Σε έναν κόσμο που μοιάζει πια εκπαιδευμένος να συγχέει την άνεση με το στυλ και θεωρεί –στρεβλά– ταυτόσημες τις έννοιες της ταχύτητας και της αξίας, ο θάνατος του Valentino Garavani προβάλλει ως μια είδηση στον αφρό των digital feeds. Είναι όμως κάτι παραπάνω από απλώς το τέλος ενός δημόσιου προσώπου. Έρχεται ως πολιτισμική ρωγμή.
Ο Ιταλός σχεδιαστής πέρασε στην αιωνιότητα βάζοντας με τον θάνατό του τελεία σε μια ολόκληρη εποχή και έναν σχεδόν ξεχασμένο τρόπο σκέψης. Πως δηλαδή η μόδα δεν είναι απλώς «περιεχόμενο» για να γεμίζει φλύαρα λογαριασμούς στα social media, αλλά μια πραγματική, αδιαπραγμάτευτη, σχεδόν ιερή τελετουργία. Με εκ των ων ουκ άνευ υλικά, εκτός από το ταλέντο, τη φαντασία και τη διορατικότητα, την πειθαρχία, την αισθητική και τη διάρκεια.

Ο Valentino μένει στην ιστορία ως ο τελευταίος αυτοκράτορας της μόδας. Αν μη τι άλλο υπερασπίστηκε τον τίτλο του ως το τέλος
Ο Valentino πέθανε το απόγευμα της 19ης Ιανουαρίου στη Ρώμη, την πόλη στην οποία έστησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 το στρατηγείο και το ορμητήριό του για να κατακτήσει τον κόσμο. Σε έναν τόπο που έχει καταγεγραμμένη στο DNA του την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο ωραίο και το αποδεκτό.
Ακούγεται ως τραγική ειρωνεία σήμερα, αλλά ο τελευταίος αυτοκράτορας της Ρώμης, όπως τον περιγράφουν οι περισσότεροι στο κατευόδιό τους αντλώντας από τον τίτλο του ντοκιμαντέρ του 2008 για τον βίο και την πολιτεία του, ήταν γέννημα θρέμμα του βιομηχανικού ιταλικού βορρά.
Η απόφασή του ωστόσο να εγκατασταθεί και να δημιουργήσει στη Ρώμη, αν και ασυνεπής στην καταγωγή του, ήταν απολύτως σύμφωνη με τη larger than life θεώρηση που ο ίδιος είχε διαμορφώσει για τη ζωή ήδη από την εφηβεία του.
Το αγόρι από τη Voghera
Η ιστορία του Valentino Clemente Ludovico Garavani, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, ξεκίνησε στη Voghera της Λομβαρδίας στις 11 Μαΐου του 1932.

Το προσωπικό, πολυτελές και απροσποίητο στιλ ήταν σήμα κατατεθέν του Valentino πριν από το ξεκίνημα της καριέρας του
Το όνομά του, δάνειο από τον θρύλο του βωβού κινηματογράφου Ροντόλφο Βαλεντίνο, προανήγγειλε μια ζωή γεμάτη δράμα και λάμψη. Ήταν μια επιλογή της μητέρας του που εκ των υστέρων θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως προοικονόμησε το μέλλον και τη σταδιοδρομία του γιου της – ο Βαλεντίνο είχε και μία μεγαλύτερη αδελφή, τη Βάντα, η οποία αργότερα απέκτησε νευραλγική θέση στον οίκο του, όπου και εργάστηκε μέχρι και τον θάνατό της από καρδιακή προσβολή το 1997.
Από παιδί ο ίδιος ένιωθε μια μαγνητική έλξη προς τον πλούτο και τη δόξα. Αλλά και προς το ωραίο – εκείνο που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως τέτοιο. Και τάχθηκε να το αναζητά ακαταπόνητος. Με το πείσμα που οι πεταλούδες ψάχνουν να πετάξουν προς το φως.
Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να αναγνωρίσει, να αποδεχτεί και να παραδεχτεί αυτή την έμφυτη τάση του. Αλλά και να καυχιέται για την επιλογή του να περιβάλει την ζωή και το έργο του με ένα για κάποιους αμφιλεγόμενο, για άλλους παλιοκαιρίσιο πέπλο λάμψης, καλοπέρασης και κυρίως ελιτισμού.
Όπως όταν το 1991 δήλωνε σε συνέντευξή του: «Πάντα με έλκυε η δόξα και ο πλούτος. Ήμουν ένα παιδί που του άρεσαν τα όμορφα πράγματα, και ήμουν πολύ τυχερός που οι γονείς μου με βοήθησαν».
Ενώ οι συνομήλικοί του έπαιζαν στους αγρούς της Λομβαρδίας, ο Valentino παρατηρούσε τις υφές των υφασμάτων στις βιτρίνες των τοπικών καταστημάτων.

Οι ιδιωτικοί χώροι του Valentino αντανακλούσαν περίφημα τη μαξιμαλιστική κοσμοθεωρία του
Σαν να προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει τους κόσμους που έβλεπε να γεννιούνται μέσα από τις υφές και διασταυρώνονταν στις ραφές των υφασμάτων. Μυήθηκε στη ραπτική από τη θεία του, ονόματι Ρόζα, και τη σχεδιάστρια Ernestina Salvadeo. Δύο γυναίκες που πάντα μνημόνευε και νοσταλγούσε.
Όπως πάντοτε ανέτρεχε στις πρώτες καθοριστικές αναμνήσεις του από τις παραστάσεις που είχε παρακολουθήσει με τους γονείς του στη La Scala του Μιλάνου.
Οι γυναίκες, καθισμένες στις παχιές βελούδινες καρέκλες φάνταζαν, όπως έλεγε, στα μάτια του με μπουκέτα από λουλούδια, σαν συστάδες από ανθισμένα γεράνια. Αυτό το τόσο χαρακτηριστικό κόκκινο του θεάτρου έμελλε πολλά χρόνια μετά να το αναδείξει στο πολύ προσωπικό και αξεπέραστο δόγμα του.
Ο Έλληνας δάσκαλος
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Valentino μετοίκησε στο Παρίσι. Η θητεία του σε ηλικία μόλις 19 ετών πλάι στον Jean Dessès (Γιάννη Δεσσέ), τον Έλληνα «μάγο» των πτυχώσεων και της μουσελίνας που έντυνε μεταξύ άλλων τη Μαρία Κάλλας και την Τίνα Ωνάση, υπήρξε καθοριστική. Εκεί έμαθε την αρχιτεκτονική του σιφόν και τη σημασία της πειθαρχίας στην κατασκευή.

Η μαθητεία του Valentino στο Παρίσι αν και έληξε άδοξα υπήρξε καθοριστική για την καριέρα του
Ωστόσο, παρά την κοσμογονία που ζούσε, δεν κατάφερε να επιβληθεί στην ανυπότακτη φύση του. Η απρονοησία του να μην ενημερώσει το τότε αφεντικό του για την απόφασή του να παρατείνει –αυτοβούλως και αυθαιρέτως– τις διακοπές του στη γαλλική Ριβιέρα, έφερε την απόλυσή του.
Δεν έμεινε βέβαια άπραγος. Το μικροσκοπικό τότε ατελιέ του φίλου του Guy Laroche λειτούργησε ως προσωρινό καταφύγιο. Όμως ο Valentino ήταν πια αποφασισμένος να μην γραπώνεται από ημίμετρα και ευκαιριακές σανίδες σωτηρίας.
Με τις ευλογίες των γονιών του και τα χρήματα που εκείνοι εξασφάλισαν από τον κοινωνικό κύκλο τους, ο Valentino είχε τη μαγιά που χρειαζόταν για να δώσει σάρκα και οστά στο πολύ προσωπικό όραμά του. Με ιδανικό σκηνικό την αιώνια πόλη. Ή αλλιώς τη διαχρονική μούσα του.

Ο Valentino πρέσβευε ότι οι γυναίκες επιθυμούν την απόλυτη ομορφιά. Τους την πρόσφερε αφειδώς
Μπορεί κάθε σπιθαμή του πρώτου του ατελιέ στη θρυλική Via Condotti να ήταν γεμάτη από τη δημιουργική σπίθα, την κεκτημένη ταχύτητα και την ορμή του να αφήσει το δικό του στίγμα στη μόδα, όμως πιθανότατα τίποτα δεν θα ήταν ίδιο στην επιχειρηματική γιγάντωση και την εδραίωση του Valentino, χωρίς την πιο σημαδιακή συνάντηση της ζωής του.
Ο στρατηγικός νους
Η γνωριμία του με τον Giancarlo Giammetti σε ένα καφέ της Via Veneto στις 31 Ιουλίου του 1960 ήταν εκείνη που όρισε τη ζωή του ίδιου αλλά και τη ρότα της ιστορίας της μόδας. Ο 18χρονος δευτεροετής φοιτητής της αρχιτεκτονικής, αν και δέκα χρόνια νεότερος του Valentino, έγινε μέσα σε ένα απόγευμα το alter ego του.

Με το alter ego του, τον αλλοτινό φοιτητή αρχιτεκτονικής Τζιανκάρλο Τζιαμέτι
Μια βόλτα με το Fiat του αλλά και οι διακοπές στο Κάπρι που συμπτωματικά είχαν κανονίσει αμφότεροι λίγες ημέρες αργότερα, τον έπεισαν να αναλάβει ασμένως τον ρόλο του στρατηγικού νου, του ανθρώπου που λειτουργούσε ως φίλτρο σε κάθε δυσκολία ώστε ο Valentino να παραμείνει δημιουργικά απερίσπαστος, αθεράπευτα ονειροπόλος και βέβαια αναπολογητικά bon vivant.
Η σχέση τους, η οποία πέρα από ερωτική στα πρώτα της χρόνια, υπήρξε φιλική, τελικά οικογενειακή και διήρκεσε δια βίου, βασίστηκε σε μια σπάνια εξίσωση: ο Valentino δημιουργούσε την ομορφιά και ο Giammetti την καθιστούσε κερδοφόρα, εξαγοράζοντας με έναν τρόπο την αθανασία της.
Rosso Valentino: Πορφυρό δόγμα
Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ανάγλυφη απόδειξη για το παραπάνω από το εμβληματικό Rosso Valentino. Το τόσο χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα που ο Ιταλός σχεδιαστής αγάπησε και επέβαλε. Αυτό που παρότι θεωρούμε πως είναι ένα, στην πραγματικότητα έχει αποτυπωθεί με 550 καταμετρημένες διαφορετικές αποχρώσεις στις δημιουργίες του.

Ο Ιταλός σχεδιαστής με τις αγαπημένες του μοδίστρες που δαπανούσαν ακόμα και 1.500 εργατοώρες δουλειάς στο χέρι για να δώσουν ζωή στις δημιουργίες του
Για τον Valentino, το κόκκινο χρώμα έγινε η υπογραφή του, μια δήλωση που έκανε τις γυναίκες να υπερισχύουν στον χώρο. Όπως έλεγε συχνά, οι γυναίκες θέλουν πάνω από όλα να είναι όμορφες, και εκείνος τους πρόσφερε τη δική του ερμηνεία για την ομορφιά. Αφειδώς και μαξιμαλιστικά. «Μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα δεν μπορεί παρά να είναι πάντα υπέροχη», συνήθιζε να λέει.
Το έκανε μάλιστα ακόμα κι αν χρειάζονταν κατά μέσο όρο 600 ώρες για τη δημιουργία ενός φορέματος, ενώ για τα πιο περίτεχνα και περίπλοκα σχέδιά του με τα κεντήματα και τις δαντέλες οι αγαπημένες του μοδίστρες μπορεί να δαπανούσαν ακόμα 1.500 εργατοώρες.
Ένα νυφικό για την Jackie O
Παρά βέβαια το πάθος του για το κόκκινο που ως άλλο αίμα έμοιαζε να τροφοδοτεί με ζωή τις αρτηρίες του δημιουργικού οργανισμού του και που πάντα είχε εμφατική θέση στις συλλογές του, το 1968 ο Valentino αποφάσισε να αποτίνει σπονδή στο λευκό.

Φωτογραφημένος τη δεκαετία του ’70 από τον Άντι Γουόρχολ
Ενώ ο κόσμος δονούνταν από το πνεύμα της αλλαγής, της αμφισβήτησης και της αναθεώρησης, εκείνος αποφάσισε να κινηθεί αντίθετα στο ρεύμα και να παρουσιάσει τη θρυλική σήμερα Collezione Bianca. Ήταν μια δήλωση αριστοκρατικής σιωπής – ή τουλάχιστον έτσι χαρακτηρίστηκε πολλά χρόνια μετά.
Η Jackie Kennedy, μια από τις πιο φανατικές θιασώτριές του μαζί με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τη Σοφία Λόρεν, επέλεξε μάλιστα ένα δαντελένιο ιβουάρ φόρεμα από τη συγκεκριμένη συλλογή για τον γάμο της με τον Αριστοτέλη Ωνάση στον Σκορπιό. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε ντύσει το πένθος της για τη δολοφονία του JFK και πάλι με δημιουργίες Valentino. Ο Ιταλός σχεδιαστής ήταν πια σάρκα από τη σάρκα του παγκόσμιου jet set.

Το φόρεμα που σχεδίασε για το γάμο της Τζάκι Ο με τον Αριστοτέλη Ωνάση το 1968 παραμένει εμβληματικό έως σήμερα
Το 1979 η Farah Diba πρωταγωνίστησε στον μάλλον πιο κομψό διωγμό της ιστορίας, επιλέγοντας μια δημιουργία του Valentino για να ακολουθήσει τον σύζυγό της Mohamed Pahlavi στον μακρύ δρόμο της εξορίας μακριά από το Ιράν.
Ο bon vivant πίσω από τον μύθο
Φρόντιζε ο ίδιος να δίνει το «καλό παράδειγμα» για το πώς έπρεπε όχι να φαίνεται αλλά να είναι μια κοσμοπολίτικη, τρυφηλή καθημερινότητα. Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζει ή να απαρνείται τις μικρές χαρές της ζωής, τις οποίες βέβαια απολάμβανε με τον δικό του, élevé τρόπο.

Στο Γκσάαντ ο Valentino είχε βρει έναν από τους επί γης παραδείσους του
Λάτρευε για παράδειγμα τις πένες με βασιλικό και σάλτσα ντομάτας –πάντα σερβιρισμένες σε κάποια από τις πανάκριβες συλλεκτικές πορσελάνες του–, διάβαζε πάντα πριν κοιμηθεί κάποιο βιβλίο και αγαπούσε τη μουσική. Τον Μότσαρτ, τον Παβαρότι αλλά και τη Γουίτνεϊ Χιούστον.
Ιδιαίτερη αγάπη είχε και στο μπαλέτο, για το οποίο μπορούσε να συζητά για ατελείωτες ώρες με τον καλό του φίλο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ.
Η γεωγραφία της πολυτέλειας
Η ζωή του Valentino ήταν μοιρασμένη σε σκηνικά απαράμιλλης αισθητικής: τρία σπίτια σε Ρώμη, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, μια βίλα στο Κάπρι, ένα σκάφος 48 μέτρων και το αγαπημένο του σαλέ στο Γκσάαντ. Μολονότι το μαυρισμένο δέρμα του πρόδιδε την έξη του στον μεσογειακό ήλιο, ο Ιταλός σχεδιαστής δεν αντάλλαζε με τίποτα την ηρεμία του λευκού τοπίου των ελβετικών βουνών.

Το 2008 ο Valentino αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Η ματιά και η φιλοσοφία του όμως συνέχισαν να διαπερνούν κάθετα τον οίκο που δημιούργησε το 1959
Οι χώροι όπου επέλεγε να ζει την καθημερινότητά του μπορεί σε κάποιους να έμοιαζαν φαραωνικών διαστάσεων ή υπερτροφικά πολυτελείς. Για τον ίδιο ήταν απλώς το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε όχι μόνο να αναπνέει, αλλά και να μεγαλουργεί. Πάντα συντροφιά με τους σιωπηλούς μάρτυρες της ζωής του, τα αγαπημένα του σκυλιά ράτσας παγκ.
«Όταν μπαίνεις στον κόσμο του, εισέρχεσαι στον κόσμο της πολυτέλειας· εισέρχεσαι σε έναν σπάνιο και πλούσιο, αλλά ταυτόχρονα ζεστό χώρο…», σημείωνε ο fashion editor André Leon Talley στο βιβλίο «Valentino: At the Emperor’s Table», μια ενδελεχή ματιά στην κιβωτό της ζωής του σχεδιαστή, που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Assouline.
H οικονομική αυτοκρατορία
Το ίδιο επική με την ιδιώτευσή του υπήρξε και η επιχειρηματική πορεία του οίκου του. Η πώληση στην HDP το 1998, κατόπιν στη Marzotto το 2002 και η καθοριστική εξαγορά από τη Mayhoola (συμφερόντων Κατάρ) το 2012, εκτόξευσαν την αξία του οίκου.
Το 2023, η Kering του Φρανσουά Πινό εξαγόρασε το 30% του Valentino –με option για απόκτηση του 100% των μετοχών έως το 2028–, αποτιμώντας το brand στα 5,7 δισεκατομμύρια ευρώ.

Με τα αγαπημένα του σκυλιά ράτσας παγκ
Ο Valentino αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 2008, αλλά η παρουσία του παρέμεινε ζωντανή. Κυρίως γιατί αρνούνταν να ακολουθήσει ρεύματα ή να συμβιβαστεί με τάσεις.
Παρέμεινε ένας αισιόδοξος μάγος της ομορφιάς, ένας άνθρωπος που, όπως έλεγε, δεν πέρασε ποτέ στη ζωή του από τις ατραπούς της κατάθλιψης. Η πίστη του στο ωραίο ήταν η αδιαπέραστη ασπίδα του. Γι’ αυτό και φρόντισε να χρίσει επιγόνους του δημιουργούς στους οποίους διέβλεπε την ίδια αρετή.
Η αναγέννηση του μαξιμαλισμού
Τον Μάρτιο του 2024 ο οίκος Valentino εγκαινίασε μια νέα, τολμηρή εποχή υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Alessandro Michele. Ο Michele, γνωστός για την ικανότητά του να παντρεύει το ιστορικό με το σουρεαλιστικό στοιχείο, βρήκε στο αρχείο του Valentino έναν θησαυρό που έμοιαζε να περίμενε στωικά να ανακαλυφθεί εκ νέου.

Ο Valentino με ένα από τα αξεπέραστα είδωλά του, τη θρυλική Νταϊάνα Βρίλαντ
Η πρώτη του συλλογή με τίτλο «Avant les Débuts» ήταν μια ωδή στην υπερβολή και την αριστοκρατική εκκεντρικότητα που πάντα αγαπούσε ο πατριάρχης του οίκου.
Ο Michele επανέφερε στο προσκήνιο τη δεκαετία του ’70 και του ’80, την περίοδο που ο Valentino ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος των σαλονιών της Ρώμης.
Με μια προσέγγιση που ισορροπεί μεταξύ νοσταλγίας και μοντερνισμού (ή ακόμα και φουτουρισμού), ο Michele πήρε τα κλασικά στοιχεία του οίκου —τους φιόγκους, τα βολάν, τις πέρλες— και τα μετέτρεψε σε μια νέα γλώσσα για τη γενιά Z, χωρίς όμως να θυσιάσει την ιερότητα της υψηλής ραπτικής.

Η Αν Χάθαγουεϊ έγινε μια από τις σύγχρονες μούσες του
Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία· ήταν μια επιστροφή στον δεσποτισμό της ομορφιάς, σε μια μόδα που δεν φοβάται να είναι διακοσμητική, πλούσια και προκλητικά κομψή. Ο Valentino είδε στον Michele έναν φέρελπι συνεχιστή που, αν και με διαφορετικό λεξιλόγιο, μιλούσε την ίδια γλώσσα: του απόλυτου στυλ που δεν γνωρίζει όρια.
Το αιώνιο κόκκινο
Ο Valentino Garavani δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός μόδιστρος. Περισσότερο λειτούργησε ως αρχιτέκτονας ενός ονείρου από το οποίο αρνήθηκε πεισματικά να ξυπνήσει.

Μαζί με τον Valentino φαίνεται πως τελειώνει μια ολόκληρη εποχή για τη βιομηχανία της μόδας
Για εκείνον η κομψότητα δεν ήταν μια επιλογή εμφάνισης, αλλά στάση ζωής. Σαν μια πράξη αντίστασης απέναντι στην προχειρότητα και την ευκολία του σύγχρονου κόσμου. «Μισώ την ασχήμια. Προσπαθώ να περιβάλλω τον εαυτό μου με όμορφα πράγματα», έλεγε. Άφησε πίσω του μια αυτοκρατορία δισεκατομμυρίων, αλλά η πραγματική του κληρονομιά δεν μετριέται σε ευρώ ή μετοχές της Kering.
Αποτιμάται στον ήχο που κάνει το βαρύ σατέν ύφασμα καθώς ακουμπά το μάρμαρο, στη σιωπή που επιβάλλει μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα και στην πεποίθηση πως η ομορφιά είναι τελικά τόσο σπάνια και δυσεύρετη που όταν τη συναντήσεις αξίζει να πέσεις με τα μούτρα. Και να μη σηκώσεις κεφάλι ακόμα και έπειτα από μια ολόκληρη ζωή.







