Η κυβέρνηση παρουσίασε (20/1) τον απολογισμό 2025 και τον προγραμματισμό του κυβερνητικού έργου 2026. Πράγματι, η τομή είναι σημαντικά σε σχέση με τα ισχύοντα για την κυβερνητική λειτουργία έως το 2009. Δεν επικρατούσε ένα σαφές και αναλυτικό σχέδιο κυβερνητικών στόχων εξειδικευμένο ανά υπουργείο, αφού ως βασικές κατευθύνσεις είχαν τις γενικόλογες προεκλογικές διακηρύξεις. Ταυτόχρονα, ο πυρήνας της κυβέρνησης (“core executive”, το “Μαξίμου”) στην πραγματικότητα έδινε υπερβάλλουσα σημασία στις πολιτικές πρακτικές και την επικοινωνιακή διαχείριση των δημοσίων ζητημάτων, χωρίς να έχει την απαραίτητη τεχνοκρατική και διοικητική υποδομή για να παρακολουθεί και να συντονίζει την πραγματική εφαρμογή των πολιτών.
Το πάθημα της κρίσης άφησε τουλάχιστον ένα ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα. Την εδραίωση διαδικασιών συντονισμού, την θεσμική και διοικητική ενίσχυση της Προεδρίας της Κυβέρνησης, αλλά και ένα νέο παράδειγμα για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών. Τα Ενοποιημένα Σχέδια Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚΥΠ), αλλά και το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο και ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός, τεκμηριώνουν το νέο modus operandi της κυβέρνησης.
Ωστόσο, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα ΕΣΚΥΠ κατά τρόπο αποστειρωμένο από την κοινωνική πραγματικότητα και τις δημοκρατικές διαδικασίες (λες και πρόκειται για εταιρική διακυβέρνηση), ενώ θα έπρεπε να είναι απολύτως συνυφασμένα με τις απαιτήσεις λογοδοσίας και αντιπροσώπευσης. Δεν είναι αποδεκτό η συζήτηση να εξαντλείται σε μια συνέντευξη τύπου, χωρίς παράλληλα να δίνεται η δυνατότητα για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, έστω σε επίπεδο μιας Επιτροπής της Βουλής (καλή αφορμή για την καθεύδουσα αντιπολίτευση). Τα ΕΣΚΥΠ έχουν περιορισμένη ευρύτερη νομιμοποίηση, καθώς δεν είναι σαφές πώς προσδιορίστηκαν οι συγκεκριμένοι στόχοι. Κάποιοι προέρχονται από την “έκθεση Πισσαρίδη”, άλλοι απορρέουν από την συμμετοχή μας στον συντονισμό των πολιτικών στην ΕΕ ή τους στόχους βιωσιμότητας των Ηνωμένων Εθνών.
Ωστόσο, δεν υπάρχει μια θεσμοθετημένη διαδικασία διαβούλευσης πέραν των συλλογικών οργάνων της κυβέρνησης με τους βασικούς κοινωνικούς εταίρους. Έτσι, η κυβέρνηση σπεύδει να επιλύσει ζητήματα εκτός προγραμματισμού τα οποία εγείρονται ως άλλοι δράκοι (τρένα, ΟΠΕΚΕΠΕ, στεγαστικό, αγροτικό, FIR). Ταυτόχρονα, στα μείζονα ζητήματα της σύγκλισης προς τους ευρωπαϊκούς δείκτες ευημερίας γίνεται μια επιλογή συχνά ερήμην των πραγματικών απαιτήσεων και προσδοκιών της κοινωνίας.
Για παράδειγμα, το γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμη αναπληρώσει τα επίπεδα εισοδημάτων του 2007 δεν μπορεί να αποτελεί μια υποσημείωση στον κυβερνητικό προγραμματισμό, ενώ η ακρίβεια υποσκάπτει την ήδη χαμηλή αγοραστική δύναμη.
Καταλήγοντας, δεν χρειάζεται να γυρίσουμε σε εποχές “δημοκρατικού προγραμματισμού”, αλλά να συνδέσουμε χρήσιμα εργαλεία για τον κυβερνητικό προγραμματισμό και συντονισμό με τις υψηλές απαιτήσεις λογοδοσίας και αντιπροσώπευσης. Πρέπει να προσαρμοστεί αντιστοίχως το κοινοβούλιο για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του κυβερνητικού έργου συνολικά, ενώ οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποκτήσουν έναν πιο ουσιαστικό ρόλο ανά υπουργικό χαρτοφυλάκιο.
Για να το πω απλά, η κυβέρνηση πρέπει να ανασχεδιάσει τα ΕΣΚΥΠ κατά τρόπο παρόμοιο με το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο” σε χρόνο και διαδικασίες. Αυτό θα επιτρέψει την συστηματική καταγραφή των δημοσίων προβλημάτων και των βασικών δεδομένων, την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων και τη διερεύνηση των διαθέσιμων οικονομικών και θεσμικών πόρων, και τον οριστικό προσδιορισμό της ετήσιας στοχοθεσίας. Η δημοσιοποίηση χρήσιμων στοιχείων και μια διάθεση αυταρέσκειας τελικά δεν ευνοούν την “ιδιοκτησία” και την πραγματική στήριξη στόχων πολιτικής από τους πολίτες. Αυτό το νέο modus operandi πρέπει, λοιπόν, να αποκτήσει καλύτερα ερείσματα νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης.
Μάνος Παπάζογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου



