Η φράση «Μανή, Θεκέλ, Φαρές» (ή Mene, Mene, Tekel, u-Pharsin) προέρχεται από τη Βίβλο (Βιβλίο του Δανιήλ, κεφάλαιο 5) και αναφέρεται στο επεισόδιο του «Συμποσίου του Βαλτάσαρ».

Σύμφωνα με τη διήγηση, κατά τη διάρκεια ενός προκλητικού δείπνου του βασιλιά της Βαβυλώνας, εμφανίστηκε ένα απόκοσμο χέρι που έγραψε αυτές τις λέξεις στον τοίχο. Ο προφήτης Δανιήλ τις ερμήνευσε ως εξής:

Μανή: Ο Θεός μέτρησε τις ημέρες της βασιλείας σου και της έδωσε τέλος.

Θεκέλ: Ζυγίστηκες στην πλάστιγγα και βρέθηκες ελλιπής (κατώτερος των περιστάσεων).

Φαρές: Το βασίλειό σου διαμελίζεται και δίνεται στους Μήδους και τους Πέρσες.

Σύγχρονη σημασία:

Σήμερα, η έκφραση χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τα σημάδια μιας επερχόμενης καταστροφής ή την προειδοποίηση για ένα αναπόφευκτο τέλος που πλησιάζει λόγω κακών πράξεων ή ανικανότητας. Στα αγγλικά, η αντίστοιχη έκφραση είναι «the writing on the wall» (το μήνυμα στον τοίχο).«

[ ΙΑ ]

Αυτό θα συμβεί και με τον Τραμπ .Ο Δανιήλ που θα τον ειδοποιήσει για την καταστροφή δεν θα είναι ο Μακρόν αλλά η νέα γυναίκα που ούρλιαζε προχθές όταν σκότωσαν οι μπάτσοι του εν ψυχρώ την φίλη της στο Μίσιγκαν.

Στην πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ πριν έντεκα χρόνια, ξεκινώντας από την Παλαιά Διαθήκη έγραψα την «Αυτοκρατορία» που σκηνοθέτησε για το ΚΘΒΕ ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Από το βιβλίο που κυκλοφόρησε στη «Νεφέλη» αντιγράφω δύο χαρακτηριστικές περιόδους.

Αφήνω στον αναγνώστη τις συνδέσεις και τις συγκρίσεις. Διαβάζοντας ωστόσο, το κείμενό μου ξανά, πέρα από τη λεγόμενη θεατρική του οικονομία, διαπίστωσα τη θεμελιώδη σημασία των «ετεροτοπιών» μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνω το θέατρο: «καταστρέφουν από τα πριν την “τάξη”, όχι μόνον αυτή που οικοδομεί τις φράσεις, -αλλά και την λιγότερο έκδηλη που κάνει τις λέξεις και τα πράγματα (τις μεν πλάι στα δε ή απέναντί τους) να στέκονται μαζί», όπως παρατηρεί ο Φουκώ στον Πρόλογο του έργου του «Οι λέξεις και τα πράγματα».

Για να εξηγηθώ μια φορά ακόμη όχι μόνον ως προς την πολιτικά ορθή και συμβατικά συντεταγμένη ανάλυση αλλά και προς την αφελή ελληνοπρεπή νοσταλγία των βολεμένων παλιών μου φίλων. Σκέφτομαι πως ένας ακραίος λόγος διεγείρει με άλλους τρόπους την κατανόησή μας για το τι ήδη συμβαίνει και τι πρόκειται να μας βρει με «τα πράγματα». Γιατί μόνον μια διέγερση του λόγου θα μας επιτρέψει να καταλάβουμε πόσο μας υποτιμούν. Το θέλουμε;

Για άλλη μια φορά, η ερωτηματοθεσία για το τι είναι η γλώσσα βρίσκει τον τόνο της στην αντιλογία. Είναι και για μένα, καθήκον.

Αυτό προσπαθώ να περάσω μέσω του «Βήματος» που μου επιτρέπει να μεγεθύνω τον μειονοτικό μου λόγο.

Ποιός θα αμφισβητήσει ότι ανάμεσα στον ορθό λόγο καί τον θυμό υπάρχει μια γλώσσα που φανερώνει τη γυμνή εμπειρία της ζωής και που ελευθερώνει την εμπειρία αυτή ως προς τον ίδιο τον εαυτό της: το Θέατρο; Ποιός τολμά να παρακάμπτει τον Μπέκετ αλλά συγχρόνως και τον Ζενέ;

Σκηνική οδηγία

Αἴθουσα ἀνακτόρου τοῦ Βαλτάσαρ. Enormous room µέ παστάδα κατά τον τρόπο τοῦ Ντελακρουά στον πίνακα Ὁ θάνατος τοῦ Σαρδανάπαλου. Προοδευτικά µετατρέπεται στό προεδρικό γραφεῖο τοῦ Λευκοῦ Οἴκου στήν Οὐάσινγκτον, ὅπως ἡ Αὐτοκρατορία τῶν Τόνι Νέγκρι και Μάικλ Χάρντ ἐµφιλοχωρεῖ ὑπό τάς γραµµάς τοῦ Βιβλίου τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης ∆ανιήλ.

Στήν Αὐτοκρατορία ὅµως ὅλες οἱ ἰδέες ἔχουν ἡττηθεῖ. Ὅ,τι συγκρούεται εἶναι οἱ προσοµοιώσεις τοῦ τέλους τῆς Ἱστορίας. Τήν ἀντιπαράθεση Βαλτάσαρ και ∆ανιήλ –Προέδρου και χάκερ– ὑποκαθιστᾶ µία και µόνον ἰδέα, κοινή καί στά δύο πρόσωπα τοῦ ἔργου: καθένας στήνει µιά παγίδα στόν ἄλλον, δόλωµα τῆς ὁποίας εἶναι ὁ ἴ διος.

1) Η σκηνή του Αυτοκράτορα με τη μαμά

ΒΑΒΥΛΩΝΑ

Τή συνάντησή µας ὀνοµάσαµε Τρίτη τοῦ Tρόµου διότι κάθε Τρίτη συνερχόµαστε ἐδῶ, ἀπό τότε πού σέ αὐτό τό δωµάτιο καί σέ αὐτή τήν παστάδα βάτευε καί βασίλευε ὁ Ναβουχοδονόσορας, βασιλέας µου καί σύνευνός µου.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Ἀπό τότε ἀποφασίζατε ἐδῶ –στό situation room ὅπως τό ἀποκάλεσα ἐπί τῆς βασιλείας µου– ποιούς θά συντρίψετε καί σέ ποιούς θά ἀναθέσετε σατραπεῖες καί γαῖες. Τώρα, ὅλους, φίλους καί ἐχθρούς, τούς συµπεριλαµβάνω σέ ἕνα πλέγµα, µιά disposition matrix ὅπως θά ἔπρεπε νά τό ὀνοµάσω, ἄν ζοῦσα τώρα.

ΒΑΒΥΛΩΝΑ

Ἐντοπίζοντας φίλους καί ἐχθρούς στά πέρατα τῆς Γῆς, τούς συλλαµβάνεις ὁδηγώντας τους σέ φυλακές τοῦ µαλακοῦ ὑπογαστρίου τῆς Αὐτοκρατορίας, σέ ἕνα µέλλον πού εἶναι ἤδη παρόν.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Τούς βγάζω τά δόντια ὅταν ἀπολογοῦνται ὥστε νά δοκιµάζεται ἡ εὐγλωττία τους. Εἶµαι ταπεινόφρων καί δέν ξυπνῶ δίχως δυσφορία ἀπό τό παρελθόν ὅπου ἡ ρητορική τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωµάτων ἦταν ἡ τελευταία οἰκουµενική ἰδεολογία.

ΠΑΡΘΕΝΑ 2

Ἡ φιλανθρωπία ὑπῆρξε καταφύγιο ἀδυνάτων. Βασανίζουν µόνον οἱ ἰσχυροί.

ΠΑΡΘΕΝΑ – ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 1

Ὅταν ἀρχίζει τό µαρτύριο, ποπό οἱ φουκαράδες… Φτύνουν αἷµα, ντυµένοι µέ τήν πορτοκαλιά φόρµα σάν αὐτούς πού βάφουν τίς λωρίδες στήν ἄσφαλτο τῆς Εὐδαίµονος Ἀραβίας. Στά τέλη τοῦ ἔτους 120 τῆς 
Ἐγίρας, ὁ ἀέρας τῆς ἐρήµου ἦταν καθαρός. Εἶδα τότε νά καταφθάνει ἔφιππος ὁ Θεός. Ἕνας θεός ἀµετάβλητος, ἀκόµη καί ὅταν κρύβεται πίσω ἀπό τά εἴ δωλά µας. Τό Συµβούλιο πού συνοδεύει τόν βασιλέα στίς µετακινήσεις του σέ ὅλα τά ἀνάκτορα τῆς ἐπικράτειας 
εἶναι τό τριακοστό πρῶτο ἀπό κτήσεώς της. Οἱ ἱερεῖς πρότειναν γιά θεό ἕναν µόσχο.

ΠΑΡΘΕΝΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 2

Τό γνώρισµα τῶν βασιλέων εἶναι ἡ σκληρότης. Οἱ ὑπήκοοι τούς θεωροῦν ἐλεγκτές τῆς καθολικῆς πορείας τοῦ αἵµατος. Στά τεράστια ἀρδευτικά ἔργα τῆς Ἀνατολικῆς µας ∆εσποτείας κυλάει ἀνθρώπινο αἷµα.

ΠΑΡΘΕΝΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 3

Κάνουµε ἐπενδύσεις σέ αἷµα…

ΠΑΡΘΕΝΑ – ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 1

Στό µέλλον, στά ἐρευνητικά µας ἱδρύµατα, οἱ αἱµατολόγοι θά ἀποφαίνονται γιά τίς γενετικές ἀνωµαλίες τοῦ µεταλλαγµένου µας εἴ δους. Ὁ βασιλέας 
ἐπενδύει στά ἀπαραίτητα: νεκροταφεῖα καί αἷµα.

ΠΑΡΘΕΝΑ – ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 2

Φανταστεῖτε κορίτσια πώς ἀπό δυό σταγόνες αἷµα φτιάχνουν πάνω ἀπό χίλια χάµπουργκερ…

ΠΑΡΘΕΝΑ – ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 1

Μέ δεδοµένη µάλιστα τή διάπλασή µας, ἡ πλαδαρή ὕλη τῆς µετάλλαξης θά ἐκφυλίζει τά σαγόνια µας.

ΠΑΡΘΕΝΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 2

Καί ἄντε ὕστερα νά γλείψεις µολυσµένες φλύκταινες στόν λαιµό του.

ΠΑΡΘΕΝΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 3

Γιατί δέν γλείφεις καλύτερα τόν ἡράκλειο µῦ ἀνάµεσα στά σκέλια του;

ΒΑΒΥΛΩΝΑ

Ὑπάρχει, ἔλεγα, πάντα ἡ πιθανότητα νά ἐνοχοποιοῦ­νται ἀθῶοι. Κατά τήν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ βασιλέα καί σύνευνού µου, ὅταν οἱ καταδότες ἔσφαλλαν, ἀποκεφαλίζονταν πάραυτα. Τώρα, ἐσύ τούς ἐπιβραβεύεις βάσει τῆς θεωρίας σου ὅτι οἱ ἀθῶοι εἶναι δυό φόρες ἔνοχοι. Ὁπότε ρέπουν πρός τήν προδοσία, εἴτε ἀπό ἀφέλεια εἴτε ἀπό τήν ἔπαρση τῆς ἀθωότητας.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

∆έν ὑπάρχουν πλέον ἀθῶοι καί ἔνοχοι. Ἔχω διαπιστώσει ὅτι ὅλοι εἴµαστε ἐκ προοιµίου ἐγκληµατίες. Τήν Ἱστορία τή γράφει τό ἔγκληµα, ἐδῶ καί τρεῖς χιλιάδες χρόνια, ἀργότερα. Ἀλλά ἀργότερα στό παρελθόν, διότι στό µέλλον οἱ ἐγκληµατίες ἦταν οἱ καλύτεροι ἄνθρωποι…

ΒΑΒΥΛΩΝΑ

∆έν λέω, τό πραγµατικό ἔγκληµα γράφεται στά µάτια τοῦ ἀθώου σου θύµατος γδαρµένου ἀπό τά νύχια ὥς τήν κορφή. Ἀπολαµβάνεις… Ἀλλά αὐτό πού δέν µπορῶ νά καταλάβω εἶναι πῶς τά προλαβαίνεις ὅλα; Ἀπαγχονισµούς. Μεταµοσχεύσεις ὀργάνων. Κάνεις πολλές νεκροψίες τελευταῖα. Ποῦ βρίσκεις τόν χρόνο;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Αὐτό εἶναι πού µέ ἐρεθίζει… Ὁ χρόνος. Τό θύµα µου εἶναι ὁ χρόνος. Ἀπαγορεύω στόν χρόνο νά ὑπάρχει. Τροποποιῶ τό παρελθόν µέ νυστέρι ὥστε νά γίνεται µέλλον. Κοίτα πῶς πέτυχε καί ἡ τρίτη πλαστική ἐπέµβαση. Μόνος µου τακτοποιῶ τό πρόσωπό µου. Ἔτσι ἀντιλαµβάνοµαι τήν τάξη. Ἡ τάξη εἶναι θέµα χώρου. Στόν χῶρο βρίσκονται οἱ ἐχθροί. Μή φανταστεῖτε πώς ἔχω µανία καταδιώξεως. Ἀλλά κάνω πέτρα τήν καρδιά µου. Ἡ πέτρα χαρακτηρίζει τή ζωή, ὄχι ἡ καρδιά: ταφόπλακα ἡ πέτρα. Πυραµίδα, κλείδα τοῦ τρούλου τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ πέτρα δέν εἶναι ζῶο, δέν ἀγαπιέται, δέν βασανίζεται. Ἡ σαύρα πού λιάζεται πάνω στήν πέτρα εἶναι ὁ κόσµος τῆς πέτρας. Αὐτός εἶναι ὁ κόσµος µου, σαῦρες!

ΒΑΒΥΛΩΝΑ

Ὑπερβάλλεις. Ἀλλά ἄν ἔπρεπε νά ἐξαφανίσουµε ἀπό προσώπου γῆς ὅλους τούς πιθανούς ἐχθρούς µας, πρῶτοι θά ἔπρεπε νά ἐξαφανιστοῦµε ἐµεῖς.

Τά κορίτσια στά κατωπόδαρα τοῦ κρεβατιοῦ σου ἔχουν ἄλλη γνώµη; Τί λέτε, κορίτσια; Le temps passe?

(Ἡ Παρθένα – Σύμβουλος 1 ἀνακοινώνει στόν Βαλτάσαρ την άφιξη του Δανιήλ.)

2) Η σκηνή με τον προφήτη

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Κάθε πουτάνα πρέπει –µέ συγχωρεῖς, ἀλλά ἐκεῖ πού φτάσαµε ἄς µιλήσουµε σάν ἄντρας πρός ἄντρα–, κάθε πουτάνα πρέπει νά µπορεῖ νά ἀντιµετωπίζει ὁποιαδήποτε κατάσταση.

∆ΑΝΙΗΛ

Ἀφῆστε µε νά πάω νά κοιµηθῶ καί µή µοῦ προσθέτετε σκιές στά µάτια, οὔτε στάχτη στά µαλλιά. Κοιµᾶµαι σηµαίνει καταφέρνω νά κοιµηθῶ. Ὅταν τελειώνει ὁ ὕπνος, σκέφτοµαι, καί δέν θέλω νά σκέφτοµαι. Τά ἀεροπλανάκια τῶν καµικάζι ὅταν ἀπογειώνονταν δέν µποροῦσαν πλέον νά προσγειωθοῦν. Τά µπόινγκ σας πέφτουν στούς Πύργους. Πέφτω κι ἐγώ µέ τό κεφάλι. Τή συνέχεια τήν ξέρετε ἀπό τίς φωτογραφίες…

(Ὁ Βαλτάσαρ, σοβαρά.)

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Ἄκουσε, µικρέ. Ἐξάγω στό µέλλον τό πολίτευµα ὅλων τῶν πολιτευµάτων πού θά ἐπικρατήσει ἕως ὅτου τά τζιτζίκια σωπάσουν στή Μέση Ἀνατολή. Ἐγώ καθιερώνω τόν ἀρχιφασισµό. Ἐγώ καί ὄχι ἐκεῖνος ὁ παράφρων στήν πάλαι ποτέ Γερµανία. Ἀποσύρθηκα ἀπό τή Βαβυλώνα γιά νά ἐπανέλθω στήν Οὐάσινγκτον. Τό Βερολίνο µοῦ φαίνεται χωριό. ∆έν συγχωρῶ τόν ἑαυτό µου πού δακρύζει ὅταν ἐπισκέπτεται τό Μουσεῖο τῆς Περγάµου. Κλαίω µπροστά στά τείχη µας.

∆ΑΝΙΗΛ

Θά ἔχεις ἀκούσει πώς σέ κάθε ἀπόσυρση χαράζεται ξανά ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ἀποσύρθηκες. Κάτω ἀπό τόν θόλο τοῦ Κογκρέσου φτερουγίζουν τά χελιδόνια τῶν κρεµαστῶν σας κήπων.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Εἶµαι ἐπιχειρηµατίας ἐγώ. ∆έν θέλω νά ξέρω. Ζαράκιας εἶµαι. Θέλω νά λειτουργῶ καί νά κερδίζω! ∆έν µέ ἐνδιαφέρει αὐτό πού εἶµαι ἀλλά αὐτό πού ἔχω. Στόν καµπινέ σκέφτοµαι τά καλύτερα. Χέζουµε ἀλά τούρκα, µέ τήν ἀγαλλίαση τοῦ τελευταίου σουλτάνου στήν ἀλαβάστρινη χέστρα τοῦ Ντολµά Μπαχτσέ. Στήν τουαλέτα σκέφτοµαι τό δίληµµα τοῦ νά ζεῖς ἤ νά µή ζεῖς. Καγχάζω γιατί εἶµαι ἀπέθαντος. Ο Σύµβουλος 3 µέ παρακίνησε νά ἐπιχειρήσω νά πεθάνω. Φοβᾶµαι ὅµως γιατί γνωρίζω ἀπό τόν Ἀβερρόη πώς ἡ ψυχή µου πιθανόν νά ἐνσαρκωθεῖ στόν ἑπόµενο Βαλτάσαρ πού εἶµαι ἐγώ σύν αὐτός πού θά ’ρθεῖ, µαζί. Ὁπότε τί γίνεται; Θά σοῦ πῶ ἐγώ τί γίνεται. Ἐποποιία γίνεται, ἀγωνία…

(Ὁ Βαλτάσαρ, δραµατικά.)

Πές µου: ἐδῶ, τί γράφει ἐδῶ; Ἔχεις χρέος νά µοῦ τό πεῖς.Τι σημαίνει ” Μανή ,Θεκέλ,Φαρές” ;
Μήν κάνεις πώς δέν τό ξέρεις. Θά σέ γδάρω ζωντανό. Θά σέ τυλίξω σέ συρµατόπλεγµα καί θά τό βάλω στήν πρίζα.

∆ΑΝΙΗΛ

Καλά, δέν καταλαβαίνεις τή δική σου γραφή; Ἐσύ ἔστειλες τό µήνυµα στόν ἑαυτό σου γιά νά κινηθεῖ ξανά ἡ πολεµική σου µηχανή. Θέλησες µιά δικαιολογία γιά ἕναν νέο πόλεµο, πού δέν ἔχει λόγο νά γίνει. Οἱ οἰκονοµίες ἔχουν καταστραφεῖ. Οἱ κοινωνίες ἔχουν ἀποδιοργανωθεῖ. Γιατί θέλησες νά πολεµήσεις;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Γιά τόν πόλεµο καί τή φωτογένεια!

∆ΑΝΙΗΛ

Νοµίζεις πώς ξαναγίνεται ἡ ἐπιχείρηση στό Ἰράκ; Οὔτε σόκ οὔτε δέος οὔτε φωτογραφίες. Ἄδικα πήγαµε. Ὁ πατέρας σου µέ ἐνέταξε στίς εἰδικές δυνάµεις γιά νά πολεµήσω στό Ἰράκ. Μέ ἔβγαλαν σέ πρόωρη ἀποστρατεία ὅταν ἔσπασα τά δυό µου πόδια. Μέ ὁδήγησαν στόν ἀνακριτή. Μέ ἔκλεισαν γυµνό χωρίς τά γυαλιά µου. Τά ὁµοφοβικά σου ρεµάλια µέ σιχαίνονταν ἐπειδή εἶµαι ἀδελφή. Καί δέν εἶµαι ὁ µόνος…

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Γι’ αὐτό σέ κάλεσε ὁ πατέρας µου. Σέ κάλεσε γιά προσωπικό του ὀνειροκρίτη. Εἶσαι εὐαίσθητος καί τό κατάλαβε. Κι ἐγώ κατάλαβα τήν πανουργία τοῦ Θεοῦ σου: στή θέση Του ἔβαλε τό διαδίκτυο καί τή λάσπη. Ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας Του εἶναι µιά Terra Virtualis. Τό διαδίκτυο εἶναι ὁ Ἀντίχριστος. Κατάλαβα ὅµως πώς αὐτή τή δυνητική γῆ τή φτιάχνεις ἐσύ µπρός στόν ὑπολογιστή σου. Πῶς τή φτιάχνεις;

∆ΑΝΙΗΛ

Φτιάχνω ἱστοτόπους. Ἐκεῖ πού ἦταν ὁ ἄλλος, εἶµαι ἐγώ. Ὁπότε πρόσεξε: ἄν ὅλοι εἶναι συνδεδεµένοι µέ ὅλους, τότε εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά χαθεῖ. Σέ δυό µέρες ἔχω τόσες πληροφορίες γιά ὅλους ἐσᾶς, ὅσες δέν ἔχουν παραχθεῖ ἐδῶ καί τρεῖς χιλιάδες χρόνια. Ἡ Σίλικον Βάλλεϋ εἶναι ἡ Μεσοποταµία, ὅπου οἱ δισεκατοµµυριοῦχοι φιλάνθρωποι φίλοι σου ἀπολαµβάνουν χυµούς φρούτων στά τζακούζι τους καί οἱ γυναῖκες τους κόβουν προληπτικά τά βυζιά τους. Θερίζει ὁ καρκίνος. Τά δύο τρίτα τοῦ πληθυσµοῦ κυκλοφοροῦν µέ µόβ µαλλιά. Ζῶ ἀλλιῶς. Σκέφτοµαι ἀλλιῶς. Ἀλλιῶς ἀντιλαµβάνοµαι τόν ἑαυτό µου στά σάιτ. Μόνη διέξοδος στό θλιβερό µου ἐπάγγελµα εἶναι ἡ ἀλληγορία. Ἀναρτῶ ποιήµατα πού ἀπαγγέλλει ἡ Lady Gaga. Εἶναι θεά ἡ πουτάνα! Ξέρω πώς ὅ,τι γράφω στό φέισµπουκ, καταγράφεται, ὅπως κι ἐσύ ξέρεις τά δεδοµένα µου. Ἡ διαφορά µου µ’ ἐσένα εἶναι ὅτι ὁ ἠλεκτρονικός µου λαβύρινθος δέν ἔχει καµία σχέση µέ τά διχαλωτά µονοπάτια στό ὑπόγειο τοῦ ἀνακτόρου σου. Ζῶ σ’ ἕνα παρελθόν πού οὐδέποτε ὑπῆρξε. Τό προσδοκῶ σάν τό µοναδικό µου µέλλον. Γι’ αὐτό ὁ ἐνθουσιασµός µου ἀντιστρατεύεται τή µελαγχολία σου, γαλανοµάτη.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Τίς νύχτες πού περπατᾶς ἔξω ἀπό τά φωτισµένα µας κτίρια εἶσαι ὁ στόχος. Ὁ γυµνός ἄνθρωπος στή µέση τῆς Πέµπτης Λεωφόρου εἶσαι ἐσύ. ∆ύο, τρία, µάρς, σάν νά πηγαίνεις στήν παρέλαση… ∆έν µοῦ λές, πᾶς κυνήγι;

∆ΑΝΙΗΛ

Μέ σηµαδεύεις;

(Μεγάλη παύση)

Ὁ κυνηγός, µεγάλε Βασιλέα, κυνηγώντας τά θηρία εἰσέρχεται στήν περιοχή τῆς θηριωδίας. Ἕνας χάκερ ὅµως µπαίνει στήν περιοχή τῆς ἁγιότητας.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Μάθε ὅτι ὁ κίνδυνος τῆς ἀποκτήνωσης ὅταν σηµαδεύω ἀνθρώπους, δέν συγκρίνεται µέ τούς δικούς σου κινδύνους ὅταν κυνηγᾶς φαντάσµατα. Ὁπότε µή µοῦ κάνεις τόν ἔξυπνο. Σ’ αὐτή τήν ἠλεκτρονική παρτίδα ἐγώ προσθέτω καί ἀφαιρῶ τά τσιπάκια.

∆ΑΝΙΗΛ

Μετά τή φυλακή καί τά βασανιστήρια, κατάλαβα πώς ἡ γραφή καί ἡ ἀνάγνωση ἦταν µιά ἄχρηστη ἐµµονή. Πίστεψα πώς ἕνας ἀναλυτής πληροφοριῶν θά µποροῦσε νά ἀλλάξει τόν κόσµο. Ἀλλά ὁ κόσµος δέν ἀλλάζει. Παριστάνει πώς θέλει τήν ἀλλαγή, ἐνῶ ἀλλαγή δέν ὑπάρχει. Τό µετατραυµατικό στρές σέ κάνει νά νοµίζεις πώς κάτι θά ἀλλάξει.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ

Γι’ αὐτό µέ καλύπτει ἡ ∆ηµοκρατία…