Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης μπορεί να αποχώρησε από την ενεργή πολιτική ζωή το 2009, ωστόσο η παρουσία του εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά έντονη. Αλλωστε, αυτά τα δύο χρόνια δεν έμεινε με χέρια σταυρωμένα. Χάθηκε μέσα στις χειρόγραφες σημειώσεις του, θυμήθηκε και αναπόλησε, σε κάποιες κοντοστάθηκε και αναρωτήθηκε για το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι», κι έγραψε ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Λιβάνη, με τον τίτλο «Οπως τα έζησα 1961-1981».

Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, πολιτικός με οικογενειακές καταβολές ούτως ή άλλως, αφού και ο πατέρας του πολιτικός ήταν, έχει αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη Ιστορία του τόπου. Σαράντα οκτώ χρόνια καριέρας διήνυσε, η Νέα Δημοκρατία στην οποία διετέλεσε και αντιπρόεδρος ήταν σαν άλλη πατρίδα του, η Βουλή που του λείπει ήταν το άλλο σπίτι του, τα έξι υπουργεία στα οποία ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός ή υφυπουργός ήταν κομμάτια του εαυτού του. Διετέλεσε, επίσης, αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ευρωβουλευτής, προσέφερε τις γνώσεις και τις υπηρεσίες του σε επιτροπές και κοινοβουλευτικές ομάδες, συνέγραψε πολιτικές και νομικές μελέτες και ένα βιβλίο-έκπληξη για τα περιφερειακά μουσεία της Ελλάδας. Εχοντας κερδίσει πολλούς τίτλους και παράσημα με τελευταίο τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος, με τον οποίο τον τίμησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, και έχοντας αποκτήσει επίσης πολλούς πολιτικούς φίλους, αλλά και αντιπάλους και επικριτές, τώρα ανησυχεί έντονα για το αύριο της Ελλάδας.

Κύριε υπουργέ, το βιβλίο σας «Οπως τα έζησα 1961-1981» είναι μια καινούργια ματιά στα πολιτικά γεγονότα της Ελλάδας; «Μια ματιά στα γεγονότα και, όπως λέει ο τίτλος, όπως τα έζησα. Μια ματιά σε μια εποχή συγκλονιστική. Το βιβλίο στηρίζεται σε σημειώσεις που κρατούσα από τα πρώτα βήματά μου στην πολιτική, ιδίως από τις συνομιλίες μου με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Με βάση αυτές, σκέφτηκα να προσθέσω ένα λιθαράκι στην ιστοριογραφία του τόπου. Οφείλω να σας βεβαιώσω ότι περιγράφω ό,τι είδα, ό,τι άκουσα, ό,τι έζησα».

Και η υποκειμενικότητα, που έχει σχέση με την ιδεολογία καθενός από εμάς; «Η υποκειμενικότητα ελπίζω να είναι όσο το δυνατόν περιορισμένη. Ο αναγνώστης θα κρίνει αν το έχω καταφέρει».

Είστε ιστορικό στέλεχος μιας παρατάξεως και έχετε περάσει από πολλούς κυβερνητικούς θώκους. Ποια στιγμή ήταν, κατά τη γνώμη σας, η πιο σημαντική μέσα στην 20ετία; «Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ο μόνος δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Κάποτε, στο Αμβούργο, με κάλεσε σπίτι του ο Χέλμουτ Σμιτ, όταν δεν ήταν πλέον καγκελάριος ούτε εγώ υπουργός. Ο Σμιτ ήταν φοβερά σνομπ, αλλά γοητευτικός και χαρισματικός συνομιλητής. Κάποια στιγμή μού είπε: “Δεν μπήκατε εσείς οι Ελληνες στην Ευρώπη. Ο Καραμανλής μπήκε. Μέχρι να τον γνωρίσω, έλεγα: ‘over my dead body (πάνω από το πτώμα μου) θα μπει η Ελλάδα’, αλλά όταν τον γνώρισα και είδα πόσο Ευρωπαίος ήταν, σκέφτηκα ότι αξίζει να βάλουμε αυτόν τον άνθρωπο στην Ευρώπη. Γιατί θα κάνει και τους Ελληνες Ευρωπαίους”. Αποχαιρετώντας με, ο κορυφαίος πολιτικός μού εκμυστηρεύτηκε: “Ηταν τέτοια η εκτίμησή μου στον Καραμανλή, ώστε όταν είχα πρόβλημα με την κυβέρνησή μου, του τηλεφωνούσα και ζητούσα τη γνώμη του”. Ηταν μια συγκλονιστική ομολογία».

Οι δικές σας σημαντικότερες στιγμές ποιες ήταν; «Το βράδυ της δικτατορίας. Κατά τις 3.00 το πρωί έμαθα τι συνέβαινε. Πήγα στην υποδιεύθυνση Χωροφυλακής Γλυφάδας – εκεί έμενα τότε – και μίλησα στον ασύρματο με τον Γιώργο Ράλλη, που ήταν υπουργός Δημοσίας Τάξεως, ο οποίος προσπαθούσε να δραστηριοποιήσει το Γ΄ Σώμα Στρατού στη Βόρεια Ελλάδα. “Ναι, έγινε – μου είπε ο Ράλλης – αλλά δεν ξέρω ποιος το έχει κάνει”. Η επικοινωνία μας διακόπηκε. Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα ότι η χώρα έμπαινε σε μια μεγάλη περιπέτεια με άδηλο τέλος. Θυμάμαι, λίγους μήνες προ της δικτατορίας, στη Βουλή, τον Ηλία Ηλιού – η φωτεινότερη προσωπικότητα της κοινοβουλευτικής Αριστεράς – να αναφέρει επανειλημμένα τον αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο ως παράγοντα επικίνδυνο για τον τόπο. “Αυτοί είναι αδίστακτοι” μου είχε πει σε κατ’ ιδίαν συνομιλία. “Θα δέσουν εμάς, αλλά θα δέσουν και εσάς”. Πόσες φορές θυμήθηκα τον λόγο του στη φυλακή…». {{{ moto }}}

Στη φυλακή; «Ναι. Το 1969 συνελήφθην από την ΕΣΑ, διότι είχα αναμειχθεί με τους “Ελεύθερους Ελληνες”, μια σημαντική οργάνωση αποστράτων αξιωματικών, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το αντικίνημα του βασιλιά. Με κράτησαν έξι μήνες σε πλήρη απομόνωση. Εξι μήνες που δεν είδα άνθρωπο, έξι μήνες που δεν βγήκα από τον χώρο κράτησης. Ομως δύο πράγματα μου κράτησαν συντροφιά: ένα αντίτυπο της Αγίας Γραφής, που βρήκα στο συρτάρι, και μια… αράχνη. Την παρακολουθούσα, ήταν μια παρηγοριά, το μόνο στοιχείο ζωής γύρω μου. Και όταν μια ημέρα δεν υπήρχε πια, λυπήθηκα πολύ».

Το βιβλίο σας ξεκινά από το 1961, με τις εκλογές βίας και νοθείας. «Οταν η Ενωση Κέντρου έχασε τις εκλογές, “εφηύρε” τη βία και τη νοθεία».

Θέλετε να πείτε ότι δεν υπήρξε; «Η αλήθεια είναι ότι ασκήθηκε πίεση στους ψηφοφόρους της Αριστεράς να μην ψηφίσουν την ΕΔΑ, η οποία στις εκλογές του 1958 ήταν δεύτερο κόμμα στη Βουλή. Για το σχέδιο ήταν πλήρως ενήμερος ο Γεώργιος Παπανδρέου. Αλλά ο Καραμανλής δεν έπεσε εξαιτίας αυτού. Επεσε διότι ο βασιλιάς ήθελε πάση θυσία να κερδίσει τις εκλογές η Ενωση Κέντρου για να μειωθεί η ένταση των επιθέσεων του Παπανδρέου εναντίον του θρόνου. Ρόλο έπαιξε επίσης και η δολοφονία του Λαμπράκη, αφού διαπράχθηκε από μια παρακρατική οργάνωση, στην οποία ήταν μπλεγμένοι και ανώτεροι αξιωματικοί της χωροφυλακής».

Τον Νοέμβριο του ’63, όμως, ήρθε πρώτο κόμμα η Ενωση Κέντρου. «Ναι, αλλά δεν είχε πλειοψηφία. Παρ’ όλα αυτά, ο βασιλιάς, ενεργώντας αντισυνταγματικά, διότι ήθελε να κρατήσει ισορροπίες, έδωσε στον Γεώργιο Παπανδρέου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Γι’ αυτό και ο Καραμανλής έφυγε για το Παρίσι».

Τι εννοείτε λέγοντας ότι ο βασιλιάς ενήργησε «αντισυνταγματικά». Γιατί «αντισυνταγματικά»; «Κοιτάξτε, τα αποτελέσματα σε βουλευτικές έδρες των εκλογών του 1963 ήταν τα ακόλουθα: ΕΚ 138, ΕΡΕ 132, ΕΔΑ 28 και Προοδευτικοί (Μαρκεζίνης) 2. Κανένα κόμμα δεν μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Γι’ αυτό ο βασιλιάς έπρεπε να δώσει στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος Γεώργιο Παπανδρέου “διερευνητική” εντολή, να διερευνήσει δηλαδή αν θα κατόρθωνε να σχηματίσει πλειοψηφία στη Βουλή. Τούτο, όμως, ήταν ανέφικτο, πράγμα το οποίο γνώριζε ο βασιλιάς, διότι ο Παπανδρέου είχε δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να στηριχθεί στις ψήφους της ΕΔΑ. Ο βασιλιάς, όμως, παραβιάζοντας την καθιερωμένη πρακτική, που προκύπτει από τη δομή του Συντάγματος, έδωσε στον Παπανδρέου εντολή “σχηματισμού” κυβερνήσεως χωρίς να ορίσει καν προθεσμία για τη διεξαγωγή ψηφοφορίας εμπιστοσύνης στη Βουλή, η οποία συνεκλήθη από τον βασιλιά περίπου 40 ημέρες μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Η ψηφοφορία εκείνη απέληξε στην καταψήφιση και κατά συνέπεια στην παραίτηση της κυβέρνησης και στην προκήρυξη εκλογών για τις 16 Φεβρουαρίου 1964. Ομως σε όλο αυτό το διάστημα η κυβέρνηση Παπανδρέου προέβαινε καθημερινά σε παροχές και υποσχέσεις, επηρεάζοντας έτσι την κοινή γνώμη».

Κρίνετε σωστή την απόφαση του Καραμανλή να φύγει για το Παρίσι; «Πολύ σωστή, διότι αν έμενε θα έπρεπε να επισημάνει τις αντισυνταγματικές ενέργειες του βασιλιά και να θέσει στον λαό το δίλημμα: “Ποιος κυβερνά; Ο βασιλιάς ή ο λαός; ” Κάτι που θα οδηγούσε σε διχασμό και που ο Καραμανλής δεν ήθελε».

Πώς ξεκινήσατε την πολιτική καριέρα σας; «Τον Ιούνιο του 1960 πέθανε ο πατέρας μου και υποχρεώθηκα να εγκαταλείψω τις μεταπτυχιακές σπουδές στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας και να συνεχίσω στην Αθήνα. Εκείνο το καλοκαίρι, συνόδευσα τη μητέρα μου στα Καμένα Βούρλα. Εκεί, συναντήσαμε τυχαία τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον οποίο η μητέρα μου γνώριζε, γιατί μεταξύ 1946 και 1950 ήταν μαζί με τον πατέρα μου βουλευτές στο Λαϊκό Κόμμα. Με ρώτησε τι κάνω και όταν του είπα ότι μόλις είχα γίνει διδάκτωρ της Νομικής Σχολής, μου ζήτησε αντίγραφο της διατριβής. Φεύγοντας, η μητέρα μου του είπε: “Κώστα, το παιδί μου και στα χέρια σου”. Εναν χρόνο αργότερα, μου τηλεφώνησε ο διευθυντής του γραφείου του, Γιάννης Ζαχαράκης, και με συνεχάρη, επειδή ο Καραμανλής με είχε χρίσει υποψήφιο βουλευτή στη Β΄ Αθηνών. Αντέδρασα, επειδή δεν ήθελα. “Ο πρόεδρος το αποφάσισε και είναι περιττό να αντιδράς, γιατί οι κατάλογοι έχουν ήδη διανεμηθεί στις εφημερίδες” μου απάντησε».

Από το ξεκίνημά σας είχατε και πρωτιές σε σταυρούς… «Ναι. Πρώτος στη Β΄ Αθηνών, σχεδόν σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις».

Και πολύ σύντομα στην καριέρα σας, το ’65, ήρθε η ώρα της Αποστασίας. «Η περίοδος της μεγάλης ανωμαλίας. Πρωταγωνίστησε ο Μητσοτάκης, που έβλεπε ότι έχανε από τον Ανδρέα Παπανδρέου το παιχνίδι της διαδοχής στην ηγεσία του κόμματος. Ετσι άρχισε η αθλιότητα της Αποστασίας, από τα πιο μελανά σημεία της πολιτικής μας Ιστορίας. Διότι οι αποστάτες, για να προσελκύσουν και άλλους βουλευτές, ώστε να αποκτήσουν πλειοψηφία στη Βουλή, χρησιμοποίησαν συναλλαγές απίθανες και προσφορά αξιωμάτων».

Και τη στάση της ΕΡΕ πώς την κρίνετε; «Ηταν αδιανόητη, αφού πριν από την Αποστασία ο αρχηγός μας Παναγιώτης Κανελλόπουλος, σε δημόσια ομιλία του, είχε δηλώσει ότι η ΕΡΕ θα στήριζε οποιαδήποτε κυβέρνηση που θα προήρχετο από την Ενωση Κέντρου, η οποία όμως, δεν θα είχε τον Παπανδρέου Πρωθυπουργό. Στη συνέχεια στηρίξαμε τρεις κυβερνήσεις αποστασίας. Και φτάσαμε στην κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου, η οποία θα διενεργούσε τις εκλογές της 28ης Μαΐου 1967, που δεν έγιναν, αφού πρόλαβε η δικτατορία. Εκεί ο ρόλος του βασιλιά ήταν κατώτερος των προσδοκιών μου».

Πιστεύατε ότι θα μας έσωζε; «Θα ήθελα να με έχει προστατεύσει από τη δικτατορία. Και μπορούσε. Πάντως, αναγνωρίζω το λάθος που έκανα τότε να στηρίξω τη βασιλεία. Το έχω μετανιώσει».

Ο Μητσοτάκης Πρωθυπουργός στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και εσείς υπουργός Εθνικής Αμύνης. «Διαφωνούσαμε σε πολλά θέματα, τα οποία θα συμπεριλάβω στον δεύτερο τόμο που θα αφορά την περίοδο από το 1981 μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, διαφώνησα για την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, διαφώνησα στην απόφαση να μη δεχτούμε την πρόταση του πορτογάλου υπουργού Εξωτερικών Ζοάο Πινέιρο που προήδρευε τότε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, για την ονομασία των Σκοπίων, όπως και για την περιορισμένη στρατιωτική συμμετοχή μας στον πόλεμο του Κόλπου. Διαφώνησα και σε άλλες περιπτώσεις, τις οποίες δεν θα μνημονεύσω».

Γιατί; Δεν πρέπει να τα γνωρίσουμε όλα; «Ασφαλώς ναι! Υπάρχουν, όμως, γεγονότα για την αποκάλυψη των οποίων χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος».

Πώς γίνατε αντιπρόεδρος του κόμματος; «Οταν, το 1993, χάσαμε τις εκλογές, ο Μητσοτάκης παραιτήθηκε και προχωρήσαμε σε εκλογές αρχηγού. Διεκδίκησα την αρχηγία με αντίπαλο τον Εβερτ, αλλά ήταν αδύνατον να τον κερδίσω, διότι τον στήριζαν όλο το οικονομικό κατεστημένο, όλος ο Τύπος και όλα τα κανάλια. Τον στήριζε ακόμη και ο Μητσοτάκης, παρά το γεγονός ότι ο Εβερτ τον είχε πολεμήσει. Προφανώς, ο Εβερτ είχε αναλάβει ορισμένες δεσμεύσεις προς τον Μητσοτάκη τις οποίες, όταν εξελέγη, δεν τήρησε. Τήρησε όμως τη συμφωνία που είχαμε κάνει οι δυο μας, με πρότεινε στο συνέδριο ως αντιπρόεδρο του κόμματος και οι σύνεδροι με αποδέχθηκαν με ενθουσιασμό».

Εσείς, στη συνέχεια, προτείνατε τον Κώστα Καραμανλή. «Ναι. Το 1996 χάσαμε τις εκλογές από τον Σημίτη, ο Εβερτ παραιτήθηκε και τέθηκε ξανά θέμα αρχηγού. Υποψήφιοι εμφανίστηκαν ο Εβερτ και ο Σουφλιάς. Δεν με ικανοποιούσε κανείς από τους δύο και μου ήρθε η ιδέα για τον Καραμανλή, τον οποίο στήριξα με όλες τις δυνάμεις μου».

Πώς είδατε τη θητεία του; «Δυστυχώς, ο Καραμανλής έχασε το παιχνίδι την πρώτη τετραετία, όταν ο λαός τον εμπιστευόταν και ο ίδιος είχε πολύ καλές ιδέες και εξίσου καλές προθέσεις. Δεν ήταν, όμως, τολμηρός. Ούτε και ο κορυφαίος υπουργός του ήταν τολμηρός».

Για τη σημερινή κατάσταση, πού ρίχνετε τη μεγαλύτερη ευθύνη; «Η αρχή της σημερινής τραγωδίας ξεκίνησε το 1981, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου τριπλασίασε το χρέος. Αλλά και οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν δεν έκαναν τίποτε για τη μείωσή του. Αντίθετα το αύξαναν. Και αρχίσαμε όλοι να ζούμε πάνω από τις δυνάμεις μας και, δυστυχώς, συνηθίσαμε έτσι».

Υπήρξε, όμως, εκτροχιασμός. Το χρέος αυξήθηκε υπερβολικά επί Κώστα Καραμανλή. «Πράγματι, τότε σημειώθηκε αύξηση. Να μην ξεχνάμε, όμως, ότι την περίοδο εκείνη έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, οι οποίοι στοίχισαν τεράστια ποσά. Ηταν λάθος να αναλάβουμε τη διοργάνωσή τους. Οι δαπάνες ήταν τεράστιες. Πώς να τις επωμισθεί μια μικρή χώρα; Επίσης από λάθος της κυβέρνησης Καραμανλή, δεν εκμεταλλευθήκαμε ούτε τις εγκαταστάσεις τους. Ούτε την αίγλη τους».

Εφόσον πιστεύετε ότι η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ένα λάθος, μήπως ήταν και δικό σας λάθος ότι δεν διαφωνήσατε ως βουλευτής για την ανάληψή τους; «Αναγνωρίζω ότι τότε δεν διατύπωσα τις επιφυλάξεις μου. Αλλά πιστεύω ότι η όποια τέτοια φωνή δεν θα ακουγόταν. Ηταν τέτοιος ο “παροξυσμός” που είχε κυριεύσει την κοινή γνώμη με την προοπτική τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων, ώστε η φωνή αυτή θα ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Εχετε περάσει από πολλά υπουργεία. Θα θέλατε να είχατε γίνει και υπουργός Πολιτισμού; «Ηταν το όνειρό μου. Στη χώρα μας οι μοναδικές πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι ο πολιτισμός και το περιβάλλον. Και στον μεν πολιτισμό δεν δώσαμε την ανάλογη σημασία, το δε περιβάλλον το κακοποιήσαμε με την άκρατη ανάπτυξη του τουρισμού».

Σας ενδιαφέρει ο πολιτισμός και αυτόν τον καιρό προβάλλεται σε επανάληψη στην ΕΡΤ η εκπομπή σας με περιηγήσεις σε αρχαιολογικούς χώρους. Ποιος σας συγκίνησε βαθύτερα; «Πάντα τα πρωτεία κρατούσε ο Μαραθώνας, διότι εκεί διεξήχθη η μάχη του πολιτισμού εναντίον της βαρβαρότητας. Οι Αθηναίοι κατατρόπωσαν τον βάρβαρο εισβολέα».

Γιατί αποκαλείτε βάρβαρους τους Πέρσες; Είχαν υψηλό επίπεδο πολιτισμού. «Πλούτο είχαν, αλλά δεν είχαν ευρωπαϊκή κουλτούρα. Δεν είχαν φιλοσοφία. Και, εν πάση περιπτώσει, ήταν κατακτητές».

Χάρη στην εκπομπή γνωρίσατε και τόπους καινούργιους; «Βεβαίως. Την Αργιλο και την Αμφίπολη στον Νομό Σερρών, αλλά και τον αρχαιολογικό πλούτο της Κορίνθου, τον οποίο αγνοούμε. Ολοι ξέρουμε μόνο τον Ακροκόρινθο».

Η επαφή με τους αρχαίους χώρους σάς δημιούργησε την επιθυμία να δείτε και παραστάσεις αρχαίου δράματος; «Εχω δει τις περισσότερες. Πιο πολύ μου αρέσει ο “Προμηθέας Δεσμώτης”, επειδή έχει βαθύ πολιτικό λόγο. Θα μείνει στους αιώνες αυτό το κείμενο».

Σύγχρονο θέατρο βλέπετε; «Εβλεπα πολύ Κουν, τον οποίο είχα γνωρίσει ένα κυριακάτικο μεσημέρι, ως καλεσμένος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Εκτοτε τον παρακολουθούσα, αλλά αυτή ήταν η τελευταία μου επαφή με το σύγχρονο θέατρο».

Ο Καραμανλής πήγαινε; «Οταν έπαιζαν η Παξινού, ο Μινωτής, ο Χορν…».

Είχατε πάντα πολύ καλές σχέσεις μαζί του; «Τον έβλεπα πολύ συχνά, όταν δεν ήταν πλέον Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενώ έχουμε κάνει μαζί καλοκαιρινές διακοπές. Και συζητούσαμε πολύ. Ο Καραμανλής ήταν άνθρωπος που ήθελε να ακούει τις απόψεις του συνομιλητή του».

Η σχέση με τα παιδιά σας πώς είναι; «Πολύ ανθρώπινη. Δεν επεμβαίνω ποτέ στη ζωή τους. Ο Μιλτιάδης στράφηκε μόνος του στην πολιτική. Από μικρός ανήκε στα μαχητικά στελέχη της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας. Μια ημέρα, ήρθε δαρμένος από μια συμπλοκή σε αφισοκόλληση. Ο δεύτερος έχει κάνει μεταπτυχιακό στις πολιτικές επιστήμες στο Φλέτσερ της Βοστώνης και είναι επιχειρηματίας και, δόξα τω Θεώ, πάει καλά. Ο τρίτος είναι γραφίστας και δουλεύει με τον αδελφό του και η μικρή είναι δημοσιογράφος στο επιτελείο του Αλέξη Παπαχελά. Ομως το λέει η καρδιά της. Βρέθηκε στην Αϊτή με τους μεγάλους σεισμούς, στη Χιλή και στην πλατεία Ταχρίρ, στα επεισόδια».

Σας ζητάνε τη γνώμη σας; «Μου ζητάνε τη γνώμη μου πολλοί απλοί άνθρωποι, με τους οποίους χαίρομαι να συζητώ».

Από το κόμμα σας; «Κανείς, ευτυχώς, διότι έτσι είμαι ελεύθερος να διατυπώνω τις απόψεις μου. Αλλωστε η πείρα ούτε διδάσκεται ούτε μεταφέρεται».

Εχετε κι ένα σπίτι στον Μυστρά. «Ναι, είχα τύψεις που στις εκλογές του 1964 αναγκάστηκα να πουλήσω ένα κτήμα, το οποίο μου είχε αφήσει ο πατέρας μου. Ετσι, περίπου πριν από δέκα χρόνια, αγόρασα ένα κτήμα 25 στρεμμάτων. Και εκεί είμαι αγρότης. Ανεβαίνω στο τρακτέρ και οργώνω τη γη. Εχω έναν ελαιώνα με 300-400 ρίζες ελιές, πορτοκαλεώνα, κότες, λαχανόκηπο, αμπέλι που βγάζω γύρω στις 600 φιάλες κόκκινο κρασί».

Ετοιμάζεστε για χαλεπούς καιρούς; «Εύχομαι να μην έρθουν, γιατί θα είναι τραγικό για όλους. Αλλά η σχέση με τη γη είναι φοβερή, είναι ένας έντονος δεσμός που σε βγάζει από την καθημερινότητα. Οταν βλέπεις να μεγαλώνει και να καρποφορεί κάτι που ο ίδιος έχεις φυτέψει… Η πεμπτουσία της ζωής…».

Ποια αποδέχεστε ως τη μεγαλύτερη προσωπικότητα της Ευρώπης αυτή τη στιγμή; «Τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρο του Eurogroup».

Για τη Μέρκελ τι γνώμη έχετε; «Δεν έχω».

Πιστεύετε ότι έχουν γίνει λανθασμένες κινήσεις; Πώς σας φάνηκε η στάση των ξένων αρχηγών; «Επέβαλαν δυσβάστακτους όρους, με την ελπίδα ότι θα τηρήσουμε τους μισούς. Εμείς δεν τηρήσαμε σχεδόν κανέναν. Φανήκαμε αναξιόπιστοι και μέμφομαι για αυτό την κυβέρνηση. Επειτα, η κυβέρνηση δεν έδωσε πρώτη το παράδειγμα της λιτότητας. Και οι οριζόντιες περικοπές στις οποίες προέβη είναι εύκολη λύση, αλλά τελείως άδικη. Δεν κόβεις τα ίδια σε κάποιον με μεγάλη οικογένεια και σε κάποιον που ζει μόνος».

Πώς βλέπετε τα πράγματα; «Είμαστε στο χείλος της καταστροφής. Μπορούμε να σωθούμε αν όλοι μας – υπογραμμίζω, όλοι μας – προσπαθήσουμε. Θα το κάνουμε όμως;».

Τι φοβάστε περισσότερο; «Τη λαϊκή οργή, όταν είναι ανεξέλεγκτη. Τα επεισόδια που έγιναν στις 28 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη χτύπησαν τη Δημοκρατία. Γιατί η 28η Οκτωβρίου δεν ανήκει σε κανέναν. Ανήκει στο έθνος. Είναι μια εποποιία, για την οποία πρέπει να είμαστε υπερήφανοι. Και μερικοί προσπάθησαν να την αμαυρώσουν».

Η βίαιη συμπεριφορά λοιπόν; «Η βία μπαίνει στα σπίτια από την τηλεόραση. Εχει γίνει τρόπος ζωής για τους νέους και δεν υπάρχει ο ανασχετικός παράγοντας του σχολείου ή της οικογένειας. Είναι γενικευμένη, γι’ αυτό και πιο ανησυχητική. Και πρέπει να αντιδράσουμε, διότι τίθεται σε κίνδυνο η Δημοκρατία. Αλλά δεν κάνουμε τίποτε».

Η γνώμη σας για τον Αντώνη Σαμαρά; «Δεν ήρθε η ώρα να μιλήσω».

Και για την κυβέρνηση Παπαδήμου; «Δεν πιστεύω στις κυβερνήσεις συνασπισμού. Εχω μετάσχει σε δύο παρόμοιες, στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα. Ηταν πολύ δύσκολη η συνεργασία. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα, στα μικρά χρονικά περιθώρια που της έχουν τεθεί, θα αποτελέσει εξαίρεση».

Πείτε μου μια βαθιά επιθυμία σας. «Να έχουν τα παιδιά μου υγεία και να σταθούν όρθια στη ζωή τους».

* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 24 Δεκεμβρίου 2011