενης πληθώρας καταχρηστικών ποινικών διώξεων υπουργών, η αρμοδιότητα άσκησης δίωξης και παραπομπής των υπουργών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ’, αν τελικά προχωρήσει, πρέπει να την αναλάβει, αντί της Βουλής, εξ ολοκλήρου και μόνο η πολυάριθμη Ολομέλεια Εφετών Αθηνών, η οποία παρέχει προς κάθε κατεύθυνση όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις.

Αν δε σε όλες αυτές τις αλλαγές προστεθεί και η τροποποίηση του συστήματος χρηματοδότησης κομμάτων καθώς και η συνταγματική υποχρέωση των κομμάτων να εισάγουν κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας και κυρίως υποχρεωτικές δημοκρατικές διαδικασίες για την επιλογή των υποψηφίων, θα έχουμε ένα πρώτο περίγραμμα μιας ριζικής συνταγματικής τομής η οποία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το νέο σημείο εκκίνησης για την πολιτική και θεσμική ανάταξη του τόπου.

Αλλά επί πλέον θα δοθεί η δυνατότητα να απελευθερωθούν πολιτικά και να νομοθετηθούν και στην Ελλάδα μια σειρά κρίσιμων και συνεχώς αναβαλλόμενων πρωτοβουλιών για μία σύγχρονη οργάνωση του Κράτους όπως στρατηγικός χαρακτήρας των υπουργείων με αρμοδιότητες αποκλειστικά τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών.

Όλες οι εκτελεστικές αρμοδιότητες των υπουργείων θα μεταφερθούν στους Δήμους και στις Περιφέρειες, όχι βεβαίως με την σημερινή τους μορφή.

Για την στελέχωση των νέων υπουργείων θα απαιτηθεί αποκλειστικά πλέον ένας πολύ περιορισμένος αριθμός επιτελικών υπαλλήλων, εξειδικευμένων, με υψηλά προσόντα και φυσικά υψηλόμισθων.

Θέλουμε μια Διοίκηση που δεν θα διοικεί μόνο τον εαυτό της αλλά την ανάπτυξη της χώρας.
Με τα νέα αυτά Υπουργεία είναι καιρός να καταργηθεί και η ξεπερασμένη παραδοσιακή διάρθρωση σε διευθύνσεις και τμήματα και να λειτουργήσουν νέες ευέλικτες δομές όπως Ομάδες Διοίκησης Έργου, Ομάδες Παραγωγής Πολιτικής και εξειδικευμένα ελεγκτικά σώματα, καθώς και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων ολικής ποιότητας.

Επίσης, να μετασχηματιστεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, από απολίθωμα της Βαυαρικής εποχής, σε μια ισχυρή και εξοπλισμένη με δικαστικές εγγυήσεις Ανεξάρτητη Αρχή, που θα διεξαγάγει ουσιαστικούς ελέγχους όλων των οικονομικών δράσεων και όλου του Δημόσιου χώρου από εξειδικευμένα πλέον στελέχη όλων των ειδικοτήτων, ώστε να μην περιορίζεται σε τυπολατρικούς ελέγχους νομιμότητας.
Να υιοθετηθούν τα πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας του αναμορφωμένου Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ε.Ε. και άλλων χωρών της Ευρώπης.
Επίλογος

Κυρίες και κύριοι,
Επιθυμώ να κλείσω με μία πολιτική επισήμανση.
Η σημερινή εκδήλωση είναι πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Σοσιαλδημοκρατίας και ευχαριστώ τον αγαπημένο μου φίλο Νίκο Χριστοδουλάκη για την τιμητική επιλογή μου ως κεντρικού ομιλητή.

Το καθήκον σήμερα μιας σύγχρονης Ελληνικής Ριζοσπαστικής Σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην υπεράσπιση της αυτονόητης αντίληψης για τον εξανθρωπισμό του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε φυσικά μόνο στην εισαγωγή νέων τεχνικών για την αναδιανομή του εισοδήματος και την περαιτέρω ανάπτυξη του Κράτους Πρόνοιας.
Αυτά συνιστούν ήδη ενεργό πολιτικό και ιστορικό κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ, εμπεδωμένο στην συνείδηση του λαού μας, που κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει, ώστε να χρειάζεται να πειστεί ο ήδη πεπεισμένος λαός περί αυτού.
Το πρωταρχικό καθήκον ενός ελληνικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος σήμερα είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα την θεσμική ανανέωση της χώρας.

Αυτό είναι το αναγκαίο βήμα προκειμένου να ενεργοποιηθεί ξανά η ελληνική κοινωνία, να αναγεννηθεί η ελπίδα στη χώρα αλλά πιστεύω ότι έτσι θα αναδειχθεί ξανά και το Κίνημα, ως μια συνεχής μεταρρυθμιστική δύναμη όπως ήταν πάντα.
Κατανοώ ότι όλα αυτά δεν είναι εύκολα στην πραγμάτωσή τους. Αλλά και όλοι μας αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να ανακοπεί η καλπάζουσα αποδιάρθρωση της χώρας μας και η εξαέρωση του θεσμικού μας κεφαλαίου και όχι μόνο.
Πολύ περισσότερο όταν σήμερα κυριαρχεί, εδώ και σ’ όλον τον κόσμο, ένας τύπος “Ηγεσίας” που μπορεί να κερδίζει εντυπώσεις αλλά χάνει τις συνειδήσεις.
Δημοκόπους και παραμυθάδες η εποχή έχει πολλούς, αλλά δυστυχώς οι άγρυπνες συνειδήσεις φαίνεται ακόμα να κρυφοφεύγουν.
Αυτό ακριβώς ζητά η “αντρίκια” ή ομορφιά της εποχής μας. Τους αμέριμνους παραμυθάδες να αποβάλει. Αυτό όμως απαιτεί, πολιτικό σθένος και αρχές που καθοδηγούν και εμπνέουν.
Μα πάνω απ’ όλα πίστη που ορίζει ένα σκοπό.

Σας ευχαριστώ